Πέμπτη, 22 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, 2024 - 06:44

Όταν μια χώρα καταργεί την Ιστορία της

Δυστυχώς, στην Ελλάδα, ο μεγάλος και ανεκτίμητος πλούτος της, αυτός της Ιστορίας της, κόβεται και ράβεται ευκαιριακά. Κατά περίσταση και αποσπασματικά

Το θέμα δεν είναι εάν κάποιος είναι φιλικός ή όχι προς τον θεσμό της βασιλείας ή στη δικτατορία του προλεταριάτου. Άλλωστε η δημοκρατία δεν του το απαγορεύει. Ωστόσο, η Ιστορία και οι λαοί αποφάνθηκαν επί των συγκεκριμένων, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Όσο γραφικός μπορεί να είναι κανείς ελπίζοντας σε αναβίωση σταλινικών καθεστώτων, άλλο τόσο ξεπερασμένος μπορεί να θεωρηθεί και εκείνος ο οποίος προσδοκά την παλινόστηση της μοναρχίας -αν και σε δέκα χώρες της Ευρώπης το πολίτευμα τής βασιλευομένης δημοκρατίας εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.   

Το θέμα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, είναι πολύ βαθύτερο. Έχει σχέση με την μεγάλη Ιστορία αυτής της μικρής χώρας. Κατά πόσο αυτή τιμάται, μελετάται και καθίσταται σεβαστή από τους Έλληνες -πάνω από πρόσωπα, πολιτικές σκοπιμότητες και κομματικές ωφέλειες. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, ο μεγάλος και ανεκτίμητος πλούτος της, αυτός της Ιστορίας της, κόβεται και ράβεται ευκαιριακά. Κατά περίσταση και αποσπασματικά. Ωσάν η Ιστορία να μην είναι ενιαία και αδιαίρετη, φυσικά με τις ένδοξες και τις άδοξες πτυχές της. Ωσάν η Πολιτεία να μην έχει λειτουργική συνοχή. Ωσάν το Κράτος, η εκτελεστική εξουσία, να μην έχει συνέχεια και να λειτουργεί με μονομερείς εξάρσεις ή, με μονοδιάστατες προτιμήσεις. Ένα διαρκές «ράβε και ξήλωνε» είναι από τους εκάστοτε κρατούντες η ελληνική Ιστορία, σαν να μην αποτελεί το συμπαγές σύνολο της ζωής του ελληνικού Κράτους από την ημέρα της γέννησης του. Ο συστηματικός δε αναθεωρητισμός της, ιδιαίτερα από την δογματική Αριστερά, είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ελληνική Ιστορία αποκλειστικά ως ένα εργαλείο ερμηνείας και δικαίωσης «της πάλης των λαών». Με λίγα λόγια, παύτηκε από τον ρόλο της, που δεν είναι άλλος από το να ενώνει και να φρονηματίζει.

Δεν θα είναι υπερβολή εάν υποστηριχθεί ότι, η ελληνική Ιστορία ξαναγράφτηκε από την Μεταπολίτευση του 1974 και μετά. Ξαναγράφτηκε μονομερώς. Έτσι μεγάλα τμήματά της, που δεν ωφελούσαν στην ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, είτε απαλείφθηκαν είτε διαστρεβλώθηκαν είτε κατασυκοφαντήθηκαν. Απόρροια της ιστορικής μετάλλαξης που σημειώθηκε στην Ελλάδα ήταν να τεθεί στο περιθώριο της ιστοριογραφίας για παράδειγμα η χιλιόχρονη ελληνική αυτοκρατορία της Ανατολής (Βυζαντίου). Το παγκόσμιο δηλαδή εκείνο κοσμοσύστημα, το οποίο έδωσε στην οικουμένη πανανθρώπινες αξίες -μέσω πεφωτισμένων ή μη αυτοκρατόρων, είναι αδιάφορο-, και στο Γένος των Ελλήνων τη πηγή που αναβλύζει το μεγάλο νάμα τής κουλτούρας του, τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Από την συλλογική ιστορική μνήμη, μπορεί ακόμη να υποστηριχθεί, ότι ξεριζώθηκε δια παντός, μέσω πομπής και μεθοδικής προπαγάνδας, ο θεσμός της βασιλείας ως να ήταν κάτι το ξενόφερτο και το ασύμβατο στον ελλαδικό χώρο. Ό,τι το πιο ανιστόρητο. Από τους ομηρικούς χρόνους το πολίτευμα της βασιλείας ή της αριστοκρατίας ήταν καθεστώς. Στην μητροπολιτική Ελλάδα, στον κυρίως ελλαδικό χώρο, τα βασίλεια στην αρχαία Ελλάδα ήταν ευρύτατα διαδεδομένα. Τον βασιλιά, μέχρι να καταστεί κληρονομικός, τον αναγόρευε ο στρατός, τον οποίο πλαισίωνε ένα συμβούλιο ευγενών. Παρέκκλιση είχε σημειωθεί μόνο στα ελληνικά φύλλα τα οποία οργανώθηκαν σε πόλεις / κράτη -με εξαίρεση στο βασίλειο της Σπάρτης, της Μακεδονίας (Φίλιππος – Μ. Αλέξανδρος) και στο βασίλειο της Αλβανίας (Πύρρος). Στους ελληνιστικούς χρόνους, ελληνικές δυναστείες ήταν αυτές που κυριάρχησαν στην Αίγυπτο, στην Συρία και την Πέργαμο (που είχαν στην επικράτεια τους ευρύτερες σφαίρες εδαφών). Δυναστείες που ουσιαστικά λειτούργησαν ως απόλυτες μοναρχίες. Στην Αίγυπτο κυριάρχησε η δυναστεία των Πτολεμαίων, στη Συρία η δυναστεία των Σελευκιδών και στην Πέργαμο η δυναστεία των Ατταλιδών. Στο Βυζάντιο, πάνω από δέκα αιώνες, στην κεφαλή του κράτους βρισκόταν «βασιλεύς», τον οποίο οι Έλληνες ονομάτισαν ως «Αυτοκράτωρ».

Η αποδόμηση της βασιλείας

Στην επανεγγραφή της Ιστορίας από το 1974 και μετά δεν θα μπορούσε να μην αποδομηθεί από την ιστορική συνείδηση του λαού και ο θεσμός της βασιλείας, αν και ήταν ο μακροβιότερος στην νεοελληνική ιστορία. Κατά την διάρκεια των νεότερων χρόνων, από το 1821 μέχρι και σήμερα, από τα διακόσια χρόνια ελεύθερου ελληνικού κράτους, τα 130 ήταν υπό καθεστώς μοναρχίας / βασιλείας. Είτε ως απόλυτου ή συνταγματικής μοναρχίας, είτε ως βασιλευομένης δημοκρατίας. Πως αυτές οι δεκαετίες διεγράφησαν μονοκονδυλιά (στην ουσία ξεριζώθηκαν ως μη υπάρχουσες) από το ιστορικό γίγνεσθαι της νεότερης Ελλάδας; Προφανώς και υπήρξαν ατυχείς περίοδοι βασιλείας, με επιζήμιες συνέπειες στα συμφέροντα της χώρας. Προφανώς και υπήρξαν ανεπαρκείς ανώτατοι άρχοντες οι οποίοι και διέπραξαν τραγικά λάθη. Όπως συμβαίνει σε κάθε άλλο πολιτειακό σύστημα δημοκρατίας, με καλούς ή κακούς κυβερνήτες (πρωθυπουργούς). Όμως, σε όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα των 130 ετών, δεν υπήρξαν και επιτυχείς περίοδοι που ευτύχησε η Ελλάδα; Που εστεμμένοι ανώτατοι άρχοντες αγωνίστηκαν για το καλό της χώρας τους;

Όλες οι περίοδοι, ατυχείς ή επιτυχείς, προϊόντος του χρόνου, κρίθηκαν. Σ’ έναν μεγάλο βαθμό κρίθηκαν από την Ιστορία (η Ιστορία αργεί πάντα να πει την τελευταία της λέξη), και σε απόλυτο από τον λαό. Τον λαό που είναι ο μόνος κυρίαρχος στις αστικές δημοκρατίες. Η κάθε περίοδος της βασιλείας στην Ελλάδα κρίθηκε ξεχωριστά σε όλα αυτά τα διακόσια χρόνια της νεότερης Ελλάδας -αναλόγως της ιστορικής και πολιτικής συγκυρίας της κάθε εποχής. Υπήρξαν εποχές όπου με δημοψηφίσματα ο λαός αποφάνθηκε θετικά υπέρ της βασιλείας, και εποχές όπου καταψήφισε τον θεσμό. Με τελευταία φορά, τον Δεκέμβριο του 1974, όπου ο κυρίαρχος λαός αποφάσισε -αν και οι συνθήκες του δημοψηφίσματος δεν ήταν ισομερείς και για τις δυο πλευρές- την οριστική κατάργηση της βασιλευομένης δημοκρατίας, με το συντριπτικό αποτέλεσμα του 69%.

Η κατάργηση όμως του ανώτατου κληρονομικού άρχοντα, του τελευταίου βασιλέως των Ελλήνων (Κωνσταντίνος Β΄), δεν συνεπάγει και την ακύρωση της ιστορικότητας του θεσμού. Εάν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος κατέστη έκπτωτος του θρόνου του με το δημοψήφισμα του 1974, αυτό ως πολιτικό γεγονός δεν επιφέρει de facto και την ιστοριογραφική εξάλειψη των περιόδων της βασιλείας στην Ελλάδα. Προφανώς συμβαίνει και το αντίθετο. Τα δημοψηφίσματα που επέφεραν την παλινόστηση της μοναρχίας δεν ακύρωσαν ιστοριογραφικά τις περιόδους της αβασίλευτης δημοκρατίας. Το δημοψήφισμα του 1920 που επανάφερε στον θρόνο τον Κωνσταντίνο Α΄ δεν διέγραψε την περίοδο της λεγόμενης Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1821 – 1827). Αλλοίμονο! Το ίδιο συνέβη με τα δημοψηφίσματα του 1935 (καταφανώς νόθο) και του 1946, με τα οποία επανήλθε στον ελληνικό θρόνο ο Γεώργιος Β΄. Δεν ακύρωσαν από την ελληνική ιστοριογραφία την περίοδο της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1924 – 1935).

Ο βασιλικός θεσμός υπήρξε σε κάθε περίπτωση μέρος της ιστορίας αυτού του τόπου. Μάλιστα υπήρξε στο μεγαλύτερο μέρος της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Συνεπώς δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αναιρεθεί. Η Ιστορία ως ενιαία δεν διαχωρίζεται στην καλή και στην κακή της πλευρά. Όλες ο πλευρές της συνυπάρχουν και την συναποτελούν. Κατ' ακολουθίαν όλες οι πλευρές της πρέπει να αναγνωρίζονται. Να σέβονται και τιμώνται. Προφανώς και να αποτιμώνται, θετικά ή αρνητικά. Η Ιστορία δεν είναι μονόπλευρη και δεν είναι μόνο η καλή της πλευρά. Εννοείται πως όλα αυτά κατανοούνται σε μια χώρα και σε μια αστική δημοκρατία όπου οι πολίτες της υπολήπτονται της Ιστορίας τους. Που επιθυμούν η Ιστορία τους να φρονηματίζει. Να συμφιλιώνει, παρά να διχάζει.

Οι Έλληνες, στο μεγαλύτερο μέρος τους, και η επίσημη πολιτεία, δεν θέλουν να συμφιλιωθούν με την Ιστορία τους. Την θέλουν -αν δεν την καταργούν ή, αν δεν την διαστρέφουν ή, αν δεν την ξαναγράφουν- ως εργαλείο διχασμού. Ο διχασμός, αυτό το σαράκι του Ελληνισμού, ανέκαθεν ήταν (και είναι) μέσο επιβίωσης του πολιτικού συστήματος. Των πολιτικών σχεδόν ολόκληρου του φάσματος. Έτσι και τον αποχωριστούν, τους κόβεται το οξυγόνο της ύπαρξης τους. Ο αέρας της εξουσίας τους. Και μεταφέρουν την αρρώστια του διχασμού από γενιά σε γενιά. Διχάζονται όχι μόνο για τα σημερινά, αλλά και για τα γεγονότα του μακρινού παρελθόντος -που λογικά ο χρόνος θα έπρεπε να είχε κατευνάσει τα όποια μίση, πάθη και διαφορές. Το σαράκι του διχασμού μάς τρώει και μάς τρέφει ταυτόχρονα. Αυτή η παθογόνος εθνική κατάσταση που μας κατατρέχει στο διηνεκές, αποδόθηκε εξαιρετικά σε μια συνέντευξη τού τραγουδοποιού Διονύση Σαββόπουλου, στην εφημερίδα Lifo, στις 28 Απριλίου 2021. Ότι «οι Έλληνες είναι ευλογημένοι λόγω του τόπου. Είναι πολυμήχανοι και γουστόζικοι, όπως οι φιγούρες του θεάτρου σκιών. Είναι όλο ζωντάνια και ενέργεια, αλλά, όταν δεν μπορούν να την διοχετεύσουν σε ένα υψηλό σχέδιο, τη στρέφουν ο ένας στον άλλον και τρώγονται μεταξύ τους. Απ’ την πολλή ζωηράδα ή θα πετάμε ψηλά ή θα κυλιόμαστε στο αλληλοφάγωμα. Αυτή είναι η φύση μας. Ο μεγαλύτερος δαίμονας της φυλής μας είναι ο διχασμός. Πολλά έθνη, βέβαια, έχουν διχαστεί άγρια μεταξύ τους. Και οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι και οι Ισπανοί, αλλά κάποτε σταμάτησαν. Τα βρήκανε. Ενώ εμείς συνεχίζουμε με άλλον τρόπο κάθε φορά. Στην Ελλάδα ο εμφύλιος δεν σταματά ποτέ, απλώς αλλάζει μορφή».

Χωρίς τιμές ο αρχηγός του κράτους

Και αυτή την φορά, η Ελλάδα, το κράτος, τα κόμματα, ο Τύπος (μέρος), με αφορμή τον θάνατο του τέως βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου, βρήκαν τον τρόπο να διχάσουν τον λαό. Ίσως και κάτι χειρότερο, ανεύραν τα επιχειρήματα εκείνα προκειμένου να συμπεριφερθούν με μικροψυχία. Αρνήθηκαν στον νεκρό βασιλιά να του προσφέρουν τις τιμές που εδικαιούτο. Συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις για να του αποδοθούν: Διετέλεσε συνταγματικός αρχηγός του ελληνικού κράτους. Δεν ήταν κάποιος δικτάτορας. Υπήρξε, με όποια ιστορική σημασία περικλείει αυτό, αρχηγός του στρατού και ο τελευταίος βασιλιάς της Ελλάδας, διαδραματίζοντας ρόλο στην Ιστορία της χώρας του. Εάν ο ρόλος του κρίθηκε από την πλειοψηφία του λαού ως επιζήμιος (παρά τις εξηγήσεις που ο ίδιος είχε δώσει κατά καιρούς όσο ζούσε), αυτό ήταν θέμα του δημοψηφίσματος του 1974 -και ουδόλως ζήτημα του παρόντος χρόνου. Θέμα, που σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να του παραγράψει την ούτως ή άλλως πρωταγωνιστική παρουσία του στα ιστορικά δρώμενα της νεότερης Ελλάδας. Υπήρξε «χρυσός» Ολυμπιονίκης το 1960 στην ιστιοπλοΐα -σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά το τελευταίο μετάλλιο στο στίβο του Κωνσταντίνου Τσικλητήρα -κάνοντας υπερήφανους όλους τους Έλληνες, με τον ελληνικό ύμνο να ακούγεται στην Ολυμπιάδα της Ρώμης και την γαλανόλευκη να κυματίζει στον υψηλότερο ιστό.

Δεν εξέπληξε η απόφαση της κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη να κηδευτεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ως ιδιώτης -με την σιωπηλή σύμφωνη γνώμη ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Κάπως έτσι θα έπεφτε και τυπικά η αυλαία της βασιλείας στην Ελλάδα, ως ιδιωτική υπόθεση. Δεν θα περίμενε κανείς να ακουστούν κανονιοβολισμοί από τον λόφο του Λυκαβηττού…

Η απόφαση της κυβέρνησης ήταν καθαρά πολιτική. Τα αντικειμενικά κριτήρια της Ιστορίας δεν ελήφθησαν υπόψη. Ήταν μια απόφαση συνεπέστατη στο πολιτικό πνεύμα της τελευταίας πεντηκονταετίας -στο νέο περιεχόμενο της Ιστορίας του 1974 και εντεύθεν. Ταυτόχρονα, ήταν και μια απόφαση μικρόψυχη, άτολμη και φοβική. Φοβική απέναντι στην Αριστερά, μην τυχόν και σημειώνονταν ιδεολογική «σύγκρουση» μαζί της. Μην τυχόν και ξέφευγε το σύστημα, σε περίπτωση διαφορετικής απόφασης, από τις αντιλήψεις και το ιστορικό αφήγημα του ΚΚΕ. Αφήγημα το οποίο με άμεσο ή έμμεσο τρόπο διαπερνά σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

Το χάσμα ωστόσο που άφησε η κυβέρνηση, επιλέγοντας στο να μην ανταποκριθεί θεσμικά απέναντι στην Ιστορία (όχι κατ’ ανάγκη στο πρόσωπο), προβάλλοντας έτσι προς τα έξω μια εικόνα ότι η έως τώρα πολιτική πορεία του τόπου είναι κάτι το ασύνδετο και ότι το ελληνικό κράτος είναι κάτι το ασυνεχές, όπως και το κενό που άφησε η Δημοκρατία, στο να μην επιδείξει μεγαθυμία απέναντι σ’ έναν νεκρό, ανέλαβε να τα καλύψει η ίδια η ζωή. Η ίδια η ζώσα πραγματικότητα. Ίσως προς έκπληξη πολλών. Δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν μεγαλύτερες τιμές στον τελευταίο Έλληνα βασιλιά, από το να σκεπαστεί το φέρετρο με την σορό του με την ελληνική σημαία και να παραβρεθούν στην εξόδιο ακολουθία, στην Μητρόπολη των Αθηνών, οι εστεμμένοι αρχηγοί επτά κρατών. Και βέβαια, η επισημότητα της τελετής σφραγίστηκε με την παρουσία όλων των συνοδικών Μητροπολιτών -με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο-, και με την προσέλευση χιλιάδων πολιτών στην πλατεία και τα απέναντι πεζοδρόμια του Ναού. Χιλιάδες πολίτες όλων των ηλικιών, μισό αιώνα μετά την κατάργηση της βασιλείας στην Ελλάδα.

Δεν ήταν έτσι η Ελλάδα. Και δεν πρέπει να είναι έτσι η Ελληνική Δημοκρατία. Ανέκαθεν οι πολιτισμικές αξίες του Ελληνισμού υπαγόρευαν να τιμώνται οι νεκροί. Όποιοι κι αν ήταν αυτοί. Ακόμη, και οι ορκισμένοι εχθροί στον πολιτικό στίβο ή όπου αλλού. Αυτή η συμπεριφορά ήταν μέρος των πατροπαράδοτων αρχών των Ελλήνων. Ο θάνατος για τον Έλληνα ήταν (ας υπάρχει η ελπίδα ότι παραμένει ο ίδιος) ό,τι το πιο κορυφαίο γεγονός που συμβαίνει στη ζωή. Ό,τι το πιο θείο γεγονός, όπου στο θάνατο η ψυχή του ανθρώπου ενώνεται με τον Θεό και καθαγιάζεται. Και μπροστά σε αυτή την ασύλληπτη σε μέγεθος αγιότητα του θανάτου, οπισθοχωρούσε σε ό,τι τον χώριζε με τον  τεθνεώτα και στεκόταν με σεβασμό απέναντί του. Παραμέριζε τις όποιες έχθρες, αντιπαλότητες, θυμούς, είχε με τον νεκρό. Συγχωρούσε και συμφιλιωνόταν με τον νεκρό. Ήταν ποταπότητα, σύμφωνα με τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού, να συνεχίσει να κρατάει μίσος μαζί του, ενώ πλέον δεν ζούσε. Ο Έλληνας είχε κολοκοτρωνέικη ψυχή. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αυτή η μεγάλη φυσιογνωμία της ελληνικής επανάστασης του 1821, λίγο πριν τον θάνατό του, διαισθανόμενος το τέλος του, πήγε και βρήκε όλους όσους τον κυνήγησαν, τον καταδίκασαν, τον φυλάκισαν. Από τους καπετάνιους της Ύδρας μέχρι τον Κωνσταντίνο Σχινά, τον υπουργό Δικαιοσύνης στην περίοδο της αντιβασιλείας επί Όθωνα. Ο οποίος, στη δίκη του «Γέρου του Μοριά», πίεζε τους δικαστές, Αναστάσιο Πολυζωίδη και Γεώργιο Τερτσέτη, να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Σε όλους αυτούς τους εχθρούς του, ο Κολοκοτρώνης έδωσε το χέρι του, τους ασπάστηκε και έφυγε συμφιλιωμένος μαζί τους. Δεν τους χώριζε τίποτε πλέον.

Μικρόψυχη Δημοκρατία

Η σημερινή Δημοκρατία γιατί δεν φάνηκε μεγάθυμη στον τελευταίο βασιλιά των Ελλήνων και δεν συμφιλιώθηκε μαζί του -έστω μετά θάνατον, αποδίδοντας του τις τιμές που του άρμοζαν ως πρώην αρχηγού του ελληνικού κράτους; Δεν ήταν άλλωστε και θανάσιμοι αντίπαλοι, κι ας τους χώριζαν πάρα πολλά. Πολιτειακή μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος εξέφραζε και ο Κωνσταντίνος όσο βασίλευσε (1964 – 1967). Εάν του αποδίδονταν τιμές προς χάριν της Ιστορίας και μόνο, πιστεύεται στα σοβαρά ότι θα κινδύνευε η Δημοκρατία; Ή, ότι θα απειλούνταν το πολίτευμα από έναν νεκρό άνθρωπο; Δεν κινδύνευσε από τον τέως βασιλιά εδώ και πενήντα χρόνια, ενόσω ο ίδιος ζούσε, έχοντας αποδεχτεί την ετυμηγορία του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα του 1974 -θα κινδύνευε τώρα που ήταν αποθανών; Ή, ότι, εάν του αποδίδονταν τιμές, θα του αναγνωρίζονταν δια του τρόπου αυτού ως σωστές όλες εκείνες  οι λανθασμένες ενέργειες του που σημάδεψαν την βασιλεία του; Ούτε και η σοβαρή Αριστερά δεν πιστεύει σε τέτοιες πολιτικές μικρόνοιες -δεν τρέφει τέτοιες φθηνές ανησυχίες.

Το 2017 πέθανε ο τελευταίος βασιλιάς της Ρουμανίας, ο Μιχαήλ Α΄. Ήταν βασιλιάς στη χώρα του μέχρι το 1947. Απομακρύνθηκε από τον θρόνο του με την επικράτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρουμανίας. Έκτοτε ζούσε αυτοεξόριστος στην Ελβετία, έχοντας του στο μεταξύ αφαιρέσει οι κουμμουνιστικές αρχές την ρουμανική ιθαγένεια του. Γύρισε στη χώρα του το 1992, με την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών. Δεν θέλησε να διεκδικήσει το βασιλικό αξίωμά του, ούτε θέλησε να ανακατευθεί με την πολιτική στο εσωτερικό της χώρας του -αν και τον υποδέχθηκε στο Βουκουρέστι ένα εκατομμύριο πολιτών (σαράντα πέντε χρόνια μετά την κατάργηση της βασιλείας στην Ρουμανία). Τον Δεκέμβριο του 2017 που απεβίωσε, η ρουμανική Δημοκρατία αποφάσισε να του αποδοθούν στην κηδεία του οι τιμές του αρχηγού κράτους. Η εκλεγμένη δημοκρατικά κυβέρνηση της Ρουμανίας δεν προχώρησε στην απόφασή της, κρίνοντας εάν είχε καταργηθεί στην Ρουμανία ο θεσμός της βασιλείας ή, εάν ο Μιχαήλ Α΄ υπήρξε ένας καλός ή ένας κακός βασιλιάς. Άλλα ήταν τα κριτήρια της, και ήταν αποκλειστικά ιστορικά. Το ό,τι, ήταν ο τελευταίος επιζών μονάρχης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο τελευταίος βασιλιάς της Ρουμανίας. Φαίνεται έτσι λειτουργούν οι χώρες που σέβονται την Ιστορία και το εαυτό τους -και δεν φοβούνται ότι οι δημοκρατίες τους κινδυνεύουν από έναν ηλικιωμένο και νεκρό μονάρχη…

Το ίδιο συνέβη στην Ρωσία με την δυναστεία των Ρομανώφ. Η τελευταία τσαρική οικογένεια είχε εκτελεστεί το 1918 από τους μπολσεβίκους. Ο τσάρος Νικόλαος Β΄ , η σύζυγός του και τα πέντε παιδιά τους. Μετά από δεκαετίες τα οστά τους εντοπίστηκαν σε ομαδικό τάφο στην κεντρική Ρωσία. Αφού ταυτοποιήθηκαν με επιστημονικό τρόπο ότι όντως ανήκαν στην τελευταία τσαρική οικογένεια, αποφασίστηκε η κηδεία / ταφή τους. Στην ταφή, τον Ιούλιο του 1998, αποδόθηκαν στους τελευταίους των Ρομανώφ τιμές εν ενεργεία αρχηγών κράτους. Δεν διέτρεξε κανέναν κίνδυνο πολιτειακής εκτροπής η ομοσπονδιακή δημοκρατία της Ρωσίας…

Αν και οι ιστορικοί υπερτερούν των οποιοδήποτε άλλων λόγων (όχι πάντα), στον δημόσιο λόγο εκφράστηκε μια σοβαρή επιχειρηματολογία γιατί δεν έπρεπε στον βασιλιά Κωνσταντίνο να αποδοθούν κατά την κηδεία του τιμές αρχηγού κράτους. Η επιχειρηματολογία τέθηκε από τον εκδότη απογευματινής εφημερίδας, σ’ ένα από τα καθημερινά του άρθρα. Σύμφωνα με αυτήν, «ποιες τιμές δικαιούται ένας συνταγματικός αρχηγός κράτους όταν κατέλυσε το Σύνταγμα του κράτους του οποίου ήταν συνταγματικός αρχηγός». Αναφέρεται στο γεγονός ό,τι ο Κωνσταντίνος αποδέχτηκε την 21η Απριλίου του 1967 και την κατάργηση του Συντάγματος από τους χουντικούς πραξικοπηματίες, τους οποίους μάλιστα όρκισε.

Όχι μόνο δεν στερείται βάσης το επιχείρημα, τουναντίον είναι αρκετά ισχυρό. Όχι ακλόνητο, αλλά πολύ ισχυρό. Και δεν θα έχει άδικο όποιος ισχυριστεί, ότι ο ανώτατος άρχοντας είναι υποχρεωμένος εκ του αξιώματος του να περιφρουρεί το συνταγματικό δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας του -και εν προκειμένω ο Κωνσταντίνος σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να ορκίσει τους πραξικοπηματίες του 1967. Όμως, το σοβαρό επιχείρημα, δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τις συνθήκες εκτροπής και το καθεστώς των τετελεσμένων γεγονότων κάτω από τα οποία βρέθηκε ο τότε βασιλιάς. Όχι φυσικά για να δικαιολογηθεί ή για να μετριαστεί η στάση του, εσφαλμένη σε κάθε περίπτωση για πολλούς, αλλά για να υπάρξει μια πιο σφαιρική εικόνα για το «πως» και το «γιατί» της πολιτικής εκείνης ανωμαλίας που έφερε την υπογραφή του βασιλέως. Πλέον, από την αποφράδα εκείνη ημέρα του πραξικοπήματος έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας, με τα πάθη και τα μίση εκείνης της εποχής να έχουν καταλαγιάσει, με αποτέλεσμα η απόσταση του χρόνου να προσφέρεται για μια πιο ψύχραιμη προσέγγιση. Ίσως και για κάποια δικαιότερη κρίση για τον πρωταγωνιστή της, τον Κωνσταντίνο -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η λήθη πρέπει να αμβλύνει -πόσω μάλλον να διαγράψει, ένα τραγικό κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας μας.

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

Ο «πυρήνας» των προθέσεων και της πραγματικής στάσης του βασιλιά Κωνσταντίνου απέναντι στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, μπορεί να αναζητηθούν μέσω των εξής ερωτημάτων: Ήθελε ο τότε ανώτατος άρχοντας την χούντα συνταγματαρχών; Κινήθηκε προσωπικά ο ίδιος μαζί με τον Παπαδόπουλο και την παρέα του προκειμένου να βάλουν στον «γύψο» την χώρα; Είχε προσχεδιάσει τίποτα μαζί τους; Από πουθενά, ιδιαίτερα από τις ιστορικές πηγές, δεν προκύπτουν τέτοιοι σκοποί. Η φημολογία της εποχής ότι, ο βασιλιάς προετοίμαζε την δική του «μεγάλη χούντα» με τους στρατηγούς του, διόλου δεν ευσταθεί. Πρόκειται περί ενός πολιτικού μύθου. Παρά την ευρύτατη διάδοση της φήμης, μέχρι σήμερα δεν έχει εμφανιστεί κανένα απολύτως στοιχείο που να την τεκμηριώνει. Αυτό που ενδεχομένως να συνέβαινε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ίδιου, είναι ότι πραξικόπημα σχεδίαζε ο αρχηγός του ΓΕΣ Γρηγόριος Σπαντιδάκης, ένας από τους πιο «έμπιστους» ανώτατους αξιωματικούς του Κωνσταντίνου. Το σχεδίαζε χωρίς ωστόσο να έχει πάρει είδηση ότι οι κατώτεροι του βαθμολογικά αξιωματικοί (Συνταγματάρχες) προετοίμαζαν το δικό τους κίνημα. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, σχεδίαζε το πραξικόπημά του εν αγνοία του βασιλιά Κωνσταντίνου και θα του το εισηγούνταν όταν θα ήταν έτοιμο να εκδηλωθεί. Ήταν βέβαια τόσο «έμπιστος» στον ανώτατο άρχοντα, που όταν είδε ότι τον πρόλαβαν οι κατώτεροι αξιωματικοί, προσχώρησε σ’ αυτούς, αναλαμβάνοντας στην πρώτη χουντική κυβέρνηση την θέση του αντιπροέδρου και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Παραλίγο να ορκιζόταν και πρωθυπουργός εάν δεν αντιδρούσε ο Κωνσταντίνος.

Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να υπήρξε -και σχετικά  επιβεβαιωμένο, αν και με διαφορετικές εκδοχές από την κάθε πλευρά, είναι ότι λίγο πριν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο βασιλιάς είχε δεχτεί εισήγηση από τους υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Δημόσιας Τάξης, Παναγή Παπαληγούρα και Γεώργιο Ράλλη αντίστοιχα, να προχωρήσει σε ενεργοποίηση διάταξης του Συντάγματος για την αναστολή ορισμένων άρθρων του Συντάγματος, και να θέσει σε ισχύ τον νόμο «περί καταστάσεως πολιορκίας». Η εισήγηση, την οποία απέρριψε ο Κωνσταντίνος, έγινε σε συνάντηση των τριών ανδρών στα ανάκτορα του Τατοΐου, στην οποία παρευρίσκονταν και ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Η δε συνάντηση και το περιεχόμενο της αποκαλύφθηκε σχεδόν σαράντα χρόνια μετά από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, σε συνέντευξη του σε ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών. Όταν δε ο βασιλιάς ζήτησε την γνώμη του παρευρισκόμενου πρωθυπουργού του, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε ο ίδιος στη συνέντευξη, έλαβε την εξής απάντηση: «Όπως γνωρίζετε, μεγαλειότατε, κατ’ αρχήν δεν συμφωνώ με τέτοιες λύσεις, αλλά στην προκειμένη περίπτωση συμφωνώ με τους δύο υπουργούς μου».

Η αποκάλυψη αυτή πήρε μεγάλες διαστάσεις, με αποτέλεσμα να λύσει την σιωπή του ο Γεώργιος Ράλλης, τον Φεβρουάριο του 2006, μόλις έναν μήνα πριν από τον θάνατό του, επιβεβαιώνοντας εμμέσως πλην σαφώς την εισήγηση «περί καταστάσεως πολιορκίας». Συγκεκριμένα, ο πρώην πρωθυπουργός, και υπουργός Δημόσιας Τάξης την επίμαχη περίοδο, σε επιστολή του προς την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» ανέφερε την εξής δική του εκδοχή: «Ο Βασιλιάς μάς είχε καλέσει στο Τατόι σε γεύμα εργασίας και ανήσυχος μας ρώτησε τι θα συμβεί σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής. Του απαντήσαμε ότι στην περίπτωση αυτή, ως και στις περιπτώσεις εκδήλου απειλής της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας λόγω εσωτερικών  κινδύνων, θα του προτείνουμε την υπογραφή διατάγματος δια του οποίου θα αναστέλλοντο δέκα άρθρα του Συντάγματος του 1952 που ίσχυε τότε. Στη συνέχεια τα μέτρα που θα είχαν ληφθεί, θα έπρεπε να ανακοινωθούν αμέσως στη Βουλή προς επικύρωση, όπως απαιτεί το ίδιο άρθρο 91 του Συντάγματος».   

Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, ο βασιλιάς, η κυβέρνηση κι ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό της χώρας πιάστηκαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Άπαντες βρέθηκαν προ τετελεσμένων γεγονότων, με τους περισσότερους να έχουν συλληφθεί. Ο μόνος που βρέθηκε να έχει μια σχετική ελευθερία κινήσεων, υπό καθεστώς όμως «ελεύθερου πολιορκημένου», ήταν ο ανώτατος άρχοντας. Βρισκόταν μαζί με την μητέρα και τις δύο αδελφές του στα θερινά ανάκτορα του Τατοΐου, τα οποία ωστόσο είχαν περικυκλωθεί από τον στρατό και τα τεθωρακισμένα των πραξικοπηματιών. Η μοίρα των καταδρομέων, υπεύθυνη για την φύλαξη των ανακτόρων, είχε αδρανοποιηθεί λόγω προσχώρησης τού επικεφαλής της στους πραξικοπηματίες (Κ. Κομπόκης). Μόνο μια μικρή φρουρά της Χωροφυλακής είχε απομείνει κι αυτή με ελαφρύ οπλισμό. Σε μια επικοινωνία που είχε ο Κωνσταντίνος με τον υπασπιστή του (Μιχάλη Αρναούτη), το μόνο που πρόλαβε να μάθει από τον ίδιο -πριν κλείσει απότομα η τηλεφωνική γραμμή-ήταν ότι απέξω από το σπίτι του βρίσκονταν πάνοπλοι στρατιώτες και έριχναν με πολυβόλα. Η τηλεφωνική επικοινωνία διακόπηκε απότομα επειδή εκείνη τη στιγμή συλλαμβάνονταν κακοποιούμενος ο Αρναούτης.  

Η συνάντηση Κωνσταντίνου με τους χουντικούς

Στις 2.30 τα ξημερώματα όταν η τριανδρία της χούντας (Παπαδόπουλος – Παττακός – Μακαρέζος) βρέθηκαν ενώπιον του βασιλιά, έχοντας μεταβεί στο Τατόι, ο Κωνσταντίνος ήταν ουσιαστικά ανίσχυρος. Χωρίς κυβέρνηση, χωρίς αποτελεσματική φρουρά και με τους περισσότερους από τους έμπιστους του αξιωματικούς είτε να έχουν συλληφθεί είτε να έχουν προσχωρήσει στο πραξικόπημα. Ακόμη και ένας εκ των υπασπιστών του είχε προσχωρήσει στους χουντικούς. Ολομόναχος έπρεπε να αναμετρηθεί με την Ιστορία. Την κουβέντα άνοιξε πρώτα ο Παπαδόπουλος. Η στιχομυθία είχε ως εξής:

-Μεγαλειότατε σώσαμε την πατρίδα, τον θεσμό της βασιλευομένης δημοκρατίας και τον θρόνο.

-Και ποιος σας έδωσε άδεια να σώσετε την πατρίδα, τον θεσμό της βασιλευομένης δημοκρατίας και τον θρόνο; Είστε επίορκοι και βάζετε την Ελλάδα σε μεγάλες περιπέτειες.

 Όταν τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν, με την παρέμβαση του «κατευναστικού»  Ταξίαρχου, Στυλιανού Παττακού, οι τρεις χουντικοί ζήτησαν από τον Κωνσταντίνο να υπογράψει διάταγμα με το οποίο η χώρα θα κηρύσσονταν σε κατάσταση πολιορκίας -ώστε να ανασταλούν άρθρα του Συντάγματος. Τους το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Του ζήτησαν ακόμη να ορκίσει κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Γρηγόριο Σπαντιδάκη. Τους το αρνήθηκε κι αυτό. Οι διαβουλεύσεις της νύχτας στα θερινά ανάκτορα δεν οδήγησαν πουθενά, με τον Κωνσταντίνο να απαιτεί από την τριανδρία να δει τον πρωθυπουργό της χώρας, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο -που στο μεταξύ είχε συλληφθεί και κρατείτο στο Πεντάγωνο.

Εκείνες τις δραματικές στιγμές, πρέπει να αναφερθεί, ο Κωνσταντίνος είχε και μία άλλη πρόταση, την οποία απέρριψε φοβούμενος αιματοχυσία. Η πρόταση προερχόταν από τον Αθανάσιο Σπανίδη, εν αποστρατεία ναύαρχο. Ο Σπανίδης είχε διατελέσει διοικητής στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας -και αν και απόστρατος είχε διατηρήσει τις επαφές του με το στράτευμα. Ήταν από τους πρώτους που πληροφορήθηκε τις κινήσεις των χουντικών, και αμέσως έσπευσε στον Ναύσταθμο τον οποίο τον έθεσε υπό τον έλεγχό του. Ήταν βαθιά δημοκρατικός άνθρωπος και πιστός στον βασιλιά. Στις 2.30 τα ξημερώματα τηλεφώνησε στον βασιλιά στο Τατόι, και του εισηγήθηκε τον απόπλουν του πολεμικού στόλου από την Σαλαμίνα και τον σχηματισμό κυβέρνησης στην Κρήτη. Ο Κωνσταντίνος το φοβήθηκε. Ο Σπανίδης συνελήφθη το 1968 από την χούντα και εστάλη εξορία στην Απείρανθο της Νάξου

Ο βασιλιάς το πρωί του πραξικοπήματος μετέβη στο Πεντάγωνο. Κατά την είσοδό του, στον προαύλιο χώρο, αντιμετώπισε μια περίεργη «υποδοχή». Οι μισοί αξιωματικοί, νομίζοντας ότι είχε προσχωρήσει στο πραξικόπημα, τον χειροκροτούσαν με επευφημίες «Ζήτω ο βασιλεύς» -κι υπόλοιποι, μικρότεροι στον βαθμό αξιωματικοί (λοχαγοί και ταγματάρχες), τον κακολογούσαν αισχρότατα («αν δεν συμφωνήσει το κωλόπαιδο, σκοτώστε το να ξεμπερδεύουμε»). Εκείνη την ώρα ο Κωνσταντίνος πρακτικά ήταν αιχμάλωτος…

Ο Κανελλόπουλος οδηγήθηκε στο γραφείο του Κωνσταντίνου. Οι δύο άνδρες έμειναν μόνοι. Ο διάλογος που έγινε μεταξύ τους, σύμφωνα με την τρίτομη αυτοβιογραφία του βασιλιά Κωνσταντίνου, που εκδόθηκε το 2015 από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», ήταν ο εξής:

-Τρεις συνταγματάρχες και δύο λοχαγοί, Μεγαλειότατε, κατέλαβαν την εξουσία. Τι σκοπεύετε να κάνετε;

-Μα γι’ αυτό ακριβώς ζήτησα να σας δω, κύριε Πρωθυπουργέ, για να να με συμβουλεύσετε τι να κάνω. Θέλω την βοήθεια σας.

-Να τους συλλάβετε όλους!

Τον τράβηξα τότε από το χέρι ως το παράθυρο.

-Τι βλέπετε εκεί έξω;

-Στρατιώτες και άρματα…

-Απ’ όσους όμως βλέπετε εκεί έξω δεν ελέγχω ούτε έναν. Μπορείτε να μου πείτε πως θα τους συλλάβω;

-Και τι σκέφτεστε να κάνετε, Μεγαλειότατε;

-Μάλλον πρέπει να περιμένω. Πρέπει να κερδίσω χρόνο ώστε να βρω τη δυνατότητα να ενεργήσω αποτελεσματικότερα αργότερα. Μια προσωρινή λύση θα ήταν να ορκίσω κυβέρνηση με όσο το δυνατόν λιγότερους στρατιωτικούς και περισσότερους πολίτες.

-Νομίζω ότι άλλος τρόπος δεν υπάρχει, Μεγαλειότατε.

Μετά την συνάντησή του με τον Κανελλόπουλο, ο βασιλιάς επιχείρησε να έρθει σε επικοινωνία με τον διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού, Αντιστράτηγο Γ. Ζωιτάκη, από τον οποίο θα ζητούσε να κατέβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και να καταλάβει τα στρατόπεδα που έλεγχαν οι πραξικοπηματίες. Ο Ζωιτάκης είχε διατελέσει στο παρελθόν υπασπιστής του πατέρα του, του βασιλέως Παύλου, και ο Κωνσταντίνος υπέθεσε ότι ως φίλος του Στέμματος θα υπάκουε στην εντολή του. Η επικοινωνία δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για τον λόγο ό,τι ο Ζωιτάκης είχε προσχωρήσει στους αξιωματικούς του κινήματος.

Η τελευταία ελπίδα του Κωνσταντίνου ήταν ο διοικητής των ΛΟΚ, και έμπιστός του αξιωματικός, ο Ταξίαρχος Ζαφειρόπουλος. Τον είδε στο Πεντάγωνο. Σύμφωνα με την τρίτομη αυτοβιογραφία του βασιλιά, ο διάλογος ήταν ο εξής:

-Κύριε Ζαφειρόπουλε, θέλω να ξέρω αν μπορείτε εσείς να πάτε κάτω, να βρείτε τους λοκατζήδες, να τους πείτε ότι ο βασιλιάς είναι αιχμάλωτος και να ’ρθείτε να καταλάβετε το Πεντάγωνο. Τώρα! Αυτή τη στιγμή!

Με κοίταγε και χαμογελούσε…

-Ρε συ! Τι χαμογελάς;

-Μεγαλειότατε, δεν έχετε καταλάβει τι γίνεται εδώ μέσα. Μόλις εγώ βγω έξω από αυτή την πόρτα, πάω κατευθείαν φυλακή!

-Μπορεί…αλλά για το καλό της πατρίδος δοκίμασε να τους φέρεις.

-Θα το κάνω.

-Ο Θεός μαζί σου!

Και συνεχίζει, για την συνάντηση αυτή ο Κωνσταντίνος: «Έφυγε και έδωσα εντολή να μην μπει για λίγο κανείς μέσα στο γραφείο μου. Αν μια στις χίλιες κατάφερνε ο Ζαφειρόπουλος να φέρει πάνω τους καταδρομείς, θα έπρεπε να κάνω κάτι. Οι παλιάνθρωποι με έφτασαν στο σημείο να σκέφτομαι ότι μοναδική λύση θα ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα. Και το είχα αποφασίσει…Αν μπορούσε ο Ζαφειρόπουλος να μου φέρει τους καταδρομείς στο Πεντάγωνο, θα εκτελούσα τους χουντικούς επί τόπου. Ούτε στρατοδικεία ούτε τίποτα. Έκλεισα όλες τις πόρτες. Πήγα στο αποχωρητήριο του γραφείου και έκανα εμετό».

Ο Ζαφειρόπουλος δεν ήλθε ποτέ με τους άνδρες του να καταλάβει το Πεντάγωνο. Συνελήφθη μόλις βγήκε από το γραφείο του βασιλιά. Ίσως, από διπλανή αίθουσα αξιωματικοί της χούντας να είχαν κρυφακούσει την συνομιλία του με τον Κωνσταντίνο. Για τον τελευταίο είχε φτάσει η ώρα μηδέν. Να πει το «ναι» ή το «όχι». Είπε το πρώτο, το οποίο, μάλλον δεν συνάδει ιδιαίτερα στα όσα ισχυρίστηκε στην αυτοβιογραφία του, σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα -ότι αν μπορούσε θα εκτελούσε τους χουντικούς επί τόπου. Είπε «ναι» στην ορκωμοσία χουντικής κυβέρνησης. Αυτό πού ήδη είχε σκεφθεί στην δραματική συνάντησή του με τον Κανελλόπουλο.

Η νομιμοποίηση της χούντας από τον βασιλιά

Το «ναι» του Κωνσταντίνου στους χουντικούς ήταν υπό την προϋπόθεση, ο πρωθυπουργός να μην προέρχονταν από τις τάξεις των στρατιωτικών πραξικοπηματιών. Οι χουντικοί δεν έφεραν αντίρρηση. Άλλωστε, αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η νομιμοποίησή τους. Έτσι αποδέχτηκαν την πρόταση του Κωνσταντίνου, πρωθυπουργός να ορκιστεί ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κόλλιας. Με την ορκωμοσία, παρουσία του ανώτατου συνταγματικού άρχοντα της χώρας, η χούντα πέτυχε τον σκοπό της, την πρώτη νομιμοποίηση της.

Ο Κωνσταντίνος είναι σίγουρο ότι προχώρησε με βαριά την καρδιά στην ορκωμοσία των συνωμοτών. Φάνηκε στο πρόσωπό του, στη φωτογραφία που έβγαλε μαζί τους αμέσως μετά την τελετή της ορκωμοσίας. Ήταν σκυθρωπός και συνοφρυωμένος. Πρέπει επίσης να θεωρείται σίγουρο ότι ουσιαστικά δεν αποδεχόταν την κυβέρνηση που όρκισε -και το έπραξε ως προσωρινή λύση, μπροστά στο αδιέξοδο στο οποίο αισθάνθηκε πως βρισκόταν. Ως λύση ανάγκης προκειμένου να αποφευχθεί και μια αιματοχυσία εντός του στρατεύματος, όπως το εκτίμησε. Είδε, ακόμη, την χουντική κυβέρνηση, όπως τουλάχιστον το σκέφθηκε, ως ένα μεταβατικό στάδιο, προκειμένου να βρει τον χρόνο να οργανωθεί και να κινηθεί ο ίδιος την δεδομένη στιγμή προς ανατροπή των πραξικοπηματιών.

Είχαν κάποια λογική και βάση όλες αυτές οι πράξεις του, οι ανησυχίες του, οι φόβοι του και οι εκτιμήσεις του; Ίσως ναι, ίσως όχι. Ο ίδιος πάντως πίστευε πραγματικά ό,τι σκεπτόταν -κι αυτό αποδείχτηκε όταν στις 13 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους κινήθηκε με στρατιωτικό αντικίνημα εναντίον της χούντας. Άσχετα εάν απέτυχε και αναγκάστηκε με την οικογένειά του να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Με τον ραδιοφωνικό σταθμό των Αθηνών να μεταδίδει το αμίμητο το μήνυμα της χούντας, «οι συνωμόται και ο Κωνσταντίνος προσπαθούν να διαφύγουν κρυπτόμενοι από τον Στρατόν από χωρίου εις χωρίον». Εν τέλει, ήταν ο βασιλιάς που όρκισε την χούντα και ο βασιλιάς που συνάμα επιχείρησε να την ρίξει! Στο βιβλίο του, «Ελλάδα, Βιογραφία ενός σύγχρονου Έθνους», που κυκλοφόρησε το 2020 από τις Εκδόσεις ΄΄Πατάκη΄΄, ο ιστορικός Roderick Beaton, χαρακτηρίζει τον βασιλιά ως «απρόθυμο συνένοχο» ενός πραξικοπήματος το οποίο είχε γίνει χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος.

Εάν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος από την πρώτη στιγμή είχε πετάξει έξω από τα ανάκτορα τού Τατοΐου την τριανδρία των πραξικοπηματιών, όταν τον συνάντησαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου, τι θα μπορούσε να είχε επακολουθήσει; Κινδύνευε να αιχμαλωτιστεί; Απειλείτο η ζωή του; Υπήρχε φόβος να ξεσπάσει μια εμφύλια αιματοχυσία εντός του στρατεύματος, μεταξύ των φίλιων δυνάμεων του βασιλιά και των κινηματιών; Εάν ο Κωνσταντίνος είχε αρνηθεί να ορκίσει την χούντα, τι θα γινόταν; Θα κατέρρεε παραχρήμα το κίνημα των συνταγματαρχών; Θα επέστρεφε πάραυτα η χώρα στο δημοκρατικό της πολίτευμα; Θα επικρατούσαν σε κάθε περίπτωση οι κινηματίες παρά την άρνηση του βασιλιά, οι οποίοι στη συνέχεια «επαναστατικώ δικαίω» θα τον κήρυτταν έκπτωτο, υποχρεώνοντας τον να εγκαταλείψει την χώρα;  

Όλα τα ενδεχόμενα ήταν πιθανά. Δεν υπάρχουν σίγουρες απαντήσεις. Κανείς δεν ήταν σε θέση εκείνες τις δραματικές ώρες να γνωρίζει το αποτέλεσμα της μιας ή της άλλης ενέργειας. Μόνο οι ευρισκόμενοι…εκτός χορού και εκ των υστέρων (και εκ του ασφαλούς), έδωσαν  τις «απαντήσεις». Η Ιστορία όμως ποτέ δεν λαμβάνει υπόψη της και δεν συγκαταλέγει στις σελίδες της το «εάν». Τις δυνητικές απαντήσεις. Το «δυνατό να συμβεί». Αυτό που έχει την ιστορική του σημασία, είναι το τι πίστεψε και τι φοβήθηκε εκείνο το πρωινό του πραξικοπήματος ο ίδιος ο ανώτατος αρχηγός του κράτους. Κι αυτό που φαίνεται ότι εκτίμησε, σωστά ή λάθος ανάλογα, ήταν πως εάν δεν όρκιζε χουντική κυβέρνηση -πόσω μάλλον εάν είχε συλληφθεί ή θανατωθεί- η χώρα θα οδηγούνταν σε εμφύλια διαμάχη· με στρατιωτικές δυνάμεις πιστές στο Στέμμα να αντιδρούσαν δυναμικά εναντίον των μονάδων που είχαν προσχωρήσει στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ότι, το στρατιωτικό καθεστώς θα παγιωνόταν ούτως ή άλλως και χωρίς την δική του «συγκατάθεση» -κι ότι αν δεν κέρδιζε χρόνο μέσω της ορκωμοσίας μιας κυβέρνησης (προσωρινού χαρακτήρα κατά τον ίδιον) θα χανόταν οριστικώς η δυνατότητα ανατροπής της χούντας στο άμεσο μέλλον, ύστερα από μια δική του πρωτοβουλία.

Είναι αναγκαίο να επισημανθεί, ότι ένας ανώτατος άρχοντας μιας χώρας, ιδίως όταν πρόκειται περί βασιλέως -όπου κατά την φιλοσοφία του θεσμού είναι το εθνικό σύμβολο του Έθνους, το πρόσωπο εκείνο το οποίο φέρει μέσα του συνειδητά την βαριά κληρονομιά της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας του, και όπου η ισχύς του απορρέει όχι από την ψήφο αλλά από την αγάπη του λαού- οφείλει να γνωρίζει ότι θα πρέπει να πορεύεται σύμφωνα με το πεπρωμένο του. Ότι ποτέ δεν θα επιδιώξει να το αποφύγει. Και στο πεπρωμένο ενός μονάρχη ή ενός συνταγματικού βασιλέως συμπεριλαμβάνεται η αιχμαλωσία, η εξορία -ακόμη και θανάτωσή του. Και οι λαοί έχουν ανάγκη από τέτοιους θυσιαστικούς εάν χρειαστεί βασιλείς, τέτοια σύμβολα που τους συνδέουν με την μακρά διάρκεια του χρόνου τους.  

Ο Κωνσταντίνος παραδέχεται:

«Ήταν λάθος μου που όρκισα τους πραξικοπηματίες»

Το πως ο Κωνσταντίνος μέτρησε το πεπρωμένο του για την χώρα του, μόνο εκείνος το ήξερε επακριβώς εκείνο το πρωινό της 21ης Απριλίου του 1967. Όλοι οι υπόλοιποι το λογάριασαν για λογαριασμό του υποθετικά, σύμφωνα με τις πολιτικές πεποιθήσεις και προσεγγίσεις τους. Ο ίδιος κάνοντας την αυτογνωσία του για εκείνα τα δραματικά γεγονότα, θα πει στην αυτοβιογραφία του, σχεδόν μισό αιώνα μετά, μάλλον ειλικρινώς, ότι «Είχε πια νυχτώσει. Γύρισα στο Τατόι. Ήμουν εξαντλημένος, ίσως ακόμη σοκαρισμένος και βαθύτατα λυπημένος. Ήταν η χειρότερη ημέρα της ζωής μου. Αισθανόμουν τύψεις που έστω και τότε, την τελευταία δηλαδή στιγμή δεν κατάφερα να ενεργήσω αποτελεσματικά ώστε να εμποδίσω την καταστροφή αυτή στην οποία εισερχόταν η πατρίδα μου. Σήμερα που το ξανασκέφτομαι, τόσα χρόνια μετά, θα μπορούσα να πω ότι ήταν λάθος μου που όρκισα την κυβέρνηση των πραξικοπηματιών, ο φόβος όμως μιας εμφύλιας σύρραξης ήταν μεγάλος».

Η Ιστορία, που ως συνήθως είναι αμείλικτη και που συγκαταλέγει στις σελίδες της λιγότερο τις καλές προθέσεις, στάθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση περισσότερο στο αποτέλεσμα. Σ’ αυτό που έμεινε -κι όχι σ’ αυτό που απέτυχε κι έφυγε. Μπορεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος να ήταν ο πρώτος ουσιαστικά αντιστασιακός κατά της δικτατορίας, ρισκάροντας τον θρόνο του με το αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου -αλλά αυτό που έμεινε πίσω του ήταν το αποτέλεσμα. Κι αυτό δεν ήταν άλλο από μια εδραιωμένη χούντα στην Ελλάδα, την οποία ο ίδιος είχε νομιμοποιήσει (έστω με τον χαρακτήρα της προσωρινότητας, όπως ο ίδιος νόμιζε). Κι αυτό συγκράτησε δικαίως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η Ιστορία και ο ελληνικός λαός.

Η Ιστορία και ενδεχομένως ο λαός θα μπορούσαν να καταγράψουν στα θετικά το καθεστώς προσωρινότητας που έδωσε ο Κωνσταντίνος στους δικτάτορες, εάν το είχε διαχειριστεί πιο επαρκώς. Σε τέτοιο βαθμό, που η χώρα θα επέστρεφε γρήγορα στη δημοκρατική τάξη. Όμως δεν είχε την πείρα να διαχειριστεί μια τέτοια σοβαρή κατάσταση. Ήταν μόλις 27 ετών, έχοντας ανεβεί στον θρόνο τρία χρόνια νωρίτερα. Καταστάσεις πολιτειακής / πολιτικής προσωρινότητας χρειάζονται για την διαχείριση και την αποτελεσματικότητά τους πολύπειρους ηγέτες. Ηγέτες των οποίων η διαδρομή τους στο δημόσιο βίο της χώρας να έχει περάσει «δια πυρός και σιδήρου». Το νεαρό της ηλικίας δεν είχε επιτρέψει στον τότε βασιλιά της Ελλάδας να έχει αποκτήσει γνώσεις και πείρα -και μόνο ως πολιτική ηγετική φυσιογνωμία δεν καταγραφόταν. Η όποια αίγλη και αποδοχή του προερχόταν περισσότερο από το αξίωμά του -και λιγότερο από τα ηγετικά του προσόντα. Και η λάμψη του πήγαζε από την νιότη, την ευμορφία και το αθλητικό του παράστημα.

Κατάσταση προσωρινότητας, επίσης σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή για την Ελλάδα, χρειάστηκε να διαχειριστεί και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής -κατά την πτώση της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1974. Κανείς δεν του πρόσαψε την κατηγορία ότι συνυπήρξε για ένα μικρό διάστημα μ’ έναν παράνομο / χουντικό «Πρόεδρο Δημοκρατίας», τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, ενώπιον του οποίου μάλιστα ορκίστηκε πρωθυπουργός της χώρας. Ούτε κανείς τον κατηγόρησε, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του ως πρωθυπουργού, ότι δεν προχώρησε άμεσα η κυβέρνησή του σε συλλήψεις των πρωταιτίων της 21ης Απριλίου, ενώ από τις πρώτες κιόλας πολιτικές συγκεντρώσεις το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «δώστε τη χούντα στο λαό». Και δεν μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει γιατί πολύ απλά ο Καραμανλής απέφερε πολιτικό αποτέλεσμα.  Χρησιμοποίησε την όποια πολιτική προσωρινότητα των συγκυριών της εποχής για να περάσει την χώρα, ομαλά και αναίμακτα, από την δικτατορία στην δημοκρατία -και για να την οδηγήσει στις πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά από μια δεκαετία. Ακολούθησε μια γραμμή «συμβιβασμού» και σταδιακής απαγκίστρωσης από τον Στρατό, αποφεύγοντας μια ευθεία σύγκρουση μαζί του, η οποία θα μπορούσε πάλι να οδηγήσει σε εκτροπή. Πως διαφορετικά θα τον κατέγραφε η Ιστορία, παρά μόνο ως έναν ηγέτη μεγάλου βεληνεκούς. Όμως ο Καραμανλής δεν ήταν κανένας νέος και άπειρος πολιτικός. Στην Μεταπολίτευση του 1974 ήταν 67 ετών, έχοντας στο ενεργητικό του δεκαετίες πρωθυπουργού, υπουργού, βουλευτή -και μια 10ετία αυτοεξορίας στο Παρίσι.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως συμπεριφέρεται η Ιστορία και ο λαός είναι η περίπτωση του Ιωάννη Μεταξά. Τι ήταν ο Μεταξάς; Ένας δικτάτορας. Κρίθηκε όμως από το αποτέλεσμα του, από το έπος του 1940 του οποίου ήταν ο πρωτεργάτης. Δεν αναθεματίστηκε από τον λαό για την δικτατορία του, αλλά δοξάστηκε για το ιστορικό του «ΟΧΙ» απέναντι στον Ιταλό εισβολέα και τις νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού εναντίον των στρατευμάτων του Μουσολίνι στο αλβανικό μέτωπο. Και ο Μεταξάς, αν και ο δικτάτορας της 4ης Αυγούστου (1936) αποκαλέστηκε «κυβερνήτης», και δοξάζεται μέχρι σήμερα. Όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Εάν και ο Κωνσταντίνος είχε επιτύχει στο αντικίνημά του και επανάφερε την χώρα στη δημοκρατία, θα είχε δοξαστεί, ο δε ο αρχικός συμβιβασμός του με την χούντα (ορκωμοσία) θα είχε λησμονηθεί -αν κιόλας δεν εκθειάζονταν ως «έξυπνη» στάση που απέβλεπε στην ανατροπή των απριλιανών.           

Για τα όσα ελέγχθηκαν (και λέγονται ακόμη μέχρι και σήμερα) σχετικά με το αντικίνημα του Κωνσταντίνου, ότι ήταν παιδαριώδες, κακοσχεδιασμένο, αδύναμο κ.λ.π. -όχι πως δεν συμπεριελάμβανε κι όλες αυτές τις πλευρές, οι οποίες συνεργήσαν αποφασιστικά στην αποτυχία του- αλλά εμπεριείχαν, πέραν του πολιτικώς επιτρεπτού, της θεμιτής κριτικής και αντιπαράθεσης, το στοιχείο της μικροψυχίας και του μίσους. Μια προκατάληψη και μια εχθρότητα σε ένα επίπεδο ενός πολύ ακραίου φανατισμού (όχι ανεξήγητου) που δεν συνάδει με τα ήθη μιας πολιτισμένης δημοκρατίας. Προφανώς όχι τυχαία, αλλά προγραμματισμένα. Προγραμματισμένα σε μια καλά ενορχηστρωμένη προσπάθεια ώστε να αποδομηθεί πλήρως το άτομό του κι ό,τι αυτό εκπροσωπούσε. Στο πλαίσιο μιας συστηματικής / συστημικής  προπαγάνδας προκειμένου να μην του αναγνωριστεί καμιά καλή πρόθεση, και να εξαφανιστούν από τον πολιτικό ορίζοντα ακόμη και οι καλές πλευρές των ενεργειών τού Κωνσταντίνου.

13 Δεκεμβρίου 1967

Το κίνημα του βασιλιά

Κι αν το αντικίνημα του βασιλέως ήταν κακοσχεδιασμένο και αδύναμο, ο ελληνικός λαός στα επτά χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας δεν είδε να εκδηλώνεται κάποια άλλη σοβαρή, καλοσχεδιασμένη και δυναμική πρωτοβουλία -ιδιαίτερα από την τάξη των πολιτικών, η οποία και να ανέτρεψε την χούντα.  Αντίθετα με τους πολιτικούς, ο Κωνσταντίνος πήρε ένα ρίσκο το οποίο του στοίχισε τον θρόνο. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η παραδοξότητα της περίπτωσης του· ό,τι, ενώ όρκισε την χούντα, μόνο χουντικό βασιλιά δεν μπορεί να τον κατονομάσει κανείς -εάν βέβαια είναι καλοπροαίρετος. Και πως να χαρακτηριστεί έτσι, όταν η ίδια η χούντα των συνταγματαρχών τον κατέστησε έκπτωτο και κατήργησε την βασιλευομένη δημοκρατία το καλοκαίρι του 1973, μ’ ένα εκατό τοις εκατό νόθο δημοψήφισμα;

Ο Κωνσταντίνος, ας μην διαφεύγει της προσοχής, δεν κρύφτηκε. Εμφανίστηκε στα δημόσια δρώμενα με το αντικίνημά του. Εάν ήταν ένοχος -ή τουλάχιστον εάν αισθανόταν συνειδησιακά ένοχος για την ορκωμοσία της χούντας, δεν θα εμφανιζόταν. Οι ένοχοι δεν εμφανίζονται. Κρύβονται πίσω από την ανομία τους και απολαμβάνουν τα ωφελήματα που προσφέρει. Κάλλιστα θα μπορούσε να διατηρήσει τον θρόνο του, ανεχόμενος την δικτατορία -κι όταν θα το έφερνε ο χρόνος να ήταν αυτός, ως ανώτατος άρχοντας, ο οποίος θα πραγματοποιούσε την μετάβαση από το στρατιωτικό στο δημοκρατικό καθεστώς. Σαν την περίπτωση, κατά κάποιον τρόπο, του στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη, ο οποίος αν και δοτός «πρόεδρος της Δημοκρατίας» από την δεύτερη χούντα, τη χούντα του Δ. Ιωαννίδη, συντέλεσε το 1974 στην Μεταπολίτευση. Και όχι μόνο, ενώπιον του -χωρίς να εκπροσωπεί καμία πολιτειακή νομιμότητα, ένας αχυράνθρωπος μιας χούντας που παρέδωσε την Κύπρο στην Τουρκία ήταν-, ορκίστηκε η πολιτική κυβέρνηση της εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε τότε υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αλλά το τι θα γινόταν εάν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν προχωρούσε στο αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου, κι αν θα συνέχιζε να υπομένει την δικτατορία, ανάγεται στη σφαίρα των εικασιών -και δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο πραγματικό και ιστορικό ενδιαφέρον.   

Το αντικίνημα ήταν στο μυαλό του Κωνσταντίνου από την πρώτη στιγμή της επιβολής της δικτατορίας (στην οποία όπως προαναφέρθηκε συντέλεσε στην νομιμοποίησή της). Η σκέψη του μέρα με την μέρα μεγάλωνε, ιδίως όταν διαπίστωσε σε βάρος του μια μεγάλη απάτη των πραξικοπηματιών. Όταν είδε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» δημοσιευμένη μια συντακτική πράξη που έφερε την υπογραφή του «Ο Βασιλεύς», περί καταργήσεως των συνταγματικών ελευθεριών του ελληνικού λαού. Τέτοιο κείμενο, τέτοιο διάταγμα, όμως δεν είχε υπογράψει. (Από κανένα κρατικό αρχείο του κράτους ή από την Βουλή των Ελλήνων, δεν έχει προκύψει μέχρι σήμερα σχετικό διάταγμα που να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του Κωνσταντίνου). Το αντικίνημα ωρίμασε στο μυαλό του όταν επιστρέφοντας από επίσημο ταξίδι του στις ΗΠΑ, τον Σεπτέμβριο του 1967, ο Γιώργος Παπαδόπουλος του παρέδωσε προς υπογραφή λίστα τετρακοσίων αξιωματικών προκειμένου να αποστρατευθούν. Αρνήθηκε να την υπογράψει. Ήταν πλέον ορατές οι διαταραγμένες σχέσεις των δύο ανδρών. Μάλιστα, στις ΗΠΑ όπου είχε βρεθεί, ερωτώμενος στο Κογκρέσο από φιλελεύθερους πολιτικούς για την πολιτική κατάσταση της Ελλάδος, τους είχε δηλώσει «αυτή δεν είναι η κυβέρνησή μου».

Το αντικίνημα αποφασίστηκε να εκδηλωθεί από την βόρεια Ελλάδα όπου σχεδόν όλοι οι διοικητές των μεγάλων μονάδων ήταν στο πλευρό του Κωνσταντίνου. Το σχέδιο ήταν να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από τον αντιστράτηγο Γ. Περίδη, διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού, να κλείσουν τα Τέμπη από την 1η Στρατιά της Λάρισας υπό τον αντιστράτηγο Κ. Κόλλια (συνωνυμία με τον πρωθυπουργό) και με την απειλή καθόδου της 20ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων από την Κομοτηνή στην Αθήνα, υπό τον ταξίαρχο Α. Έρσελμαν, με τελεσίγραφο στη χούντα θα ζητείτο η εγκατάλειψη της εξουσίας. Στην Αθήνα ειδικά, το σχέδιο προέβλεπε την αντικατάσταση του αρχηγού του ΓΕΣ, στρατηγού Ο. Αγγελή (προσκείμενου στην δικτατορία) από τον γενικό επιθεωρητή του στρατού, Ι. Μανέτα (προσκείμενου στον βασιλιά). Στο κίνημα συντάχτηκε εξ ολοκλήρου το πολεμικό ναυτικό και η πολεμική αεροπορία. Πολεμικά πλοία απέπλευσαν από τον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας και της Σούδας προς συνάντηση με τις δυνάμεις της βόρειας Ελλάδας, ενώ τα αεροπλάνα απογειώθηκαν από το αεροδρόμιο της Τανάγρας.

Το σχέδιο στην πράξη δεν λειτούργησε. Κατ’ αρχάς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στον οποίο ο βασιλιάς θα απευθυνόταν για να σχηματίσει κυβέρνηση, μετά το τελεσίγραφο που θα αποστέλλονταν στη χούντα, δεν αποδέχτηκε την πρόταση. Μάλιστα όταν ενημερώθηκε για το αντικίνημα, ευρισκόμενος στο Παρίσι, ως πολύπειρος πολιτικός που ήταν, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την επιτυχία τού όλου εγχειρήματος. Κατόπιν, ο αμερικανικός παράγων, δια του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα (Φ. Τάλμποτ), έδειξε «ουδετερότητα» στα σχέδια του Κωνσταντίνου -ευνοώντας εμμέσως πλην σαφώς το δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα. (Σημείωση: απόρρητες διπλωματικές εκθέσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας αρκετά χρόνια αργότερα, ανέφεραν πως οι ΗΠΑ την επίμαχο περίοδο του αντικινήματος δεν θεωρούσαν τον Κωνσταντίνο ισχυρό πόλο εξουσίας).

Το αντικίνημα, τελικά, αντί της Θεσσαλονίκης εκδηλώθηκε στην Καβάλα καθώς εκεί είχε μεταφερθεί ο κύριος όγκος του στρατού, λόγω έντασης που είχε προκύψει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στην πόλη της Καβάλας μετέβη και ο Κωνσταντίνος, ενώ από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Λάρισας ακούστηκε το διάγγελμά του, στο οποίο μεταξύ όλων των άλλων ανέφερε: «Σήμερον θέτω τέρμα εις την ανωμαλίαν και την βίαν. Ζητώ από το σύνολον του ελληνικού λαού να με βοηθήση διά να επαναφέρω εις τον τόπον μας τας ηθικάς εκείνας αξίας, αι οποίαι εγεννήθησαν εις την χώραν αυτήν και από τας όποιας όλοι οι πολιτισμένοι λαοί αντλούν την ηθικήν και πνευματικήν των δύναμιν. Ελευθερία και δημοκρατία είναι λέξεις τας όποιας ημείς επροικίσαμεν με αιώνιον νόημα. Με την λαμπράν αυτήν κληρονομίαν ας προχωρήσωμεν εις την δημιουργίαν εθνικής ζωής αντάξιας ενός συγχρόνου λαού, αγωνιζομένου με το σύνθημα τής αναγεννήσεως διά την κοινωνικήν, την οικονομικήν και την πνευματικήν του ανέλιξιν».

Η αποτυχία του κινήματος

Το αντικίνημα έμεινε στο διάγγελμα και πέραν τούτου ουδέν. Τα σχέδια δεν προχώρησαν ούτε ένα βήμα. Οι διοικητές αποδείχτηκε ότι δεν έλεγχαν τις μεγάλες μονάδες τους. Οι περισσότεροι συνελήφθησαν από τους υφιστάμενούς τους, από αξιωματικούς μεσαίων βαθμών. Στην Αθήνα δε, στο Πεντάγωνο, σημειώθηκε το εξής κωμικοτραγικό γεγονός: Στον αρχηγό του ΓΕΣ Οδυσσέα Αγγελή, παρουσιάστηκε άοπλος και χωρίς δικούς του άνδρες ο επιθεωρητής του στρατού Ιωάννης Μανέτας, ο οποίος του επέδειξε ένα έγγραφο με την υπογραφή του βασιλιά Κωνσταντίνου, με το οποίο του ζητείτο η παραίτηση του (για να αναλάβει τη θέση του ο Μανέτας). Ο Αγγελής μόνο που δεν γέλασε και τού απάντησε «αυτό δεν γίνεται». Στο επόμενο κιόλας λεπτό, ο επιθεωρητής του στρατού είχε συλληφθεί. Αποδείχτηκε ότι το αντικίνημα του Κωνσταντίνου ήταν «οπερέτα». Το μόνο όπλο το οποίο έδρασε σύσσωμο και αφοσιωμένο μέχρι τέλους στον βασιλιά ήταν η Πολεμική Αεροπορία. Τα αεροσκάφη πέταξαν πάνω από την Αθήνα και από το Πεντάγωνο, με τους πιλότους τους να ζητούν επανειλημμένως εντολή για να βομβαρδίσουν την έδρα τού στρατού και της χούντας. «Να τελειώνουμε μια για πάντα με τους επίορκους», διαβίβαζαν στις επικοινωνίες του. Ο βασιλιάς δεν έδωσε τέτοια εντολή, η οποία θα προκαλούσε μια απίστευτη αιματοχυσία. Προτίμησε να διαφύγει με την οικογένεια του στην Ρώμη.

Σχεδόν πέντε δεκαετίες αργότερα, θα πει στην αυτοβιογραφία του: «Ποτέ στη ζωή μου δεν θέλησα να κρυφτώ πίσω από άλλους. Η ευθύνη της αποτυχίας βαραίνει εμένα. Αναλαμβάνω αυτό το βάρος. Αν όμως για κάτι ακόμη και σήμερα, δεν συγχωρώ τον εαυτό μου, είναι που δεν μπορέσαμε να απαλλάξουμε το συντομότερο δυνατόν την Ελλάδα από αυτούς τους επίορκους. Τα λάθη ήταν πολλά. Κρισιμότατο ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι είχαμε μεν τους στρατηγούς, αλλά δεν είχαμε τους λοχαγούς και τους ταγματάρχες».

Συμπερασματικά, αν και ως ενέργεια στρεφόμενη κατά της δικτατορίας χαρακτηρίζεται αντιστασιακή, το κίνημα του Κωνσταντίνου ήταν «οπερέτα». Πρόχειρα σχεδιασμένο και στερείτο πολιτικής στήριξης. Ο βασιλιάς υπέθεσε ότι η φυσική του παρουσία στις μονάδες της βόρειας Ελλάδος, και το γεγονός ότι το όλο εγχείρημα βρισκόταν υπό την αιγίδα του, αυτά αρκούσαν από μόνα τους για να δηλώσει ολόκληρο το στράτευμα πίστη στο πρόσωπό του και να τον ακολουθήσει στο αντικίνημά του. Το ίδιο υπέθεσαν και οι στρατηγοί, ότι η αναφορά τους και μόνο στο όνομα τού νόμιμου αρχηγού του κράτους, του βασιλιά Κωνσταντίνου, αρκούσε για να ελέγξουν τις μονάδες τους. Και οι δυο πλευρές, Βασιλιάς – Στρατηγοί, έπεσαν έξω. Δεν υπολόγισαν το βασικό -ότι είχαν να κάνουν με αδίστακτους συνωμότες. Ακόμη, επίσης κεφαλαιώδες, δεν είχαν αντιληφθεί ότι οι μεσαίες βαθμίδες του στρατεύματος είχαν προσχωρήσει με τυφλό φανατισμό στους απριλιανούς. Με τις περισσότερες εξ αυτών να είναι τριτοκοσμικών τάσεων.    

Εναντίον της χούντας, εκτός από το κίνημα του Κωνσταντίνου, εκδηλώθηκαν τρεις ακόμη σοβαρές ενέργειες. Κι αυτές δεν προέρχονταν από τις τάξεις των πολιτικών, οι οποίοι απλώς περίμεναν την λήξη της δικτατορίας προκειμένου να επιστρέψουν στις θέσεις τους. Ήταν η βομβιστική ενέργεια του Αλέκου Παναγούλη εναντίον του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου, το κίνημα του Ναυτικού και η εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου.

Η ενέργεια του Παναγούλη, ενός πραγματικού ήρωα της αντίστασης κατά της χούντας, ήταν αποτυχημένη. Η βόμβα, που είχε τοποθετήσει το καλοκαίρι του 1968 σε υπόγεια σήραγγα στη Λεωφόρο Αθηνών – Σουνίου, στο ύψος της Βάρκιζας, ώστε να πλήξει την αυτοκινητοπομπή που μετέφερε τον δικτάτορα από την έπαυλή του στο Λαγονήσι στην Αθήνα, εξερράγη μόλις δύο δευτερόλεπτα μετά την διέλευσή της από το σημείο.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973, από τις πιο κορυφαίες στιγμές του αντιδικτατορικού αγώνα, που σφραγίστηκε με τη ζωή και το αίμα δεκάδων εξεγερμένων, δεν έριξε την χούντα και τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Αντίθετα, μετά την καταστολή της, προέκυψε μια νέα χούντα, σκληρότερη από την προηγούμενη, υπό τον «αόρατο δικτάτορα», Δ. Ιωαννίδη.

Το κίνημα του Ναυτικού

Το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάιο του 1973, προήλθε από κυβερνήτες πολεμικών πλοίων -με «κορμό» φιλοβασιλικούς αξιωματικούς. Οι περισσότεροι είχαν συμμετάσχει και στο αντικίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ήταν αποτυχημένο, αν και σχεδιαζόταν σχεδόν επί πέντε χρόνια -από το 1969. Καταπνίγηκε από τους απριλιανούς εν τη γενέσει του. Λίγο πριν εκδηλωθεί. Το καθεστώς της χούντας αμέσως μετά την καταστολή του προχώρησε σε αθρόες συλλήψεις αξιωματικών στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας και αρκετοί υπέστησαν βασανιστήρια. Ανάμεσα στους συλληφθέντες, ήταν και ο προερχόμενος από τις τάξεις του στρατού, ο ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής. Δημοκρατικός αξιωματικός, παλιός αντάρτης του ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα. Στο κολαστήριο της Στρατιωτικής Αστυνομίας, της περιβόητης ΕΣΑ, υπέστη μεσαιωνικά βασανιστήρια που είχαν σαν αποτέλεσμα να μείνει ανάπηρος για όλη την υπόλοιπή του ζωή. Έγινε ο άνθρωπος – σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα.

Ένας εκ των πρωτεργατών του κινήματος ήταν ο κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «ΒΕΛΟΣ», ο τότε πλωτάρχης Νίκος Παππάς. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, ο Παππάς εγκατέλειψε ΝΑΤΟική άσκηση στη Σαρδηνία και οδήγησε το σκάφος του στο Φιουμιτσίνο. Από το πλήρωμα των 270 ανδρών, 7 αξιωματικοί (ανάμεσά τους και ο Νίκος Παππάς) και 25 υπαξιωματικοί ζήτησαν πολιτικό άσυλο από τις ιταλικές αρχές. Εγκαταλείποντας την άσκηση, συγκλονιστικό ήταν το μήνυμα του Παππά που απέστειλε μέσω του ασυρμάτου τού «ΒΕΛΟΥΣ» προς όλους τους διοικητές των συμμετεχόντων ΝΑΤΟικών δυνάμεων:

«Πιστοί στη συμμαχία και στον πολιτισμό των λαών μας, ο οποίος έχει θεμελιωθεί επί των αρχών της δημοκρατίας, της προσωπικής ελευθερίας και του σεβασμού των νόμων, όλοι οι Αξιωματικοί και το πλήρωμα (270 άνδρες) του πλοίου μου, ως ένας άνθρωπος, πιστοί στον δοθέντα όρκο μας, με βαθύτατη λύπη εγκαταλείπουμε τις ασκήσεις. Με τη συμπάθεια ολόκληρου του ελεύθερου κόσμου θα παλέψουμε για να επαναφέρουμε τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Σας είναι πολύ καλά γνωστό και ιδιαιτέρως στους Αμερικανούς ότι μια συμμορία ιδιοτελών αξιωματικών επέβαλε στην Ελλάδα μια απάνθρωπη και μισητή δικτατορία προ έξη και πλέον ετών.

Η σημερινή εξέγερση του Ναυτικού ανταποκρίνεται στα αισθήματα ολόκληρου του λαού της χώρας μας. Ο ελεύθερος κόσμος και ιδιαιτέρως οι χώρες του ΝΑΤΟ πρέπει να αντιληφθούν και τη διάβρωση και την καταστροφή των ενόπλων δυνάμεων στις οποίες στηρίζεται η άμυνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας. Σκεφτείτε ότι αυτή τη στιγμή αξιωματικοί εν ενεργεία έχουν συλληφθεί και υφίστανται ταπεινώσεις και κακομεταχείριση από άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες της Στρατιωτικής Αστυνομίας».

Το κίνημα του πολεμικού ναυτικού δεν έτυχε της στήριξης του πολιτικού κόσμου της Ελλάδας. Μόνο ο Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας είχε τον ρόλο του «συμβούλου». Ο οποίος, κατά την διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, όταν δεν εναντιωνόταν εναντίον της αποβλέποντας στην δυναμική ανατροπή της, είχε και τον ρόλο του «γεφυροποιού» μαζί της. Δηλαδή μια προσπάθεια ειρηνικού περάσματος από την δικτατορία στην δημοκρατία, «χωρίς να ανοίξει μύτη», ανώδυνο ακόμη και για τους χουντικούς. Ως «πολιτικός σύμβουλος» του κινήματος του ναυτικού, ο Αβέρωφ είχε ενημερώσει για το σχεδιαζόμενο εγχείρημα τόσο τον βασιλιά Κωνσταντίνο όσο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ζούσε στο Παρίσι. Ο πρώτος δεν θέλησε να το αγκαλιάσει και ο δεύτερος αρνήθηκε να του παράσχει πολιτική κάλυψη, εκφράζοντας αμφιβολίες για την επιτυχή έκβασή του. Όπως ακριβώς τις ίδιες αμφιβολίες είχε εκφράσει πεντέμισι χρόνια νωρίτερα στο βασιλικό κίνημα. Και αυτή την φορά ο Καραμανλής δεν έπεσε έξω στις προβλέψεις του. Το κίνημα προδόθηκε μια ημέρα πριν εκδηλωθεί και τα ξημερώματα της 23ης Μαΐου άρχισαν οι συλλήψεις των εμπλεκόμενων αξιωματικών του πολεμικού ναυτικού. Το χουντικό καθεστώς θεώρησε ως ύποπτο τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον κήρυξε έκπτωτο και την 1η Ιουνίου 1973 ανακήρυξε την χώρα σε προεδρική δημοκρατία. Ο δε δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αυτοανακηρύχθηκε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Το σχέδιο και το ναυάγιο

του κινήματος του Ναυτικού

Το σχέδιο του κινήματος του Ναυτικού απέβλεπε τον απόπλουν του στόλου στο Αιγαίο, τον ναυτικό αποκλεισμό όλων των μεγάλων λιμένων της χώρας και την κατάληψη της Σύρου. Στη Σύρο, της οποίας τη φρούρηση θα ανελάμβανε ο απότακτος ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής, θα σχηματιζόταν κυβέρνηση εθνικής ενότητας (άγνωστο με ποιους) και στη συνέχεια οι ηγέτες του κινήματος με τελεσίγραφο θα ζητούσαν από την χούντα την παράδοση της εξουσίας.

Τα προαναφερόμενα παρέμειναν στους μυημένους αξιωματικούς ως «άσκηση επί χάρτου» -και ουδέν επί του επιχειρησιακού πεδίου. Οι οποίοι αξιωματικοί συνελήφθησαν μέσα στα πολεμικά σκάφη τους πριν καν να προλάβουν να βάλουν μπροστά τις μηχανές. Κι αν εκδηλωνόταν το κίνημα, ήταν αμφίβολο εάν η χούντα θα παρέδιδε έτσι εύκολα την εξουσία -και το κυριότερο εάν θα αποφεύγονταν μια αιματοχυσία. Η μαρτυρία του αντιπλοίαρχου Παναγιώτη Μάλλιαρη, εκ των πρωτεργατών του κινήματος του Ναυτικού, είναι αρκούντως δηλωτική για τις δυνατότητες επιτυχίας του εγχειρήματος: «Μία από τις δυσκολίες μας ήταν ότι δεν είμαστε έτοιμοι να χύσουμε αίμα. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερα που μας πιάσανε». Ο Μάλλιαρης για τη συμμετοχή του συνελήφθη από τη χούντα και αποτάχθηκε από το Σώμα του Πολεμικού Ναυτικού.

Συμπερασματικά το κίνημα του Ναυτικού -χωρίς να μειώνεται στο ελάχιστο η συμβολική του αξία στον αντιδικτατορικό αγώνα, και χωρίς να περιορίζεται κατ’ ουδένα τρόπο το θάρρος και ο ηρωισμός των αξιωματικών του, ήταν κι αυτό «οπερέτα». Απέτυχε στο να εκδηλωθεί, εάν και σχεδιαζόταν μυστικά στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού από το 1969. Ωστόσο έδειξε, στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας (ιδίως με τη φυγή του «ΒΕΛΟΥΣ» και του κυβερνήτη του Νίκου Παππά), ότι η χούντα δεν τύχαινε της εμπιστοσύνης των ενόπλων δυνάμεων -ιδιαίτερα του Πολεμικού Ναυτικού, κι ότι οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά επίορκοι αξιωματικοί και σφετεριστές της εξουσίας. Τα ίδια περίπου μηνύματα είχε εκπέμψει και το αποτυχημένο βασιλικό κίνημα του Δεκεμβρίου του 1967.

Συγκρίνοντας τα δύο αποτυχημένα κινήματα, θα έλεγε κανείς ότι το ένα ήταν «καρμπόν» του άλλου. Πολλοί δε πολιτικοί και στρατιωτικοί παρατηρητές υποστήριξαν στο παρελθόν, ότι το κίνημα του Ναυτικού ήταν η συνέχεια, η «ουρά» του βασιλικού αντικινήματος -κάτι το οποίο όμως δεν αποδέχτηκαν οι πρωτεργάτες του. Ποια ήταν τα κοινά τους σημεία; Πρώτον: Δεν είχαν την ενεργή στήριξη του πολιτικού κόσμου της χώρας. Δεύτερον: Δεν είχαν ως επίκεντρο την πρωτεύουσα, την Αθήνα. Εκδηλώθηκαν ή θα εκδηλώνονταν από την περιφέρεια. Το βασιλικό κίνημα ξεκίνησε από την Καβάλα, του δε Ναυτικού το κύριο επιχειρησιακό μέρος θα ξεδιπλώνονταν στο Αιγαίο Πέλαγος. Τρίτον: Προβλέπονταν καταλήψεις περιμετρικών περιοχών. Της Θεσσαλονίκης του ενός, της Σύρου του άλλου κινήματος. Τέταρτον: Σχεδιάζονταν αποκλεισμοί νευραλγικών σημείων της Ελλάδος. Στα Τέμπη και των μεγάλων λιμένων. Πέμπτον: Και τα δύο κινήματα, βασιλικό και Ναυτικού, κινήθηκαν στο πνεύμα του «προνουτσιαμέντο» του κινήματος στο Γουδί του «Στρατιωτικού Συνδέσμου», το 1909. Με απειλή δυναμικής επέμβασης, θα απέστελλαν τελεσίγραφο στη χούντα των συνταγματαρχών για άμεση παράδοση της εξουσίας.

Παρά το γεγονός, όπως διαπιστώνεται, ότι και τα δυο αντιδικτατορικά εγχειρήματα ήταν σχεδόν πανομοιότυπα, τόσο στον σχεδιασμό όσο και στο αποτέλεσμά τους, τα μεταπολιτευτικά πολιτικά ήθη του 1974 τα αντιμετώπισαν με «δυο μέτρα και δυο σταθμά». Το ένα, της 13ης Δεκεμβρίου 1967, απαξιώθηκε σε σημείο χλευασμού («παιδαριώδες»), το δε δεύτερο της 23ης Μαΐου 1973, δοξάστηκε (και σωστά) ως ένα από τα πιο ηρωικά και κορυφαία κινήματα εναντίον της χούντας. Και ένας εκ των πρωτεργατών του, ο Νίκος Παππάς, έλαβε τις τιμές εκείνες (και ορθά) που δύναται να τύχει ένας αξιωματικός. Αναρριχήθηκε στη θέση του αρχηγού του ΓΕΝ και διετέλεσε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Η διαφορετική αντιμετώπιση τους έχει την εξήγησή της. Το κίνημα του Δεκεμβρίου, πολύ απλά, ήταν του Κωνσταντίνου. Το νέο αφήγημα της ιστορίας, εν μέσω ενός ανέμου «προοδευτισμού» και μιας μονόπλευρης προπαγάνδας ολόκληρου του κομματικού συστήματος (αριστερής «κόπιας»), επέβαλε a priori την καταδίκη ότι προερχόταν από τον βασιλιά -και γενικότερα ότι πήγαζε από τον βασιλικό θεσμό ή από τον λεγόμενο χώρο της ελληνικής δεξιάς. Όριζε την απαξίωση ή την γελοιοποίηση τους σε σημείο εκμηδένισης και εκτόπισης τους από την ιστοριογραφία. Και συνέβη το αξιοπερίεργο. Ενώ κατά την διάρκεια της δικτατορίας το κίνημα του βασιλιά ήταν το σημείο αναφοράς και συζήτησης σε όλους τους αντιστασιακούς κύκλους, σε Ελλάδα και εξωτερικό -στη Μεταπολίτευση, στους πολιτικούς κύκλους, ήταν θέμα υποτίμησης.

Η πτώση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου

Η «Αποστασία»

Όμως ο Κωνσταντίνος, εκτός από την ορκωμοσία της χούντας, ήταν ο πρωταγωνιστής και μιας άλλης μελανής σελίδας στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας, στην πτώση της εκλεγμένης κυβέρνησης, της Ένωσης Κέντρου, του Γεωργίου Παπανδρέου, τον Ιούλιο του 1965. Αποτέλεσμα ήταν να ακολουθήσει μια ασταθής πολιτική περίοδος, της λεγόμενης των «Ιουλιανών» ή της «Αποστασίας» καθώς οι πολιτικοί, μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου, που έπαιρναν εντολή από τον νεαρό βασιλιά για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης είχαν όλοι τους αποστατήσει από το κόμμα τους, την Ένωση Κέντρου. Σε αυτή την ταραγμένη περίοδο δεν έλειπαν οι μαζικές διαμαρτυρίες του λαού, οι απεργίες και τα βίαια επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και Αστυνομίας. Σε μια μαζική συγκέντρωση – πορεία σκοτώθηκε ο φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας, κάνοντας το πολιτικό κλίμα εκρηκτικό. Σχεδόν εμφυλιοπολεμικό. Οι κυβερνήσεις ανεβοκατέβαιναν, με τους «Αποστάτες» είτε να μην παίρνουν την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής (Γ. Αθανασιάδης – Νόβας, Ηλίας Τσιριμώκος) είτε να λαμβάνουν τελικά την «δεδηλωμένη» (Στέφανος Στεφανόπουλος) και να σχηματίζουν κυβέρνηση. Από την πλευρά του ο παραιτηθείς / αποπεμφθείς πρωθυπουργός είχε εξαγγείλει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα του εναντίον στο Παλάτι και στις κυβερνήσεις των αποστατών. Όλη αυτή η πολιτική αστάθεια δεν μπορούσε να ήταν κάτι άλλο, παρά… βούτυρο στο ψωμί εκείνων που απεργάζονταν λύσεις παρεκτροπής από την δημοκρατική ομαλότητα -«για την σωτηρία του τόπου». Οι πάντες συζητούσαν τότε για επικείμενο πραξικόπημα, χωρίς να ξέρουν από που μπορούσε να προέλθει -με το πιο ακραίο τμήμα της ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση), του δεξιού κόμματος της εποχής, να φοβάται κατάληψη της εξουσίας από την ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) -νόμιμη προμετωπίδα του παράνομου τότε ΚΚΕ, σιγοψιθυρίζοντας «ένας λοχίας θα μας σώσει».

Εύλογα, λοιπόν, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η περίοδος της «Αποστασίας», δημιούργημα του νεαρού βασιλιά Κωνσταντίνου (25 ετών), ήταν η «μήτρα» απ’ όπου ξεπετάχτηκε η χούντα της 21ης Απριλίου. Τουλάχιστον, το νοσηρό εκείνο πολιτικό περιβάλλον το οποίο ενίσχυσε τις τραγικές εξελίξεις. Αν και σωστός σ’ έναν βαθμό ο ισχυρισμός αυτός, απέχει όμως κατά πολύ από την πραγματικότητα, καθώς επικεντρώνεται αποκλειστικά στην συγκεκριμένη περίοδο -αγνοώντας (εσκεμμένως;) το τι είχε προηγηθεί και το είχε επακολουθήσει. Η πλήρης πολιτική εικόνα της εποχής, δείχνει άλλη «αφετηρία» και καταλήγει και σε άλλα συμπεράσματα.    

Το πολιτικό κλίμα ήταν ήδη εκρηκτικό πολύ πιο πριν από τα «Ιουλιανά» του 1965. Από την επομένη των εκλογών, τον Νοέμβριο του 1961, τις οποίες κέρδισε η ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση) του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με ποσοστό κοντά στο 50% των ψήφων. Το νεοπαγές κόμμα Ένωση Κέντρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, κατέλαβε την δεύτερη θέση, με ποσοστό 34%. Ο ηττηθείς κατήγγειλε το αποτέλεσμα ως «προϊόν βίας και νοθείας». Παροιμιώδης ήταν η φράση του «ψήφισαν ακόμη και δένδρα». Ο Γ. Παπανδρέου δεν αναγνώρισε την κυβέρνηση της ΕΡΕ, την θεώρησε αντισυνταγματική και εξήγγειλε ανένδοτο αγώνα «ώσπου η δημοκρατία να νικήσει στην πατρίδα». Στο πλευρό του συντάχτηκε και η Αριστερά, με τους βουλευτές των δυο σχηματισμών να απέχουν από τις συνεδριάσεις της Βουλής. Ο ανένδοτος αγώνας ήταν σύμφωνα με τον εμπνευστή του μια «δυναμική σύγκρουση με τις δυνάμεις του κατεστημένου» -με τον Γ. Παπανδρέου να αποκτά το προσωνύμιο «Ο Γέρος της Δημοκρατίας».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι δύο ηγέτες, ο Κ. Καραμανλής και ο Γ. Παπανδρέου συγκρούονταν με αφορμή τα αποτελέσματα εκλογικής αναμέτρησης. Η σύγκρουση τους είχε αφετηρία τις εκλογές του 1956. Ο ένας ήταν επικεφαλής της ΕΡΕ και ο άλλος επικεφαλής της Δημοκρατικής Ένωσης -ένας συνασπισμός επτά κεντροαριστερών κομμάτων, ανάμεσα τους και η ΕΔΑ. Στις εκλογές αυτές αν και η Δημοκρατική Ένωσις είχε πάρει πανελλαδικά περισσότερες ψήφους από την ΕΡΕ, εν τούτοις η τελευταία σχημάτισε κυβέρνηση και μάλιστα με πλειοψηφία εδρών στη Βουλή. Συγκεκριμένα, η ΔΕ με 1.620.007 ψήφους κατέλαβε ποσοστό 48,15%, εκλέγοντας 132 βουλευτές -και η ΕΡΕ με 1.594.112 ψήφους έπιασε ποσοστό 47,38%, εκλέγοντας 165 βουλευτές. Αυτό το περίεργο συνέβη διότι εφαρμόστηκε ένα μεικτό εκλογικό σύστημα, το λεγόμενο «τριφασικό», το οποίο περιείχε όλες τις παραλλαγές των συστημάτων (πλειοψηφικό, αναλογικό, ημιαναλογικό). Και ανάλογα την δύναμη που είχε ΕΡΕ σε κάθε περιφέρεια ίσχυε και το ανάλογο σύστημα. Στην επαρχία, για παράδειγμα, που η ΕΡΕ είχε μεγάλη δύναμη ψηφοφόρων, ίσχυε το πλειοψηφικό. Αντίθετα, στα αστικά κέντρα όπου είχε μικρή δύναμη, ίσχυε η απλή αναλογική.

Δολοφονία Γρηγόρη Λαμπράκη

Αποχώρηση Κ. Καραμανλή   

Σε όλο αυτό το άκρως τεταμένο κλίμα του ανένδοτου αγώνα, ήρθε να προστεθεί τον Μάιο του 1963 και η δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς (ΕΔΑ), Γρηγόρη Λαμπράκη, από παρακρατικούς στην Θεσσαλονίκη. Ακόμη και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρωθυπουργός της χώρας, αναρωτήθηκε «ποιος κυβερνά επιτέλους αυτόν τον τόπο». Η δολοφονία του βουλευτή στάθηκε αφορμή να δημιουργηθεί μια από τις πιο μαζικές οργανώσεις μεταπολεμικά στην Ελλάδα, η «Νεολαία Λαμπράκηδων» -με πρώτο πρόεδρό της τον μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Μέσα σε λίγο καιρό αριθμούσε 100.000 μέλη -με την νεολαία της ΕΔΑ να μην ξεπερνά τα 2.000 μέλη. Καθημερινά στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις διαδήλωναν στους δρόμους χιλιάδες νέοι για «Ελλάδα ανεξάρτητη, αδέσμευτη, κυρίαρχη». Τα επεισόδια δεν έλειπαν.

Δύο μήνες αργότερα ήρθε να επιβαρύνει το ήδη επιβαρυμένο πολιτικό κλίμα και η παραίτηση του Καραμανλή, ως συνέπεια των όσων συνέβαιναν στη χώρα. Ο ίδιος απέδωσε την παραίτησή του στην διαφωνία που είχε με τον βασιλιά Παύλο, σχετικά με ένα ταξίδι του τελευταίου στο Λονδίνο. Ο Καραμανλής αναχώρησε για την Ελβετία, με την ΕΡΕ να παραμένει ακέφαλη. Το κενό στην πρωθυπουργία της Ελλάδος καλύφθηκε από τον διπλωμάτη Π. Πιπινέλη -τον μετέπειτα υπουργό εξωτερικών κατά την διάρκεια της χούντας.

Ποια ήταν η πολιτική εικόνα στην διετία 1961 – 1963; Μια κυβέρνηση που καταγγελλόταν ως «προϊόν βίας και νοθείας». Που θεωρούνταν ως παράνομη και αντισυνταγματική. Που δεν αναγνωρίζονταν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Με τους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου και της ΕΔΑ να απέχουν από τις συνεδριάσεις της Βουλής. Μια δολοφονία βουλευτή. Μαζικές κινητοποιήσεις στους δρόμους της Αθήνας. Επεισόδια. Διαφωνίες μεταξύ πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας (Βασιλιάς – Πρωθυπουργός). Παραίτηση πρωθυπουργού. Υπάρχει αμφιβολία ότι σε αυτή την άκρως ταραχώδη πολιτική διετία δεν έπεσε η ιδέα της δικτατορίας στο μυαλό κάποιων ανεγκέφαλων; Ότι από τότε κάποιοι επίορκοι δεν απεργάζονταν σχέδιο εκτροπής;

Το θυελλώδες κλίμα εκτονώθηκε στις εκλογές, στις 3 Νοεμβρίου του 1963, με την νίκη του κόμματος τού Γ. Παπανδρέου. Ο διετής «ανένδοτος» είχε αποφέρει αποτέλεσμα. Η Ένωση Κέντρου κατέλαβε την πρώτη θέση με το 42% των ψήφων, ενώ η ΕΡΕ την δεύτερη θέση με 39% (περίπου 11% λιγότερο από τις εκλογές της «βίας και της νοθείας» του 1961). Τον προεκλογικό αγώνα της ηττηθείσας ΕΡΕ έδωσε ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής, ο οποίος είχε επιστρέψει από την Ελβετία.

Παρά την νίκη της, ωστόσο, η «Ένωση Κέντρου» δεν είχε αυτοδυναμία εδρών στην Βουλή. Παρά ταύτα, ο βασιλιάς Παύλος έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Γεώργιο Παπανδρέου. Το Παλάτι, μάλλον σωστά εκτιμώντας ότι έπρεπε να επέλθει μια ισορροπία στο πολιτικό και κομματικό σύστημα, έδειξε εύνοια προς τον κεντρώο δημοκρατικό χώρο. Δικαιούνταν άλλωστε την νομή της εξουσίας μετά από 11 χρόνια, με τελευταία φορά το 1952 (Ν. Πλαστήρας) -και ιδίως εξ όσων είχαν προηγηθεί την τελευταία διετία (1961 – 1963). Η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου πήρε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, με την ανοχή και στήριξη της ΕΔΑ.

Ο αρχηγός της ΕΡΕ αισθάνθηκε χολωμένος για την ευμένεια του βασιλιά Παύλου προς τον ηγέτη της Ε.Κ, και ένα περίπου μήνα μετά τον σχηματισμό της κεντρώας κυβέρνησης ξαναέφυγε από την Ελλάδα -αυτή την φορά για το Παρίσι. Την δε ηγεσία της ΕΡΕ άφησε στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ο ίδιος βασιλιάς, το 1955, είχε δείξει ιδιαίτερη εύνοια στο πρόσωπο του Κ. Καραμανλή αναθέτοντας του σχηματισμό κυβέρνησης, μετά τον θάνατο του στρατάρχη – πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου. Στην ουσία, τον διόρισε πρωθυπουργό, παρακάμπτοντας τους δύο αντιπροέδρους του Ελληνικού Συναγερμού του Α. Παπάγου, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον Στέφανο Στεφανόπουλο -και πριν συνέλθει η κοινοβουλευτική ομάδα του Συναγερμού προκειμένου να εκλέξει τον νέο αρχηγό του κόμματος και πρωθυπουργό της Ελλάδας. Στην κυβέρνηση Παπάγου, ο Κ. Καραμανλής αν και πολιτικός μέτριας δημοτικότητας, ήταν ένας επιτυχημένος υπουργός δημοσίων έργων.

Κωνσταντίνος Καραμανλής:

«Το Στέμμα ανεμίχθη εναντίον μου»

Ο Κ. Καραμανλής χολώθηκε για την «σκανδαλώδη» εύνοια του βασιλιά Παύλου προς την Ένωση Κέντρου, καθώς πίστευε ότι το σωστό θα ήταν να δοθεί στον Γ. Παπανδρέου διερευνητική εντολή κι όχι εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Αν κατά την διερευνητική εντολή η κυβέρνηση της  Ε.Κ δεν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, τότε θα έπρεπε -κατά τον Καραμανλή, να συμπράξει με την ΕΡΕ.

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η άποψη του Κ. Καραμανλή σχετικά με τις εκλογές του 1963, όπως ο ίδιος την περιγράφει στα αρχεία του:

«Μετά την αποχώρησή μου από την πολιτική και την εγκατάστασή μου στη Γαλλία, πληροφορήθηκα ότι το Στέμμα ανεμίχθη στις εκλογές του 1963 εναντίον μου. Την πληροφορία αυτή επιβεβαίωσαν τα ακόλουθα γεγονότα: -Ο Στ. Νιάρχος με διαβεβαίωσε ότι λίγες μέρες πριν από τις εκλογές, ο κ. Ποταμιάνος του εμπιστεύθηκε ότι η γραμμή των ανακτόρων είναι να μην πάρει πλειοψηφία ο Καραμανλής. Ο ίδιος επίσης του ανακοίνωσε ότι ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, μόλις ανήλθε στον θρόνο, συνέστησε στον Π. Κανελλόπουλο να αλλάξει την ονομασία της ΕΡΕ για να μην θυμίζει τον Καραμανλή. -Από τον Β. Καρδαμάκη και τον Καραχάλιο πληροφορήθηκα ότι η Βασίλισσα, εκτός από τις οδηγίες τις οποίες έδωσε στις οργανώσεις που τελούσαν υπό την επιρροή της, να καταψηφισθεί η ΕΡΕ, συνέστησε και σε ορισμένους βιομηχάνους να ενισχύσουν οικονομικά την Ε.Κ».

Και συνεχίζει ο Κ. Καραμανλής: «Έχω την εντύπωση ότι όλα αυτά εγένοντο εν αγνοία του Βασιλέως Παύλου. Αλλά νομίζω ότι και η Βασίλισσα και ο διάδοχος ενήργησαν όπως ενήργησαν, όχι τόσο από εχθρότητα εναντίον μου, αλλά επειδή καταπονήθηκαν από τις επιθέσεις της αντιπολιτεύσεως και πίστευαν ότι με την ικανοποίηση των αντιπάλων μου θα απομακρύνουν τους κινδύνους, οι οποίοι κατά την άποψή τους απειλούσαν το Στέμμα. Έπεισαν προφανώς και τον Βασιλέα ότι η πολιτική της εκτονώσεως με την μέθοδο των παραχωρήσεων προς την αντιπολίτευση εξυπηρετούσε όχι μόνο τα συμφέροντα του Στέμματος αλλά και τα γενικότερα της χώρας».

Ο Γ. Παπανδρέου κυβέρνησε σχεδόν επί ένα δίμηνο, μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1963. Δεν θέλησε όμως να συνεχίσει την διακυβέρνηση με την ανοχή και την στήριξη της ΕΔΑ καθώς δεν ήθελε να χαρακτηριστεί ως συνοδοιπόρος της Αριστεράς. Άλλωστε ήταν σφοδρός αντικομουνιστής. Ως πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας, μετά την Απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, τον Δεκέμβριο του 1944, είχε βιώσει την κομουνιστική ανταρσία -τα λεγόμενα «Δεκεμβριανά». Έπειτα, στο δίμηνο της διακυβέρνησης του είχε πάρει σειρά χρήσιμων και ψηφοθηρικών μέτρων (δωρεάν παιδεία, ρύθμιση αγροτικών χρεών κ.λ.π.) που θα του εξασφάλιζαν άνετη νίκη σε μια νέα εκλογική αναμέτρηση. Πράγματι, στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964, η Ένωση Κέντρου κατήγαγε μια εκπληκτική νίκη, έναν εκλογικό θρίαμβο της τάξης του 53%. Με αυτοδυναμία στη Βουλή 171 εδρών. Ένα μήνα αργότερα πέθανε ο βασιλιάς Παύλος και στον θρόνο ανήλθε ο γιος του, Κωνσταντίνος -σε ηλικία 24 ετών. Οι σχέσεις του νεαρού βασιλιά με τον πρωθυπουργό της χώρας ήταν αγαστές. Τίποτε δεν προμήνυε την μελλοντική θυελλώδη σύγκρουσή τους.

Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ

Σύγκρουση βασιλιά - πρωθυπουργού

Τι πραγματικά συνέβη τον Ιούλιο του 1965 και ήρθαν σε ρήξη; Πολλά ακούστηκαν και πολλά γράφτηκαν. Ότι το Παλάτι φοβήθηκε, το κυριότερο, μήπως ο έλεγχος του στρατού πέρναγε στον έλεγχο της Ένωσης Κέντρου -που έως τότε ήταν στεγανός χώρος για το Στέμμα και υπό τον έλεγχο (κατά κάποιο τρόπο) του «ΙΔΕΑ» (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών). Μιας παράτυπης οργάνωσης εντός του στρατεύματος, που αποτελούνταν από ακραιφνείς εθνικόφρονες αξιωματικούς. Και ότι αυτός ήταν ο λόγος που ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αντέδρασε στη θέληση του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου να πάρει και το πόστο του υπουργού της Εθνικής Άμυνας, στη θέση του Π. Γαρουφαλιά. Δεν ίσχυε αυτό, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, πράγματι, εντός του βασιλικού περιβάλλοντος υπήρχαν «μηχανισμοί» που για ιδιοτελείς και προσωπικούς λόγους δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων από μια κεντρώα κυβέρνηση -η οποία μάλιστα είχε προέλθει μετά από έναν «ανένδοτο αγώνα» κατά του πολιτικού κατεστημένου της χώρας. Και δεν αποκλειόταν, ο Κωνσταντίνος, ως νεαρός και άπειρος βασιλιάς, όχι μόνο να μην ήλεγχε αυτούς του μηχανισμούς (οι οποίοι κινήθηκαν πίσω από την πλάτη του), αλλά και να μην γνώριζε καν την ύπαρξή τους.

Αυτό που πυροδότησε την πολιτική κρίση / ανωμαλία ήταν η ύπαρξη μιας άλλης παράτυπης οργάνωσης, που αποκαλύφθηκε εκείνη την περίοδο, του «ΑΣΠΙΔΑ» (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα Ιδανικά Δημοκρατία Αξιοκρατία). Μια οργάνωση που εξέφραζε δημοκράτες αξιωματικούς, οι οποίοι βρίσκονταν κοντά στο ριζοσπαστικό τμήμα της Ένωσης Κέντρου. Πολιτικός δε αρχηγός της ή πολιτικός σύμβουλος της, θεωρήθηκε ότι ήταν ο γιος του πρωθυπουργού, ο Ανδρέας Παπανδρέου -όντως ένας ριζοσπάστης πολιτικός. Όταν αποκαλύφθηκε η δράση του «ΑΣΠΙΔΑ» η υπόθεση ανατέθηκε στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη.

Στο αποκορύφωμα των ερευνών, ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε τον θώκο του υπουργού Εθνικής Άμυνας -μάλλον μετά από παρότρυνση / πίεση τού γιου του, ο οποίος ένα προσωπικό και νομικό του θέμα θέλησε να το μετατρέψει σε πολιτικό. Ο Κωνσταντίνος αντέδρασε. Και μάλλον σωστά αντέδρασε. Το λογικό του επιχείρημα ήταν, ότι στο υπουργείο που προΐσταται πολιτικά της έρευνας της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, δεν μπορεί για την διασφάλιση του αδιάβλητου της να είναι επικεφαλής ο πατέρας του ελεγχόμενου / κατηγορούμενου. Ο Γ. Παπανδρέου επέμενε, «μα μου έχετε εμπιστοσύνη ως πρωθυπουργού της χώρας και δεν θα μου έχετε εμπιστοσύνη ως υπουργού Εθνικής Άμυνας;». Για να ξεπεραστεί η διαφωνία τους, ο Κωνσταντίνος φάνηκε πιο διαλλακτικός και πρότεινε μια συμβιβαστική λύση. Να υπουργοποιηθεί ο πρωθυπουργός και στο Εθνικής Άμυνας, με την προϋπόθεση οι έρευνες για την υπόθεση του «ΑΣΠΙΔΑ» να περάσουν από την Στρατιωτική Δικαιοσύνη στην Πολιτική Δικαιοσύνη (υπουργείο Δικαιοσύνης). Ο Γ. Παπανδρέου δεν το δέχτηκε. Απέστειλε ο ένας στον άλλον επιστολές, με αυτές του Κωνσταντίνου να είναι οξείες. Επήλθε η ρήξη. Πριν ο πρωθυπουργός προλάβει να την υποβάλλει γραπτώς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έκανε αμέσως δεκτή την απειλή (προφορική) παραίτησής του. Και η χώρα μπήκε σε κυβερνητική αστάθεια. Στο να συσταθούν νέες κυβερνήσεις. Παρά το γεγονός ό,τι, ο Κωνσταντίνος έδωσε εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης σε πρωτοκλασάτα στελέχη – βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, της Ένωσης Κέντρου, είχε ήδη διαπράξει μοιραίο πολιτικό σφάλμα. Να αποπέμψει τον εκλεγμένο πρωθυπουργό. Και το σφάλμα του έγκειται στο ό,τι, σε ένα θέμα που είχε καταφανώς δίκιο, προφανώς παρασυρμένος απ’ αυτό, βιάστηκε να πάρει άμεση απόφαση. Ένα θέμα που δεν ήταν αξεπέραστο, το οποίο με περαιτέρω συνεννόηση πιθανότατα θα είχε αντιμετωπιστεί. Και υπήρχε ο χρόνος για μια νέα προσπάθεια γεφύρωσης της διαφοράς, μέχρι ο πρωθυπουργός να υπέβαλε και γραπτώς την παραίτησή του -εάν την υπέβαλε τελικά και δεν έμενε μόνο στην απειλή του. Εάν ο νεαρός βασιλιάς δεν είχε πολιτική άγνοια τού τι σήμαινε η πτώση ενός εκλεγμένου ηγέτη -και δη λαοπρόβλητου με ένα ποσοστό της τάξης του 53%, θα απέφευγε τις βιασύνες και θα εξαντλούσε μέχρι τέλους όλα τα περιθώρια για να μην πέσει στη πολιτική «λούμπα»- ίσως και στημένη από τους «ακραίους» της Ένωσης Κέντρου.

Δεν είχε σημασία εάν το Σύνταγμα του 1952 του έδινε την δυνατότητα να ενεργήσει όπως ενήργησε για το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπου με τα άρθρα 27 και 31 «Η εκτελεστική εξουσία ανήκει εις τον Βασιλέα, ενεργείται δε παρ’ αυτού διοριζόμενων υπευθύνων υπουργών» και «Ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού». Η βαρύτητα του λάθους εστιαζόταν ότι συμπεριφέρθηκε καταφανώς αντίθετα προς την λαϊκή θέληση. Εξίσου όμως βιαστικός ήταν και ο Γ. Παπανδρέου, ο οποίος απείλησε με παραίτηση, όταν σχεδόν όλα τα στελέχη της Ένωσης Κέντρου τον εκλιπαρούσαν να αποφύγει μια τέτοια ενέργεια. Φάνηκε από την πρώτη στιγμή της διαφωνίας με τον Κωνσταντίνο, στο θέμα του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, πως ήταν πιεσμένος να κρατήσει ανυποχώρητη στάση. Πιθανόν να είχε πιεστεί από τον γιο του Ανδρέα Παπανδρέου. Και οι δυο τους, βασιλιάς και πρωθυπουργός, μάλλον «τράβηξαν το σκοινί» πολύ γρήγορα.

Ποιοι ήθελαν την σύγκρουση

Ανομολόγητα, ίσως κάποιοι να ήθελαν την διάσταση μεταξύ Κωνσταντίνου και Γ. Παπανδρέου. Την πτώση της κυβέρνησης. Ένας από αυτούς θα μπορούσε να ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος ως «επαναστάτης» ίσως να έβλεπε την πολιτική του ανέλιξη εν μέσω ρήξεων και ανατροπών. Ένας άλλος θα μπορούσε να ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος βλέποντας να ανατέλλει εντός της Ένωσης Κέντρου το άστρο τού Ανδρέα Παπανδρέου, απειλώντας την δική του βλέψη στην αρχηγία του κόμματος, να επιθυμούσε την διάσπαση του. Ήδη, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε το κόμμα του μέσα στο κόμμα. Την περίοδο εκείνη του 1965, σημειώνεται, ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ηλικίας 77 ετών, και ήδη είχε αρχίσει η κουβέντα - διαβούλευση για την διαδοχή του. Προφανέστατα, μια πτώση της κυβέρνησης και ένα πολιτικό κλίμα αστάθειας / ακυβερνησίας, εύχονταν κι όλοι αυτοί που απεργάζονταν εκτροπή του πολιτεύματος -ο Γ. Παπαδόπουλος και η παρέα του. Ο οποίος, βέβαια, δεν περίμενε την περίοδο της «Αποστασίας» για να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο τού πραξικοπήματος του. «Αποστασία», η οποία σε κάθε περίπτωση…έριξε άφθονο λάδι στα συνωμοτικά σχέδια. Και το σχέδιο του Παπαδόπουλου είχε μπει σε εκτέλεση, τουλάχιστον ένα χρόνο νωρίτερα, σε περίοδο που η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου ήταν σταθερή και συμπαγής και οι σχέσεις του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου ήταν άριστες. Από το καλοκαίρι του 1964, όπου ο Γ. Παπαδόπουλος, αποκαλούμενος από τους ομοϊδεάτες και ως ο «Νασέρ της Ελλάδος», έστησε σαμποτάζ σε μονάδες του Έβρου όπου ήταν διοικητής. Όπου στα ρεζερβουάρ στρατιωτικών οχημάτων, προκειμένου να καταστούν καθηλωμένα σε μια μετακίνησή τους, βρέθηκαν ποσότητες ζάχαρης. Το «σαμποτάζ» είχε γίνει υποτίθεται από κομμουνιστές, οι οποίοι προετοίμαζαν κατάληψη της εξουσίας.

Και πως το έφεραν οι συγκυρίες, όσοι θεωρητικά είχαν συμφέρον από την πτώση της κυβέρνησης του «Γέρου της Δημοκρατίας», είδαν προϊόντος του χρόνου, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τα συμφέροντα τους να πραγματώνονται! Οι απριλιανοί έκαναν την χούντα τους. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην Μεταπολίτευση ήταν ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της κεντροαριστεράς που γρήγορα τον έφερε στην εξουσία και στην πρωθυπουργία της χώρας. Και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως «αντι -Ανδρέας», από άλλον δρόμο, αυτόν της Νέας Δημοκρατίας, έγινε κι αυτός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ο μόνος χαμένος της υπόθεσης ήταν εν τέλει ο Κωνσταντίνος, ο οποίος έχασε τον θρόνο του, χρεώνοντας του οι αντίπαλοι της μοναρχίας, εκτός όλων των άλλων, την περίοδο της «Αποστασίας». Μόνο που οι διεργασίες για την επιβολή της χούντας είχαν ξεκινήσει νωρίτερα της «Αποστασίας», και πήραν «σάρκα και οστά» τουλάχιστον ένα χρόνο αργότερα, όπως εκτίθεται πιο κάτω.

Ο Κωνσταντίνος στην αυτοβιογραφία του, σχετικά με την αποπομπή του Γ. Παπανδρέου, αναγνώρισε το μέρος εκείνο της ευθύνης που του αναλογούσε. Θέση για εκείνη την περίοδο, σχεδόν δέκα χρόνια μετά, πήρε και «η πέτρα του σκανδάλου», ο Ανδρέας Παπανδρέου, στα πολιτικά απομνημονεύματά του, στο βιβλίο του «Η δημοκρατία στο απόσπασμα».

Ο βασιλιάς για εκείνη την περίοδο, σημείωσε μετά περίπου μισό αιώνα:

«Ήταν μια εποχή με τρομακτική ένταση. Δεν γνωρίζω γιατί έγιναν όλα αυτά, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κάποιοι ήθελαν να συγκρουστώ με τον Γέρο. Μισόν αιώνα αργότερα, ακόμη διερωτώμαι γιατί ο Γεώργιος Παπανδρέου επέλεξε να οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα. Γιατί να μην αποδεχθεί την πρότασή μου και να μεταφερθεί η ανάκριση για τον ΑΣΠΙΔΑ στο υπουργείο Δικαιοσύνης, αναλαμβάνοντας αυτός αμέσως το υπουργείο Εθνικής Αμύνης; Δεν ήταν αυτό ένας τρόπος να αποφύγουμε την τραγική πολιτική κρίση που επακολούθησε; Εγώ δεν μπορούσα να υποχωρήσω και να αποδεχόμουν την επιθυμία του. Και όχι από εγωισμό, αλλά επειδή πίστευα ακράδαντα ότι ήταν πολιτικώς και ηθικώς μη ορθόν να αναλάβει ένας πατέρας το υπουργείο που είχε την ευθύνη ανάκρισης η οποία διεξήγετο σε βάρος του γιου του. Ήταν θέμα ηθικής τάξεως. Αυτό μου υπαγόρευε η κρίση μου την εποχή εκείνη.

»Η βάση τελικά της διαφωνίας, όπως τα σκέφτομαι τώρα, ήταν ότι επηρεαζόταν πάρα πολύ από τον Ανδρέα, παρ’ όλο που τον μισούσε. Τον απειλούσε ο Ανδρέας ότι δεν θα ξαναδεί τα εγγόνια του. Τώρα που έχω γεράσει και έχω πλέον τόσα εγγόνια μπορώ να καταλάβω. Τότε, όμως, που ήμουν 25 ετών, δεν μπορούσα καν να σκεφτώ ότι θα ήταν δυνατόν να υποχωρήσει ένας άνθρωπος σαν τον Γέρο, σε τόσο σοβαρά θέματα όπως αυτό, υπό την απειλή του Ανδρέα και της Μαργαρίτας ότι δεν θα ξαναδεί τα εγγόνια του. Όταν όμως έχεις να κάνεις με θέματα της πατρίδας σου, αυτά πρέπει να περνάνε σε δεύτερη μοίρα.

»Από την άλλη πλευρά, παραμένει το γεγονός ότι η συγγραφή και η αποστολή των επιστολών υπήρξε ένα σοβαρό μου ολίσθημα. Δεν έπρεπε ποτέ να είχα απευθύνει στον Πρωθυπουργό εκείνες τις επιστολές, ούτε καν να εμπλακώ τόσο γρήγορα σε διαφωνία μαζί του. Όταν όμως είσαι νέος δεν έχεις μεγάλη υπομονή. Επίσης έπρεπε να προσπαθήσω ακόμη περισσότερο για να τον πείσω να μην παραιτηθεί. Πιστεύω ότι, αν είχα περισσότερη υπομονή, ίσως να είχα καταφέρει να πείσω τον Πρωθυπουργό, αποφεύγοντας έτσι το αδιέξοδο.. έπρεπε να είχα μιλήσει μαζί του νωρίτερα και περισσότερο. Επιπλέον, δεν αποκλείεται να υπήρξαν και αμοιβαίες παρανοήσεις που να μας οδήγησαν τελικά στο αδιέξοδο στο οποίο φτάσαμε. Αν τώρα είχα την ευκαιρία να ξαναζήσω αυτά τα χρόνια, θα έκανα μεν τα ίδια, αλλά θα κατέβαλλα μεγαλύτερη προσπάθεια να πετύχω αυτό που ήθελα. Δεν υπήρχε λόγος να σηκωθεί να φύγει ο Παπανδρέου εκείνη την εποχή. Ούτε κι εγώ επιθυμούσα κάτι τέτοιο. Λες και η ΕΡΕ ήταν τίποτα καλύτερο».

Ανδρέας Παπανδρέου:

«Ο βασιλιάς παρέκκλινε από την συνταγματική οδό»

Ο Ανδρέας Παπανδρέου υποστήριξε για εκείνη την περίοδο:

«Η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου ήταν της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του πρωθυπουργού και ποτέ του βασιλιά. Η εξουσία και η ευθύνη ανήκαν αποκλειστικά στον πρωθυπουργό. Αν και ήταν αλήθεια πως οι συνεχείς επεμβάσεις του βασιλιά σε θέματα κυβερνητικής αρμοδιότητας -ειδικά στην περίπτωση των ενόπλων δυνάμεων- αποτελούσε σαφή παρέκκλιση από την συνταγματική οδό, η ανάμειξη τώρα σε θέμα που αφορούσε την σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος. Εφόσον ο ίδιος ο πρωθυπουργός επρόκειτο να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμύνης, δεν ήταν δυνατό να εγερθεί θέμα εμπιστοσύνης. Γιατί πως θα μπορούσε ο βασιλιάς να δικαιολογήσει το γεγονός πως ο Γεώργιος Παπανδρέου απολάμβανε της εμπιστοσύνης του ως πρωθυπουργός αλλά όχι ως υπουργός Αμύνης. Αν ο βασιλιάς επιφύλασσε στον εαυτό του το δικαίωμα να αποσύρει το υπουργείο Εθνικής Αμύνης από την δικαιοδοσία του πρωθυπουργού και του υπουργικού συμβουλίου, θα μετέβαλλε τον χαρακτήρα του πολιτεύματος. Το πολίτευμα δεν θα μπορούσε πια να ονομάζεται βασιλευομένη δημοκρατία, γιατί στις βασιλευόμενες δημοκρατίες το υπουργικό συμβούλιο έχει ανάγκη μονάχα της εμπιστοσύνης της Βουλής και όχι του Στέμματος». (Ανδρέας Παπανδρέου, «Η δημοκρατία στο απόσπασμα», Εκδόσεις ΄΄Λιβάνη΄΄).

Καθ’ όλη την διάρκεια του 1966 η πολιτική κατάσταση είχε (θεωρητικά) σταθεροποιηθεί. Είχε σχηματιστεί κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο, η οποία είχε πάρει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Είχε ψηφιστεί από βουλευτές της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου. Δύο προηγούμενες προσπάθειες, με Γ. Αθανασιάδη – Νόβα και Ηλία Τσιριμώκο είχαν αποτύχει. Ωστόσο, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου δεν έπαυε να είναι μια κυβέρνηση των «Αποστατών», με ισχνή πλειοψηφία 152 βουλευτών -και σε κάθε περίπτωση να δυναμιτίζει την πολιτική σκηνή της χώρας.

Η μυστική συμφωνία του Κωνσταντίνου

Η ρήξη του Γ. Παπανδρέου με τον Ανδρέα

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, είτε θέλοντας να προλάβει μια εκτροπή που διαισθανόταν να έρχεται, είτε θέλοντας να επανορθώσει το σφάλμα του τού 1965, πήρε πρωτοβουλία προς εκτόνωση της κατάστασης. Κάλεσε σε συζήτηση στα ανάκτορα, στο Τατόι, τον Δεκέμβριο του 1966, τον Γεώργιο Παπανδρέου. Παρά την ρήξη στις σχέσεις τους το προηγούμενο έτος, δεν είχαν κόψει τις «γέφυρες» επικοινωνίας. Διακατέχονταν και οι δύο από υψηλό αίσθημα πολιτικού πολιτισμού. Ο δε Γ. Παπανδρέου μπορεί να ήταν αντιμοναρχικός (ήπιας μορφής), αλλά είχε άριστη θεσμική σχέση με το Στέμμα, αντιμετώπιζε με σεβασμό τους βασιλείς της Ελλάδας -και επιπλέον συμπαθούσε ιδιαίτερα τον νεαρό βασιλιά.

Οι δύο άνδρες διεξήγαν μυστικές συζητήσεις, σε πνεύμα συνεννόησης. Σε προχωρημένο στάδιο συζητήσεων, στο οποίο συμμετείχε και ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος, κατέληξαν και οι τρεις στο να πέσει η κυβέρνηση των «Αποστατών», του Στέφανου Στεφανόπουλου, να σχηματιστεί νέα από μη πολιτικό πρόσωπο και η οποία θα έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Θα ψηφιζόταν από τους βουλευτές τόσο της Ένωσης Κέντρου όσο και της ΕΡΕ. Η νέα δε κυβέρνηση σε διάστημα ολίγων μηνών θα οδηγούσε την χώρα σε αδιάβλητες εκλογές. Δέχτηκαν ακόμη ο νέος πρωθυπουργός να ήταν ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Ιωάννης Παρασκευόπουλος.

Στα όσα συζήτησαν και κατέληξαν, υπεγράφησαν από τον βασιλιά και τους δύο πολιτικούς αρχηγούς σε Μνημόνιο, στις 18 Δεκεμβρίου, στα ανάκτορα στο Τατόι. Στο Μνημόνιο Συνεργασίας γινόταν αναφορά ότι οι εκλογές θα διεξάγονταν με το σύστημα της απλής αναλογικής -ενώ από την πλευρά του ο Γ. Παπανδρέου δεσμευόταν ότι θα περιόριζε την αντιβασιλική του ρητορεία προς χάριν ενός ήπιου πολιτικού κλίματος -και επιπλέον ότι στην περίπτωση που η Ένωση Κέντρου ερχόταν πρώτο κόμμα αλλά χωρίς αυτοδυναμία εδρών στη Βουλή, δεν θα συνέπραττε προς σχηματισμό κυβέρνησης με την ΕΔΑ -και θα προχωρούσε σε συνεργασία με την ΕΡΕ. Κατόπιν όλων αυτών, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στις 20 Δεκεμβρίου 1966, ήρε την εμπιστοσύνη του κόμματός του προς τον τότε πρωθυπουργό. Στη συνέχεια ο βασιλιάς έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ι. Παρασκευόπουλο, η οποία έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή στις 13 Ιανουαρίου 1967.

Το Μνημόνιο Συνεργασίας έμεινε κρυφό και δεν ανακοινώθηκε στην κοινή γνώμη. Το ζήτησε ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου από τον Κωνσταντίνο -γιατί όπως του είπε «εάν διαρρεύσει θα τορπιλιστεί από την πρώτη στιγμή από τον Ανδρέα». Με την υπηρεσιακή κυβέρνηση του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας η κατάσταση έδειχνε να ομαλοποιείται. Προς την κατεύθυνση της πολιτικής εξομάλυνσης, ο βασιλιάς απέστειλε στο Παρίσι τον διευθυντή τού διπλωματικού του γραφείου Δ. Μπίτσιο προκειμένου να συναντηθεί με τον Κ. Καραμανλή και να του ζητήσει να επιστρέψει στην Ελλάδα -ώστε να συμβάλει και αυτός στην ενότητα του πολιτικού κόσμου και των δύο μεγάλων κομμάτων. Ο αυτοεξόριστος ιστορικός ηγέτης της Δεξιάς αρνήθηκε. Τεράστιο λάθος του ή, ήταν πιο διορατικός και έβλεπε μακρύτερα από όλους τους άλλους;

Πως αντιμετώπισε ο Ανδρέας Παπανδρέου την κυβέρνηση Ι. Παρασκευόπουλου;

«Βρέθηκα μπροστά σε ένα σοβαρό δίλημμα. Είτε θα συμφωνούσα με τον πατέρα μου και θα παρουσιαζόμουν έτοιμος να δεχτώ το σχέδιο του βασιλιά και να συνεργαστώ με την ΕΡΕ, αποδεικνύοντας έτσι πως δεν ήμουν τίποτα παραπάνω από ένας τυχοδιώκτης και δημαγωγός, είτε θα διασπούσα την Ένωση Κέντρου…

»Είχα ήδη χαρακτηρίσει την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου ΄΄βασιλική μαριονέτα΄΄ και προειδοποίησα την Ένωση Κέντρου πως, αν κατά την γνώμη του κατεστημένου ήταν αναπότρεπτη η νίκη μας στις εκλογές του Μαΐου, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος στρατιωτικού πραξικοπήματος». (Ανδρέας Παπανδρέου, «Η δημοκρατία στο απόσπασμα»).

Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε τελείως διαφορετική άποψη από τον γιο του. Πίστευε ότι υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ι. Παρασκευόπουλου θα οδηγούσε την χώρα σε δημοκρατική ομαλότητα και θα αποφεύγονταν περίπτωση πραξικοπήματος.  Τι ακριβώς πίστευε ο «Γέρος της Δημοκρατίας», το εξιστορεί ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου:

«Ο Γεώργιος Παπανδρέου υποστήριζε τις απόψεις του εύγλωττα και επίμονα. Ήταν βέβαιος για τις προθέσεις του βασιλιά. Ο βασιλιάς είχε αποφασίσει επιτέλους, έλεγε, να προσαρμοστεί με τις δημοκρατικές διαδικασίες. Αυτή ήταν η έννοια της παραίτησης Στεφανόπουλου αφού απέσυρε την υποστήριξή του ο Κανελλόπουλος. Η λύση Παρασκευόπουλου ήταν η μόνη διέξοδος. Μια και είδε επιτέλους το φως ο βασιλιάς και αποφάσισε να περιοριστεί στον συνταγματικό του ρόλο, θα ήταν λογικό να σταματήσουν οι επιθέσεις εναντίον του. Και προκειμένου να μην διαταραχθεί η ομαλή πορεία προς τις εκλογές έπρεπε να αποφεύγουμε κάθε συνεργασία ή επαφή με την Αριστερά.

»Η λύση Παρασκευόπουλου είχε ένα σημαντικό πλεονέκτημα: ο βασιλιάς και οι Αμερικανοί θα καθησυχάζονταν και θα εξαφανιζόταν έτσι ο κίνδυνος του πραξικοπήματος. Και η πολιτική ζωή της Ελλάδος θα ξαναγυρνούσε στην ομαλότητα. Είχε πάρει οριστικά την απόφαση να υποστηρίξει τον Παρασκευόπουλο». (Ανδρέας Παπανδρέου, «Η δημοκρατία στο απόσπασμα»).

Η συμφωνία του βασιλιά και των δύο πολιτικών αρχηγών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, στο Τατόι, έμεινε μυστική. Πως αντέδρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου μόλις την πληροφορήθηκε; Ο τηλεφωνικός τους διάλογος ήταν αποκαλυπτικός, όπως αναγράφεται στο βιβλίο του Α.Π:

-Πατέρα, είπα ταραγμένος, μόλις έμαθα για την παραίτηση Στεφανόπουλου. Γίνεται κουβέντα για τον Παρασκευόπουλο ως διάδοχό του στην πρωθυπουργία. Έμαθα πως θα τον υποστηρίξεις. Αληθεύει αυτό;

-Δεν ξέρω, απάντησε. Μην βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που έχει σημασία είναι η πτώση του Στεφανόπουλου. Οι αποστάτες ηττήθηκαν. Μην σου διαφεύγει αυτό το σπουδαίο γεγονός.

-Μα ήμασταν μαζί χθες βράδυ, απάντησα. Και δεν μου είπες τίποτα. Κουβεντιάζαμε τέσσερις ώρες, και ούτε την παραμικρή μνεία δεν έκανες γι’ αυτό.

-Κάνε ό,τι θέλεις, απάντησε κοφτά και έκλεισε το τηλέφωνο

Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Ανδρέα και Γεώργιου Παπανδρέου, οι οποίες επιβεβαίωσαν την ρήξη των σχέσεων μεταξύ πατέρα και γιου. Έγραφε ο Α. Παπανδρέου στον πατέρα του:

«Ήρθα στην Ελλάδα για την δημοκρατία και τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Τάχθηκα μαζί σου γιατί πίστευα στα ιδανικά σου και τις αξίες σου, στις οποίες ήμουν αποφασισμένος να παραμείνω πιστός. Μου είναι αδύνατον να σε ακολουθήσω σε μια πορεία που, κατά την γνώμη μου, αποτελεί σοβαρή παρέκκλιση από τις αρχές μας και την ουσία του αγώνα μας για μια νέα Ελλάδα».

Και η επιστολή – απάντηση του «Γέρου»:

«Εάν μετά την απόφασιν της πλειοψηφίας του κόμματος υπάρχουν βουλευαί επιμένοντες εις την διαφωνίαν των, τίθεται αυτομάτως εκτός κόμματος».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου απειλεί

να ορκίσει κυβέρνηση στο Σύνταγμα    

Η κυβέρνηση του Ιωάννη Παρασκευόπουλου δεν μακροημέρευσε. Ούτε τρεις μήνες δεν κρατήθηκε στην εξουσία. Οι βουλευτές της ΕΡΕ κατηγορούσαν τον Κανελλόπουλο ότι οδηγεί το κόμμα σε εκλογική ήττα. Η «κεντροαριστερά» πτέρυγα της Ε.Κ, με επικεφαλής τον Ανδρέα Παπανδρέου, κατηγορούσε τον «Γέρο της Δημοκρατίας» για την στήριξη που παρείχε στη «βασιλική κυβέρνηση». Ο γιος του «Γέρου» είχε δε τόσο οξύνει τον πολιτικό του λόγο, που απειλούσε ότι από μόνος του θα όρκιζε «κυβέρνηση του λαού» στο Σύνταγμα. Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν άντεξε την πολιτική / οικογενειακή / ψυχολογική πίεση που του ασκήθηκε από τον Ανδρέα, και στα τέλη Μαρτίου ήρε την εμπιστοσύνη της Ε.Κ προς την υπηρεσιακή κυβέρνηση. Σε μια στιγμή που όλα έδειχναν, ότι είχε επιτευχθεί μια πολιτική συμφωνία ανάμεσα στις δυο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις της χώρας για διέξοδο από την πολιτική ανωμαλία. Με μια κυβέρνηση ευρείας αποδοχής, έχοντας λάβει στη Βουλή την ψήφο εμπιστοσύνης 215 βουλευτών, της Ένωσης Κέντρου και της ΕΡΕ, με την σύμφωνη γνώμη των αρχηγών τους, του Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου. Αμέσως μετά την πτώση της κυβέρνησης του Ι. Παρασκευόπουλου, σχηματίστηκε κυβέρνηση μειοψηφίας της ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο -η οποία θα οδηγούσε την χώρα σε εκλογές τέλη Μαΐου. Ήταν πλέον πολύ αργά. Σε δυόμισι εβδομάδες από την νέα κυβέρνηση, εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των επίορκων συνταγματαρχών.

Συμπερασματικά, η χούντα δεν προήλθε από τα «Ιουλιανά» και την «Αποστασία», όσο κι αν τα γεγονότα του 1965 έπαιξαν τον ρόλο τους, και «φούσκωσε τα μυαλά» κάποιων αρρωστημένων εγκεφάλων. Η χούντα προήλθε από την αναποφασιστικότητα των κομμάτων, τα κομματικά πείσματα και τους προσωπικούς πολιτικούς εγωισμούς στελεχών τόσο της Ένωσης Κέντρου (κυρίως) όσο και της ΕΡΕ. Η στρατιωτική δικτατορία πήγασε από την συνολική αποσύνθεση του πολιτικού κόσμου, ο οποίος ενώ την συζητούσε και την έβλεπε να πλησιάζει, έκανε ότι περνούσε από το χέρι του όχι για να την αποτρέψει, αλλά για να την επισπεύσει μια ώρα αρχύτερα. Αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων, ακόμη και στην τελευταία ευκαιρία που του δόθηκε -με την κυβέρνηση Ι. Παρασκευόπουλου- να αποτρέψει την εκτροπή. Τα «Ιουλιανά» δεν προκλήθηκαν για την διατήρηση του ελέγχου των ενόπλων δυνάμεων από το Στέμμα, αλλά εξ αιτίας της ύπαρξης του ΑΣΠΙΔΑ -με φημολογούμενη ανάμειξη του Ανδρέα Παπανδρέου. Μερίδιο ευθύνης για την πτώση της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου και την περίοδο των «Αποστατών, τον Ιούλιο του 1965, αναλογεί σε όλους. Αρχικά στον Κωνσταντίνο, που βιάστηκε να αποδεχτεί μια προφορική (υπό απειλή) παραίτηση ενός εκλεγμένου πρωθυπουργού -υπονομεύοντας την δημοκρατία, και άθελα του τον βασιλικό θεσμό. Στον ίδιο τον «Γέρο της Δημοκρατίας», που δεν ήταν κανένας άπειρος πολιτικά άνδρας -όπως ο νεαρός βασιλιάς, ώστε να μην μπορούσε να αντιληφθεί για το που θα οδηγούσαν οι ολομέτωπες επιθέσεις του με τους «ανένδοτους» αγώνες του. Σε ποιο αδιέξοδο πολιτικό δρόμο θα κατέληγε η άκαμπτη στάση του να γίνει και υπουργός Εθνικής Άμυνας -παγιδευμένος από τις προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες τού γιου του. Στον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος εμφορούμενος από έναν ακραίο ριζοσπαστισμό είχε υποτιμήσει τον συσχετισμό των δυνάμεων της εποχής -το παλάτι, τις αμερικανικές υπηρεσίες, τα δημοσιογραφικά συγκροτήματα, τους χρηματοδότες, την χούντα των αξιωματικών. Όλοι τους «έριξαν λάδι στη φωτιά».

Ίσως τίθενται τα ερωτήματα: Αποκλειόταν η περίπτωση να εκδηλωνόταν το πραξικόπημα των συνταγματαρχών την περίοδο της σταθερής κυβέρνησης του Ι. Παρασκευόπουλου; Πόσο η τελευταία διασφάλιζε την αποτροπή μιας συνταγματικής εκτροπής; Προφανώς, τίποτε δεν αποκλειόταν. Όπως δεν αποκλειόταν το πραξικόπημα να συνέβαινε και επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, πριν από την πτώση της και την περίοδο της «Αποστασίας». Όλα τα ενδεχόμενα ήταν πιθανά, εάν ο στόχος των συνωμοτών ήταν, σύμφωνα με τις υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, η ανακοπή της πολιτικής πορείας του «εξτρεμιστή» Ανδρέα Παπανδρέου προς την ηγεσία της Ένωσης Κέντρου. Συνομωσία η οποία εξυφάνθηκε από Αμερικανούς πράκτορες της CIA με τον «σύνδεσμό» τους στην ελληνική ΚΥΠ, Γεώργιο Παπαδόπουλο. Όμως όλα αυτά ανάγονται στη σφαίρα των σεναρίων και του «εάν» -οπότε και δεν παρουσιάζουν σοβαρό ιστορικό ενδιαφέρον.   

Οι πρωταγωνιστές της εποχής δεν έκαναν όλοι τους την αυτοκριτική τους. Δεν ανέλαβαν τα λάθη που διέπραξαν. Και όσοι μίλησαν, δικαιολόγησαν τούς εαυτούς τους, επιρρίπτοντας τις ευθύνες σε άλλους –σε εύκολα εξιλαστήρια θύματα. Ο Κωνσταντίνος ανέλαβε θαρραλέα τα λάθη που του αναλογούσαν. Ο «Γέρος της Δημοκρατίας» κάτι ελάχιστα παραδέχτηκε. Δεν πρόφτασε να πει περισσότερα, τον πρόλαβε ο θάνατος ενάμιση χρόνο μετά την δικτατορία. Και είχε πολλά να πει. Μέχρι τον θάνατο του δεν έχανε την ευκαιρία σε συζητήσεις του να καταλογίζει τις ευθύνες για την χούντα στον γιο του και την Αριστερά. Ως κρατούμενος σε μονάδα τεθωρακισμένων στο Γουδί, τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, έγινε γνωστό το τι είπε μόλις αντίκρυσε τον Λεωνίδα Κύρκο, επίσης συλληφθέντα: «Από την ώρα, που εσείς της Αριστεράς εκάματε με τον Αντρέα, κάτι σαν νέο ΕΑΜ, η δικτατορία κατέστη αναπότρεπτος». (Το γνωστοποίησε ο ίδιος ο Λεωνίδας Κύρκος σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Γιώργο Δουατζή, Σεπτέμβριος 2006). Παροιμιώδης δε ήταν η φράση του «Γέρου» για τον γιο του: «Προσθέτει προβλήματα, αφαιρεί ψήφους, διαιρεί το κόμμα και πολλαπλασιάζει τους εχθρούς». Όλα όσα θα ήθελε να πει ο Γ. Παπανδρέου για τον Ανδρέα, ίσως να τα είπε σε λίγες μόνο λέξεις στην διαθήκη του, όπου τού άφηνε «εις ό,τι εν ζωή δαπάνησα δια τα σπουδάς του». (Ο «Γέρος» πέθανε στη 1 Νοεμβρίου 1968).  

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή για το πολιτικό κλίμα στις παραμονές του πραξικοπήματος. Τις συνέταξε σε μεταγενέστερο σημείωμα του στο Παρίσι, και συμπεριλαμβάνονται στα αρχεία του:

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από το Παρίσι:

«Φταίνε οι δύο Παπανδρέου. Συναγωνίζονταν σε εξαλλοσύνες. Μοιραία η εκτροπή»

«Καθ’ όλον αυτό το διάστημα αμφέβαλα ζωηρώς αν θα εφθάναμεν εις τας εκλογάς. Το κλίμα το οποίον είχον δημιουργήσει οι δύο Παπανδρέου συναγωνιζόμενοι εις εξαλλοσύνην, η πεποίθησις η οποία είχε δημιουργηθεί εις το Στέμμα και το στράτευμα, ότι η Κεντροαριστερά θα κέρδιζε τας εκλογάς, και τέλος ο φόβος, τον οποίον οι δύο Παπανδρέου ενίσχυον ανοήτως με τους λόγους των, ότι την επομένην της εκλογής θα ανέτρεπαν τα πάντα, καθίστων σχεδόν μοιραίαν την εκτροπήν. Οι απειλούμενοι ήτο φυσικόν να αντιδράσουν εφ’ όσον ήσαν ισχυροί και πριν παραδοθούν. Ο πολιτικός κόσμος όμως κετελήφθη από τόσην τύφλωσιν όπως και το 1936, ώστε μολονότι την έβλεπε επερχομένην, να μην δύναται να αντιδράση λογικώς».

Αν και η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967 ήταν αποτέλεσμα μιας γενικευμένης πολιτικής σήψης, από το 1961 και μετά, στην πτώση της, τον Ιούλιο του 1974, το εγχώριο σύστημα και οι πολιτικοί που το συναποτελούσαν (όσοι ήταν πολιτικά υπόλογοι)  έμειναν αλώβητοι. Δεν τους αναζητήθηκαν ευθύνες για την επιβολή της επτάχρονης χούντας. Και ήταν πολλές οι ευθύνες τους. Και πως γινόταν οι πολιτικοί αρχηγοί και οι υπουργοί του 1967 να μην είχαν ευθύνες, όταν κυριολεκτικά πιάστηκαν όλοι τους στον ύπνο από την ομάδα των συνωμοτών; Στον ύπνο πιάστηκε ακόμη και ολόκληρη η Αριστερά, με τους νόμιμους ή παράνομους μηχανισμούς της (υποτίθεται) εν εγρηγόρσει. Με τον Λεωνίδα Κύρκο, μόλις λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα να δηλώνει στα στελέχη της ΕΔΑ «Το ’67 δεν είναι ’36».

Το πολιτικό σύστημα έμεινε στο απυρόβλητο γιατί πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα άλλαξε πρόσωπο. Ένα πρόσωπο προσαρμοσμένο στα νέα πολιτικά δεδομένα που επέτασσε η πτώση της δικτατορίας και η επάνοδος της δημοκρατίας. Σε αυτό συνέβαλε στα μέγιστα και η επιστροφή στην πολιτική σκηνή του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο τελευταίος, έχοντας ο ίδιος αναθεωρήσει στα χρόνια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι πολλές από τις παλιές του ιδέες, έφερε στη Ελλάδα πιο σύγχρονες και πιο φιλελεύθερες αντιλήψεις στη λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος -εν πολλοίς προσαρμοσμένες σε ευρωπαϊκές αρχές και αξίες. Ο Καραμανλής του 1974 δεν ήταν ο Καραμανλής του 1961 ή του 1955. Δεν ήταν ο ιστορικός ηγέτης της Δεξιάς, αλλά ο ιστορικός ηγέτης μιας άλλης εποχής, μιας νέας εποχής, αυτής της Μεταπολίτευσης. Όχι προσποιημένα, αλλά συνειδητά, πιστεύοντας ότι η Ελλάδα έπρεπε να γυρίσει σελίδα. Η παρουσία του ήταν καταλυτική σε ολόκληρο το σύστημα καθώς μετατόπισε όλο το φάσμα των πολιτικών αντιλήψεων προς άλλες κατευθύνσεις -περισσότερο προς το κέντρο και τον σοσιαλισμό, παρά προς τον συντηρητισμό. Υπενθυμίζεται πως ο Καραμανλής, εξ αφορμής κρατικοποιήσεων επιχειρήσεων και τραπεζών που προχώρησε η κυβέρνησή του, κατηγορήθηκε για «σοσιαλμανία».

Η Μεταπολίτευση

Ο πολιτικός λόγος στην Μεταπολίτευση δεν ήταν πλέον αντικομουνιστικός, παρά αντιχουντικός / αντιδεξιός. Δεν ήταν πλέον μονοσήμαντος γύρω από την έννοια της εθνικοφροσύνης, παρά προοδευτικός γύρω από μαρξιστικές θεωρίες. Δεν ήταν εμφυλιοπολεμικός, αλλά συμφιλιωτικός ακόμη και με την δογματική αριστερά.

Αυτή η ολική πολιτική / ιδεολογική μετατόπιση του συστήματος ήταν μάλλον αναπότρεπτη μετά από μια πτώση «χούντας εθνικοφρόνων», που «ιδεολογικά» κυριάρχησε επί μια επταετία με το σύνθημα «Ελλάς – Ελλήνων – Χριστιανών» -αντικαθιστώντας το παρεμφερές της προδικτατορικής περιόδου «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια». Ίσως και να ήταν αναγκαία (σ’ έναν βαθμό) στη νέα σελίδα προς πλήρη εκδημοκρατισμό που γύριζε η Ελλάδα το 1974. Απ’ αυτή όμως την μετατόπιση, πολλοί επωφελήθηκαν. Άλλοι κέρδισαν (δικαίως ή αδίκως) κι άλλοι εξαγνίστηκαν (απαράδεκτα). Μέσα από μια αντιχουντική - αντιδεξιά ρητορική εξαγνίστηκε το μέρος εκείνο του πολιτικού συστήματος, το οποίο ήταν υπόλογο για την επτάχρονη δικτατορία. Εξαγνίστηκε, επίσης, εν μέσω αντιχουντικών εκδηλώσεων και λαϊκών  κινητοποιήσεων κι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού, το οποίο στην επτάχρονη τυραννία των επίορκων συνταγματαρχών, εάν δεν απολάμβανε μόνο ευχαρίστως τα αγαθά του καταναλωτισμού της εποχής, παρέμεινε αδιάφορο για τα όσα συνέβαιναν. Χαρακτηριστικά ήταν τα λόγια του διανοητή της Αριστεράς, Περικλή Κοροβέση, συλληφθέντος και βασανισθέντος επί δικατορίας: «Αν αυτός ο κόσμος ο αντιχουντικός που εμφανίστηκε μετά το ’74 είχε εμφανιστεί το ’67, η χούντα θα κράταγε λίγους μήνες. Άρα αυτός ο όψιμος αντιχουντισμός είναι και η ενοχή του λαού που δεν αντιστάθηκε όσο έπρεπε». Και συνέχιζε στο άρθρο του, στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στις 14/4/2017: «Μετά την Μεταπολίτευση, έγινε πολύς λόγος για την ηρωική αντίσταση του ελληνικού λαού απέναντι στο φασιστικό καθεστώς της χούντας. Και όλα τα κόμματα διεκδικούσαν τη μερίδα του λέοντος. Αλλά κάποιοι που έζησαν κάθε μέρα και κάθε στιγμή εκείνης της περιόδου και ήταν ενεργοί εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος έχουν διαφορετική εικόνα: μετριούνταν κι έβγαιναν τρεις κι ο κούκος. Τελικά πόσοι άνθρωποι αντιστάθηκαν με την όποια μορφή εναντίον της χούντας;

»Ρώτησα παλιούς μου συναγωνιστές από την ΣΦΕΑ 1967 – 74 (Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αγωνιστών στη χουντική περίοδο) για τον αριθμό των μελών μας. Είμαστε γύρω στους 800. Κάναμε έναν πρόχειρο υπολογισμό για το περίπου πόσοι ήταν αυτοί που πήραν ενεργό μέρος. Υπολογίσαμε πως το μάξιμουμ ήταν δυόμισι – τρεις χιλιάδες. Και εδώ να κάνω μια μικρή παρένθεση. Θεωρώ αντίθετους με τη χούντα αυτούς που άκουγαν κρυφά τα ξένα ραδιόφωνα στα βραχέα, αυτούς που πιάστηκαν την πρώτη μέρα της δικτατορίας χωρίς να προλάβουν να κάνουν τίποτα, ακόμα και αυτούς που αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, και έχουν βαθιά την βαθιά εκτίμησή μου. Αν τους μετρήσουμε όλους μαζί, ίσως βγουν αρκετές χιλιάδες. Τι έκαναν οι υπόλοιποι; Όποια δυσαρέσκεια και να υπήρχε, είχαν αποδεχτεί τη χούντα. Με εξαίρεση τη Νομική και το Πολυτεχνείο, που και αυτά ήταν μειοψηφικά φαινόμενα σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας. Και κάποιες πρωτοβουλίες ατόμων από όλους τους πολιτικούς χώρους, ακόμη και βασιλικοί, η μεγάλη πλειονότητα αυτού του λαού ανέχτηκε τους συνταγματάρχες».

 Στο ίδιο μήκος κύματος και σκέψη του Βασίλη Ραφαηλίδη, επίσης διανοητή της Αριστεράς: «Που ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια τα ανομήματά της και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα – ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι η χούντα έπεσε γιατί σάπισε». (εφημερίδα «Lifo», 21/4/2015).

Η ιδεολογική ηγεμονία του ΚΚΕ

Ανάμεσα στους κερδισμένους της Μεταπολίτευσης ήταν και μια μεγάλη θορυβώδη γενιά, η οποία εξαργύρωσε μάλλον ανύπαρκτους αντιστασιακούς αγώνες και στο όνομα ενός αμφιλεγόμενου προοδευτισμού έκανε πολιτική καριέρα -και δέσποσε στην πολιτική σκηνή της χώρας για δεκαετίες. Οι πραγματικοί αγωνιστές κατά της επτάχρονης τυραννίας προτίμησαν την σεμνή σιωπή -ελάχιστοι μόνο διεκδίκησαν πολιτικές θέσεις και δικαίως τις κατέλαβαν. Ο μεγάλος ωστόσο κερδισμένος ήταν το ΚΚΕ, το οποίο μετά από δεκαετίες στην παρανομία, καθώς βρισκόταν εκτός νόμου, βρέθηκε νομιμοποιημένο από την κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή. Απόφαση τομή, που ούτως ή άλλως επιβαλλόταν σε μια κατάσταση πλήρους αποκατάστασης των ελευθεριών του λαού -και που ήρθε, βέβαια, αναπόφευκτα ως αντίρροπο στην κατάρρευση ενός ολοκληρωτικού φασιστικού καθεστώτος. Και το κέρδος του ΚΚΕ δεν ήταν τόσο αυτή καθαυτή η νομιμοποίηση του, ούτε το ποσοστό που κατέκτησε στις πρώτες ελεύθερες εθνικές που ακολούθησαν, τον Νοέμβριο του 1974, υπό την Ενωμένη Αριστερά του Ηλία Ηλιού, ούτως ή άλλως σχετικά μικρό -μόλις το 9.48% των ψήφων. Το μεγάλο κέρδος του, πολλαπλάσιο μεγαλύτερο της εκλογικής του δύναμης, ήταν, ότι επέβαλε στην κοινή γνώμη / λαϊκή συνείδηση -εκλαμβάνοντας την νομιμοποίησή του ως δικαίωση της ιστορίας και των αγώνων του- τις μαρξιστικές του αρχές ως τις μόνες φιλοπρόοδες. Ως τις αποκλειστικές κοντά στα συμφέροντα του λαού -όχι μόνο της εργατικής τάξης. Όλες οι άλλες ιδεολογίες για το ΚΚΕ ήταν αντιδραστικές -της πλουτοκρατίας. Με αφετηρία την Μεταπολίτευση, ηγεμόνευσε ιδεολογικά σ’ όλα τα επόμενα χρόνια.

Όταν υπάρχουν ευνοημένοι / εξαγνισμένοι και κερδισμένοι, υπάρχουν και ηττημένοι. Πρώτος ηττημένος, ως ιδεολογικός χώρος, ήταν ο συντηρητισμός της πάλαι ποτέ (προδικτατορικής) δεξιάς -αν και οι συντηρητικοί πολίτες της Μεταπολίτευσης εκφράστηκαν σ’ έναν μεγάλο βαθμό μέσα από τις τάξεις της Νέας Δημοκρατίας που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Η Νέα Δημοκρατία της Μεταπολίτευσης δεν ήταν η συνέχεια της παλιάς Δεξιάς -του Λαϊκού Κόμματος, του Ελληνικού Συναγερμού, της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης. Ουδέποτε ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας χρησιμοποίησε για το κόμμα του τους όρους «δεξιό» ή «συντηρητικό». Για τον Κ. Καραμανλή η ΝΔ ήταν η παράταξη του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού. Εν ολίγοις, το 1974, το ιδεολόγημα της προχουντικής Δεξιάς, της λεγόμενης εθνικοφροσύνης, ήταν υπό κατάρρευση -αν όχι εξοστρακισμένο από τον πολιτικό πεδίο. Ο Κ. Καραμανλής, όσο κι αν κατηγορήθηκε (όχι άδικα από τον σκληρό πυρήνα του συντηρητισμού / Δεξιάς), έχοντας αφουγκραστεί την εποχή του, δεν μπορούσε να συνεχίσει στην Μεταπολίτευση κάτι το οποίο είχε ξευτελιστεί. Και η εθνικοφροσύνη, που κάποτε ήταν μια σοβαρή ιδεολογική πλατφόρμα, ένα ανθεκτικό λαϊκό ρεύμα και ένα ισχυρό αντίβαρο απέναντι στην Αριστερά, ξευτελίστηκε στα χρόνια της επτάχρονης δικτατορίας χάρις σ’ έναν τελείως παρωχημένο αντικομουνισμό. Η Αριστερά θα μπορούσε να ειπωθεί (καθ’ υπερβολή) ότι οφείλει τα μάλα στον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο -και τους υπόλοιπους αγράμματους και ανιστόρητους της παρέας του. Δεν είναι ανεξήγητο ότι το ΚΚΕ ηγεμόνευσε ιδεολογικά από την Μεταπολίτευση και μετά, για δεκαετίες ολόκληρες. Δεν συνάντησε απέναντί του κανέναν ιδεολογικό «κυματοθραύστη» -κι από εκεί που ήταν μέχρι το 1967 απολογούμενο για την δράση του, βρέθηκε επτά χρόνια αργότερα να είναι ο κήνσορας των πάντων. Ο συντηρητισμός πιάστηκε κυριολεκτικά εξ απίνης και παρασυρμένος από το κλίμα του προοδευτισμού κυριαρχήθηκε από ένα σύμπλεγμα ενοχής για το παρελθόν του. Κατά πολλούς ακατανόητα. Και από εκεί που η Δεξιά (κι όλος ο δημοκρατικός χώρος) ήταν η άλλοτε νικήτρια απέναντι στην Αριστερά, σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, ιδεολογικό, οικονομικό, στρατιωτικό), βρέθηκε στην Μεταπολίτευση στη θέση του απολογούμενου. Άτολμη και ευνουχισμένη, όχι απλώς αποποιήθηκε το αυταρχικό καθεστώς του παρελθόντος της, αλλά και τα ουσιώδη στοιχεία της συντηρητικής της ταυτότητας, παραδίδοντας άνευ όρων πολλές φορές, την ιδεολογική κυριαρχία στην Αριστερά.

Αν και ευνουχισμένη ιδεολογικά η Δεξιά, ως φιλελεύθερος χώρος τουλάχιστον, στα μεταπολιτευτικά χρόνια φάνηκε μεγάθυμη και συμφιλιωτική προς την Αριστερά. Αυτό απεδείκνυε, συν τοις άλλοις, την νέα της πολιτική φυσιογνωμία και τα βαθιά δημοκρατικά της αισθήματα με τα οποία διακατεχόταν. Τέτοιο μεγάθυμο και δημοκρατικό πρόσωπο, στην μεταπολίτευση, δεν έδειξε το ΚΚΕ, το οποίο παρέμεινε ένα κόμμα αγκυλωμένο στο παρελθόν της Σοβιετικής Ένωσης. Ένα κόμμα που ποτέ στην ιστορία του δεν αναγνώρισε τα ιστορικά του λάθη, ένα κόμμα που δεν κατάφερε να μπει στον 21ο αιώνα με άλλον αέρα -προσαρμοσμένο στις νέες ιδεολογικές ανακατατάξεις της  εποχής, και κυρίως στα σύγχρονα αιτήματα των πολιτών. Ίσως αυτοί είναι οι λόγοι που το ΚΚΕ είναι καθηλωμένο σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις σ’ ένα ποσοστό γύρω στο 6%.

Η μεγαθυμία του συντηρητικού / φιλελεύθερου χώρου, της Νέας Δημοκρατίας, φάνηκε στον θάνατο του Γ.Γ του ΚΚΕ, Χαρίλαου Φλωράκη -του άλλοτε αντάρτη του ΕΛΑΣ με το προσωνύμιο «Καπετάν Γιώτης». Ο Χ. Φλωράκης πέθανε στον Μάιο του 2005. Στην πολιτική του κηδεία, στα γραφεία του ΚΚΕ στον Περισσό (στο «σπίτι του λαού») εν μέσω χιλιάδων κομμουνιστών, υψωμένων γροθιών και κόκκινων λαβάρων, παραβρέθηκε ο τότε πρωθυπουργός και αρχηγός της ΝΔ Κώστας Καραμανλής, ο τότε υπουργός Εσωτερικών Προκόπιος Παυλόπουλος και η τότε υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη. Με απόφαση δε της κυβέρνησης αποφασίστηκε η κηδεία του Γ.Γ του ΚΚΕ να γίνει δημοσία δαπάνη. Αυτό που συνέβη ήταν αδιανόητο να συμβεί στην προ χουντική εποχή, δηλαδή αρχηγός συντηρητικού χώρου και πρωθυπουργός της χώρας να παραστεί τιμητικά σε κηδεία γραμματέα του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.                          

Ένας άλλος ηττημένος στην Μεταπολίτευση του Ιουλίου του 1974 ήταν προσωπικά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, και το πολιτειακό καθεστώς της βασιλευομένης δημοκρατίας το οποίο εκπροσωπούσε. Ο θεσμός της βασιλείας ηττήθηκε πολύ πιο πριν από το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου του 1974. Ηττήθηκε από τις πρώτες δραματικές στιγμές της μετάβασης από την δικτατορία στην δημοκρατία, όπου ένα προσωπικό του θέμα που αφορούσε τον θρόνο του και την επιστροφή του στην Ελλάδα, αντί να το χειριστεί ο ίδιος, με τόλμη και αποφασιστικότητα, άφησε να το διαχειριστούν άλλοι. Άτολμος, άπειρος ή εξαιρετικά ευκολόπιστος και ευγενής; Ή, όλα μαζί;

Ουσιαστικά «εκτός παιγνιδιού», αφού η πρώτη ημέρα της Μεταπολίτευσης δεν τον βρήκε στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος έγινε ο εύκολος στόχος ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Η στοχοποίησή του εξυπηρετούσε την ανάγκη δημιουργίας ενός και μόνο ενόχου για τα δεινά του παρελθόντος -για την δοκιμασία της χώρας και του λαού επί χούντας. Ενός και μοναδικού υπαίτιου, έτσι ώστε όλοι οι άλλοι, αν και υπόλογοι σε πολλά, να αποδοθούν στην δημόσια σκηνή ως άσπιλοι και αμόλυντοι, να διατηρήσουν την πολιτική τους ύπαρξη -και να συνεχίσουν την καριέρα τους στην νέα μεταπολιτευτική περίοδο που ανοίγονταν μπροστά τους. Προφανώς και ο Κωνσταντίνος συγκέντρωνε τις «προδιαγραφές» για να καταστεί ο «αποδιοπομπαίος τράγος» του συστήματος. Είχε και αυτός, άμεσα ή έμμεσα, μεγάλο ή μικρό, ηθελημένα ή αθέλητα, μερίδιο ευθύνης για τη χούντα. Και του φόρτωσαν επάνω του όχι αυτό που του αναλογούσε, αλλά το σύνολο των ευθυνών και των αβλεψιών ενός ολόκληρου πολιτικού κόσμου. Ενός ολόκληρου αποσυντιθέμενου πολιτικού συστήματος, το οποίο είχε ίσως το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την δικτατορία του 1967.

Η στοχοποίηση του βασιλιά Κωνσταντίνου

Η στοχοποίησή του ήταν ακραία. Προσβλητική, δηλητηριώδης και μνησίκακη. Όποιος πλειοδοτούσε περισσότερο σε βάρος του με κατηγορίες, τόσο περισσότερα εύσημα δημοκρατικότητας αποκτούσε. Συνέβη, κατά κάποιον τρόπο, το αντίστροφο των όσων γίνονταν στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Όποιος πλειοδοτούσε σε ακραίο αντικομουνιστικό λόγο, τόσο περισσότερα εύσημα πατριωτισμού αποκτούσε. «Πως περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα!» όπως έγραφε ο Γεώργιος Βιζυηνός στο ΄΄Ποιος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου΄΄.

Τεσσερισήμισι περίπου μήνες, από την ημέρα της Μεταπολίτευσης και μέχρι και την ημέρα του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, με το οποίο κρίθηκε οριστικά το πολιτειακό ζήτημα, ήταν αρκετός χρόνος, μετά την ολομέτωπη επίθεση που δέχθηκε, για να εκμηδενιστεί πλήρως ο Κωνσταντίνος -και μαζί με αυτόν να «σβηστεί» από την ιστορία του νεοελληνικού κράτους η βασιλεία. Ως να μην υπήρξε ποτέ ως πολίτευμα, πότε μεγαλύνοντας και πότε ζημιώνοντας την Ελλάδα. Όπως και οι πολιτικοί της ταγοί. Καθοριστικό ρόλο σε όλη αυτή αντιμοναρχική εκστρατεία είχε το ΚΚΕ, το οποίο μέσα σε διάστημα ολίγων μηνών έβγαλε όλα τα πολιτικά απωθημένα του των περίπου πενήντα ετών της δράσης του. 

Ακόμη, και μετά την επίλυση του πολιτειακού, η Δημοκρατία δεν άφησε στην ησυχία και στην εξορία του, τον τελευταίο βασιλιά της Ελλάδας. Το μένος ορισμένων πολιτικών, κάθε φορά που ψάχνονταν για περγαμηνές δημοκρατικότητας, ήταν ανεξάντλητο. Έφτασαν μέχρι το σημείο να αρνούνται να του χορηγήσουν διαβατήριο προκειμένου να μην μπορεί να ταξιδέψει και να του αφαιρούν την ελληνική ιθαγένεια. Σαν να μην είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, σαν να μην είχε βαπτιστεί χριστιανός ορθόδοξος, σαν να μην μιλούσε την ελληνική γλώσσα, σαν να μην δόξασε την χώρα του ως Ολυμπιονίκης -σαν να μην άφησε στο τέλος την τελευταία του πνοή όπως το επιθυμούσε στη γενέθλια πατρίδα του. Σαν ο πρόγονός του, ο παππούς του Κωνσταντίνος Α΄, που ως αρχηγός του στρατού απελευθέρωσε την Μακεδονία και την Ήπειρο, να ήταν κάποιος «αλλοδαπός». Κάποιος «μη Έλληνας». Ούτε οι χειρότεροι εχθροί της Ελλάδας δεν θα κατέφευγαν σε τόσο φθηνά και μνησίκακα μέσα. Μόνο η χούντα κατέφευγε για τους αντιπάλους της στην αφαίρεση τής ελληνικής ιθαγένειας τους. Το ίδιο και η Δημοκρατία;

Ήταν τόσο εμπαθή τα συμπλέγματα της Δημοκρατίας σε όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια, αν όχι μόνο γελοία, όπου ακόμη λέξεις και φράσεις που είχαν καθιερωθεί μέσω της ιστορίας, του πολιτισμού και της θρησκείας, απαλείφθηκαν ως αναχρονιστικές και αντιδημοκρατικές από την ελληνική γλώσσα. Ο στόχος δεν ήταν άλλος, παρά «τίποτα να μην μείνει όρθιο» που να θυμίζει το παρελθόν -την ιστορία της Ελλάδας. Τίποτε που να νοθεύει και να απειλεί (υποτίθεται) το δημοκρατικό φρόνημα της κοινωνίας. Έτσι, στο τροπάριο της εκκλησίας «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος…», το «τοις βασιλεύσι» αντικαταστάθηκε με το «τοις ευσεβέσι». Η πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιττα (δεν έχει καμία σχέση με βασιλείς, αλλά με έθιμο σχετικά με τον άγιο Βασίλειο) που χρόνια προφέρονταν έτσι από τις ελληνικές οικογένειες, ονομάζονταν σκέτο «πίττα». Στα πατροπαράδοτα κάλαντα, η αποστροφή «εκκλησιά με τον άγιο θρόνο», μετατράπηκε σε «εκκλησιά με τον άγιο χρόνο». Το αυτοκρατορικό Βυζάντιο σχεδόν εξαιρέθηκε από την διδακτέα ύλη των σχολείων -ήταν κάπως βαρύ για την Δημοκρατία να γίνεται λόγος για την «Βασιλίδα των Πόλεων», την Κωνσταντινούπολη, ή για τον «Μαρμαρωμένο Βασιλιά», τον τελευταίο Έλληνα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Πάλι καλά, ίσως ειπωθεί από μερικούς, ότι το ντελίριο της δημοκρατικότητας δεν παρέσυρε από την χριστιανική θεολογία, την «βασιλεία του Θεού», την «βασιλεία των ουρανών» και την επιγραφή στον Σταυρό του Κυρίου «ΙΝΒΙ -Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων», σε «κυβέρνηση του Θεού», σε «προεδρία των ουρανών» και σε «Ιησούς Ναζωραίος Πρόεδρος των Ιουδαίων».

Κι αν τα προαναφερόμενα (ενδεικτικά) παραδείγματα αποτελούν φαιδρότητες μιας ευτράπελης συμπεριφοράς, που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα πρέπει να δίνει ιδιαίτερη σημασία, αν και σημαδιακή μιας αρρωστημένης πολιτικής αντίληψης που κυριάρχησε, η αντιβασιλική νοοτροπία των κομμάτων που κυβέρνησαν την χώρα, πάνω στο θέμα της αξιοποίησης των πρώην ανακτόρων και των βασιλικών κτημάτων στο Τατόι, έφτασε σε επίπεδα φανατικής τύφλωσης. Κανείς πρωθυπουργός δεν θέλησε σε όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια να ασχοληθεί με κάτι το πολύτιμο, το οποίο διέθετε η Ελλάδα -κι αυτό μήπως και χαρακτηρισθεί ως αντιδημοκράτης ή ως φιλομοναρχικός. Και αφέθηκε αυτή η ανεκτίμητη ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης δημοκρατικότητας και μιας ανόητης  μισαλλοδοξίας, στην ερείπωσή του. Σαν να επρόκειτο το Τατόι να ήταν το μίασμα της δημοκρατίας. Όταν σε όλες τις χώρες του κόσμου, όπου καταργήθηκε η βασιλεία, οι κυβερνήσεις τους δεν είχαν κανένα απολύτως κόμπλεξ για να μην αξιοποιήσουν τις περιουσίες των πρώην εστεμμένων τους, κανέναν ενδοιασμό μήπως και κλονιστεί το δημοκρατικό τους  πολίτευμα, κανέναν φόβο μήπως και χαρακτηριστούν ως αντιδημοκράτες. Απλώς δεν είχαν αρρωστημένη / χολερική σχέση με την Ιστορία τους.

Τα ανιστόρητα επιχειρήματα της σημερινής κυβέρνησης

Κατόπιν όλων αυτών, δεν είναι απορίας άξιο το ότι η κυβέρνηση δεν αποφάσισε στην κηδεία του τελευταίου βασιλιά των Ελλήνων να του αποδοθούν οι τιμές που επιβάλλονταν ως πρώην αρχηγού του ελληνικού κράτους. Η απόφαση της κυβέρνησης ήταν μεν μικρόψυχη άτολμη και φοβική προς την Αριστερά, ήταν δε και ισορροπητική / ρεαλιστική. Με την έννοια ότι συμβάδισε σε μεγάλο βαθμό με την διαμορφωμένη πολιτική νοοτροπία εδώ και πενήντα χρόνια, τόσο σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων όσο και ελληνικής κοινωνίας. Κατανοητή ως έναν βαθμό η απόφαση. Ωστόσο τα επιχειρήματα που επιστράτευσε ήταν μάλλον ευτελή -και ως επί το πλείστο ανιστόρητα.

Σύμφωνα με τα όσα δημοσιεύτηκαν στον Τύπο, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης οδηγήθηκε στην απόφασή του να κηδευτεί ο Κωνσταντίνος ως ιδιώτης, επειδή έκρινε ότι: Πρώτον: Δεν μπορούσε να κηδευτεί ως τέως αρχηγός κράτους γιατί απλά υπήρξε αρχηγός του Βασιλείου της Ελλάδας, το οποίο δεν υφίσταται πια. Δεύτερον: Βάσει του Συντάγματος της Ελλάδας, στους Έλληνες πολίτες δεν απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται τίτλοι ευγενείας ή διάκρισης.

Το δεύτερο επιχείρημα στηρίζεται στο άρθρο 7 του Συντάγματος. Δεν έχει όμως την παραμικρή σχέση με την κηδεία ενός αρχηγού κράτους. Το «βασιλεύς των Ελλήνων» που κατείχε ο Κωνσταντίνος, δεν ήταν τίτλος ευγενείας ή διάκρισης, αλλά  αξίωμα. Όπως αξίωμα είναι και ο «Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατία». Το άρθρο 7, πως κατά την ερμηνεία του πρωθυπουργού της χώρας, δεν αναγνωρίζει κάτι το οποίο υπήρξε αναμφισβήτητο γεγονός στο παρελθόν, ότι δηλαδή ο Κωνσταντίνος διετέλεσε ανώτατος πολιτειακός άρχων της Ελλάδας; Συνεπώς, εάν στην κηδεία του τού αποδίδονταν τιμές, δεν θα ήταν επειδή είχε τίτλο ευγενείας, αλλά επειδή κατείχε ανώτατο πολιτειακό αξίωμα -διότι υπήρξε ο συνταγματικός αρχηγός του ελληνικού κράτους.

Ως προς τον λαϊκισμό των διαφόρων αδαών, ότι ο Κωνσταντίνος δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί τον τίτλο «βασιλεύς» επειδή είχε εκπέσει του αξιώματός του, ή, ότι δεν είχε έγγραφο ταυτοπροσωπίας με ελληνικό όνομα, ενδείκνυται να αναφερθεί, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθμό 4575 / 1996 απόφαση του γνωμοδότησε ότι η αναγραφή στο διαβατήριο «βασιλεύς Κωνσταντίνος» δεν είναι τίτλος ευγενείας, αλλά προσδιορισμός του προσώπου του. Επίσης, βάσει της Συνθήκης της Βιέννης του 1815, το αξίωμα και ο τίτλος «βασιλιάς», «βασίλισσα», «πρίγκηπας», «πριγκίπισσα», διατηρείται ισόβια και όταν παύεται από το αξίωμα.  

Το πρώτο επιχείρημα ήταν εφεύρημα της στιγμής. Δεν έχει καμιά ιστορική βάση. Ουδέποτε η Ελλάδα, όταν σεβόταν την Ιστορία της και υπήρχε στοιχειώδης πολιτικός πολιτισμός στη δημόσια ζωή του τόπου, ο τρόπος που κήδευε τους διατελέσαντες αρχηγούς και πρωθυπουργούς της δεν εξαρτάτο αναλόγως του επικρατούντος πολιτεύματος -ή, συμφώνως με την πολιτική κατάσταση που ίσχυε. Πάντα η κηδεία τους γινόταν με εθιμοτυπικό πρωτόκολλο που αναγνώριζε το αξίωμά τους , είτε με απόδοση τιμών ή με δημοσία δαπάνη (τιμής ένεκεν) -ακόμη κι αν ο εκδημών είχε υπάρξει πολέμιος του υφιστάμενου πολιτεύματος ή πολιτικός αντίπαλος της κρατούσης κυβέρνησης.   

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου θεωρήθηκε ο ιδρυτής του πολιτεύματος της αβασίλευτης δημοκρατίας. Διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, το 1924 και το 1932. Την πρώτη φορά κήρυξε έκπτωτη την μοναρχία. Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου του 1936. Σε χρόνο που στην Ελλάδα υπήρχε το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας, και μάλιστα δικτατορία (Ι. Μεταξάς). Με απόφαση του Στέμματος και με την σύμφωνη γνώμη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, στον τεθνεώτα αποδόθηκαν τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη. Το Στέμμα και η κυβέρνηση δεν σκέφτηκαν τότε, ότι ο Παπαναστασίου διετέλεσε πρωθυπουργός σε καθεστώς το οποίο δεν υφίστατο κατά τον χρόνο του θανάτου του, οπότε και δεν έπρεπε να τιμηθεί.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης διετέλεσε πρόεδρος της Δημοκρατίας, διαδεχόμενος στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της Ελλάδας τον Παύλο Κουντουριώτη, ο οποίος είχε παραιτηθεί για λόγους υγείας, τον Δεκέμβριο του 1929. Ο Ζαΐμης απεβίωσε κι αυτός επί πολιτεύματος βασιλευομένης δημοκρατίας και δικτατορικού καθεστώτος. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1936. Στην κηδεία του αποδίδοντας τιμή για αυτό που διετέλεσε,  παρευρέθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ , ενώ τον επικήδειο εκφώνησε ο μεγάλος του πολιτικός αντίπαλος, ο Ιωάννης Μεταξάς -ο οποίος εξήρε το έργο του εκδημούντος. Και σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρξε η σκέψη ότι ο Ζαΐμης υπήρξε αρχηγός του ελληνικού κράτους σε πολίτευμα, το οποίο είχε πάψει να ισχύει όταν απεβίωσε.

Η περίπτωση του Ν. Πλαστήρα

Εκδίωξε έναν βασιλιά, ανέτρεψε μια βασιλική κυβέρνηση, συναίνεσε στην εκτέλεση τριών βασιλικών πρωθυπουργών, επιχείρησε δύο κινήματα σε βάρος εκλεγμένης κυβέρνησης. Το Στέμμα όταν απεβίωσε του απέδωσε τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία του Νικολάου Πλαστήρα, του λεγόμενου «Μαύρου Καβαλάρη», από τους στενούς συνεργάτες και θερμός οπαδός τού Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο Πλαστήρας ήταν στρατιωτικός, ήρωας στους βαλκανικούς πολέμους και στην μικρασιατική εκστρατεία, σφόδρα πολέμιος της μοναρχίας, αρχηγός της επαναστατικής επιτροπής που ανέτρεψε το 1922 την κυβέρνηση των Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου (και οι τρεις εκτελέστηκαν ως υπαίτιοι για την μικρασιατική καταστροφή) και ήταν αυτός που υποχρέωσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ σε παραίτηση από τον θρόνο του. Διετέλεσε δε και τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Εκτός από την ένδοξή του, υπήρξε και η αρνητική πλευρά τής ιστορίας του, η οποία αξιώνει πιο εκτενή αναφορά. Η αρνητική του πλευρά συνίσταται στο ότι υπήρξε ένας πραξικοπηματίας. Για λογαριασμό του Ε. Βενιζέλου επιχείρησε δύο κινήματα, το 1933 και το 1935, επιδιώκοντας να ανατρέψει την νόμιμη εκλεγμένη κυβέρνηση (Π. Τσαλδάρη). Η αντίληψη που τον παρακίνησε στα πραξικοπηματικά του εγχειρήματα ήταν, ότι η άνοδος των αντιβενιζελικών στην εξουσία θα σήμανε και το τέλος της δημοκρατίας. Απέτυχε και τις δύο φορές. Κατέφυγε για να μην συλληφθεί αρχικά στον Λίβανο και στη συνέχεια στη Γαλλία. Ερήμην καταδικάστηκε στην Αθήνα από το Στρατοδικείο σε θάνατο. (Το ίδιο και ο Ε. Βενιζέλος). Με την παλινόρθωση της βασιλευομένης δημοκρατίας και την επιστροφή στον θρόνο τού Γεώργιου Β΄ (1935) έλαβε από τον βασιλιά αμνηστία, όπως και ο Βενιζέλος.

Το σημαντικό στο δεύτερό του κίνημα, εκτός του ό,τι επιχείρησε να ανατρέψει δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ήταν πως στις προθέσεις του ήταν να εφαρμόσει ένα καθεστώς στα πρότυπα του Ιταλού δικτάτορα Μ. Μουσολίνι. Δεν έμεινε μόνο εκεί. Στα αμέσως επόμενα χρόνια, κι ενώ η Ελλάδα στέναζε από τον Γερμανό κατακτητή, από τη Γαλλία όπου εξακολουθούσε να παραμένει, και συγκεκριμένα έχοντας βρει καταφύγιο στο φιλοναζιστικό κράτος του Βισύ, ο Πλαστήρας απεργάζονταν την ιδέα να καταστεί κατοχικός πρωθυπουργός. Πίστευε, ότι μια κατοχική κυβέρνηση θα ήταν μια λύση κα μια μεταβατική ανάγκη για τον υπόδουλο ελληνισμό, ώστε να ετοιμαστεί για την απελευθέρωσή του μελλοντικά.

Στις 21 Απριλίου 1941, κι ενώ οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Θεσσαλονίκη και την Λάρισα -και προέλαυναν προς την Αθήνα, ο Πλαστήρας αποστέλλει επιστολή στον φίλο και συνεργάτη του, Κομνηνό Πυρομάγλου (μετέπειτα υπαρχηγό της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΔΕΣ, του Ναπολέοντα Ζέρβα) στον οποίο επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να σχηματιστεί φιλογερμανική κυβέρνηση. «Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει κυβέρνησις φιλογερμανική για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα τελείωνε και μετά τινάς μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)», έγραφε στον Πυρομάγλου. Η επιστολή αυτή του Ν. Πλαστήρα αποκαλύφθηκε και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» πριν από είκοσι έξι χρόνια, και συγκεκριμένα στις 14 Σεπτεμβρίου 1997.

Σε άλλη του επιστολή, λίγο μετά από την προηγούμενη, στις 16 Ιουλίου 1941, προς τον πρέσβη της Ελλάδας στην Γαλλία (στο Βισύ), Πλούταρχο Μεταξά, θα του πει: «Υπήρχε έδαφος διευθετήσεως της ελληνοΐταλικής συρράξεως τη μεσολαβήσει της Γερμανίας. Η αδεξιότης επί της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου οδήγησεν τον ελληνικόν λαόν εις έναν άνισον πόλεμον με μιαν μεγάλην δύναμιν ως η Ιταλία. Και το μοιραίον επήλθεν. Η Ελλάς ήχθη προς αυτοκτονίαν παρά μιας Βασιλικής Κυβερνήσεως δεχθείσης μετ’ απεριγράπτου αφελείας ν’ αντιμετωπίση τας δύο μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις της Ευρώπης, καίτοι της υπεδείχθη υπό της συμμάχου Αγγλίας ότι η βοήθεια θα είναι αυστηρώς περιωρισμένη. Η ανήκουστος κουφότης της Βασιλικής Κυβερνήσεως υπήρξεν η αφορμή μιας τραγικής καταστροφής της Χώρας εντός ολίγων ημερών και ως να μην ήρκει τούτο, παρέτεινεν ασκόπως τον πόλεμον, δια να συντελεσθή η πράξις η τελευταία του δράματος, δια της μεταροπής εις ερείπια της ωραίας, αλλά ατυχούς νήσου Κρήτης». Η συγκεκριμένη επιστολή αποκαλύφθηκε από την εφημερίδα «Ελληνικό Αίμα», στις 5 Απριλίου του 1945. Εκείνη την περίοδο πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Ν. Πλαστήρας, έχοντας διαδεχθεί τον Γ. Παπανδρέου, ο οποίος είχε παραιτηθεί μετά τα «Δεκεμβριανά» του 1944 της Αριστεράς. Η αποκάλυψη της επιστολής προκάλεσε τότε στην Αθήνα πολιτικό σεισμό και ο «Μαύρος Καβαλάρης» υποχρεώθηκε σε παραίτηση από την πρωθυπουργία.

Αντί σχολίων στα λεγόμενα του Πλαστήρα στις επιστολές του, είναι προτιμότερο να παρατεθεί ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του πανεπιστημιακού, πολιτικού επιστήμονα, ιστορικού και συγγραφέα, Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου: «Η ώρα του Μεταξά ως εθνικού ηγέτη σήμανε όταν τον ξύπνησε ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. ΄΄Σαν έτοιμος από καιρό΄΄ ο Μεταξάς επωμίστηκε ανενδοίαστα την ιστορική ευθύνη του ΟΧΙ. Εκείνη τη νύχτα, υπήρξε ο κατάλληλος άνθρωπος -αν όχι ο μόνος κατάλληλος- να απαντήσει στο ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο. Αν στη θέση του Μεταξά είχε βρεθεί ως δικτάτορας ο Πλαστήρας, αν δηλαδή είχε επικρατήσει το Κίνημα του 1935, είναι βέβαιο ότι η απάντησή του θα ήταν διαφορετική. Δεν είναι μόνο ότι ο Πλαστήρας είχε γίνει από αρκετά χρόνια άκριτος θαυμαστής του Μουσολίνι, όπως δήλωνε ήδη το 1933, ούτε ότι φιλοδοξούσε να μιμηθεί αυτόν περισσότερο από κάθε άλλον δικτάτορα. Το 1941, από τη Γαλλία όπου παρέμεινε εξόριστος, κατηγορούσε τον Μεταξά και τον Γεώργιο Β΄ ότι οδήγησαν την Ελλάδα σε άνισο πόλεμο με την Ιταλία και τη Γερμανία, που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Κατά λογική συνέπεια, ο Πλαστήρας δεν θα είχε απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο ή μάλλον θα είχε φροντίσει να μην υπάρξει καν ανάγκη τελεσιγράφου. Άλλωστε, ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Άξονα. Βαυκαλιζόταν, όπως φαίνεται, με την ελπίδα ότι αυτές θα τον εγκαθιστούσαν δικτάτορα στην κατεχόμενη Ελλάδα». (Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, «Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού», Εκδόσεις ΄΄Πατάκη΄΄).

Ας αναπτυχθεί ένα σενάριο στα πρότυπα των απόψεων του Πλαστήρα, προκειμένου να τεθούν κάποια ερωτήματα:

Εάν υπήρχε ένας βασιλιάς ο οποίος δεν θα ήταν αντίθετος να κατακτηθεί η χώρα του από τις δυνάμεις του Άξονα. Εάν ο ίδιος βασιλιάς δεν θα ήταν διατεθειμένος με τον στρατό του κράτους του να πολεμήσει τον εισβολέα και να υπερασπιστεί την εδαφική κυριαρχία της πατρίδας του. Εάν, ακόμη, ο συγκεκριμένος βασιλιάς, σκεπτόταν κατοχική κυβέρνηση για να συνεργαστεί με τους κατακτητές της χώρας του. Αυτός λοιπόν ο βασιλιάς, τα ερωτήματα στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να σταθεί στην χώρα του μετά την απελευθέρωσή της; Θα τον χώραγε πουθενά ο τόπος του; Εάν πέθαινε στη χώρα του, ακόμη και σε καθεστώς βασιλευομένης δημοκρατίας, υπήρχε περίπτωση -όχι να του αποδοθούν τιμές, αλλά να βρεθεί σπιθαμή γης για να δεχθεί τη σορό του;

Οι απαντήσεις είναι εύλογες. Και οι απαντήσεις θα είναι οι ίδιες, εάν στο σενάριο που αναπτύχθηκε, στη θέση του βασιλιά ήταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ένας Πρωθυπουργός. Κι όμως, ο «Μαύρος Καβαλάρης», που σκεπτόταν όλα τα προαναφερόμενα για την χώρα του, αποπειραθείς δυο φορές να ανατρέψει πραξικοπηματικά την εκλεγμένη από τον λαό κυβέρνηση, όταν απεβίωσε, το πολιτειακό καθεστώς της βασιλευομένης δημοκρατίας του απέδωσε τιμές. Ο Νικόλαος Πλαστήρας πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1953. Κηδεύτηκε με απόφαση της κυβέρνησης (Α. Παπάγος) δημοσία δαπάνη και του αποδόθηκαν τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού. Στην κηδεία του δε παρευρέθηκε ο βασιλιάς Παύλος. Η Δημοκρατία (βασιλευομένη) δεν έκανε κάτι το διαφορετικό, παρά το πολιτικώς πρέπον. Τίμησε το αξίωμα που κατείχε ο μεταστάς. Ότι διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, ασχέτως εάν τη μια φορά είχε παραιτηθεί ατιμωτικά -καθώς αποκαλύφθηκαν οι επιστολές του με το φιλοχιτλερικό περιεχόμενο. Και από το Στέμμα (το «Βασίλειο της Ελλάδας») δεν επικράτησε η μνησίκακη σκέψη, ότι ο αείμνηστος είχε εκδιώξει από τον θρόνο του τον πατέρα τού εν ενεργεία βασιλιά Παύλου, τον Κωνσταντίνο Α΄ , ότι είχε ανατρέψει μια βασιλική κυβέρνηση κι ότι είχε συναινέσει στην εκτέλεση τριών βασιλικών πρωθυπουργών.  

Και μία λεπτομέρεια που έχει όμως την ανθρώπινη της πλευρά -κι όχι μόνο. Λίγο πριν πεθάνει, τον επισκέφθηκε η βασίλισσα Φρειδερίκη, στο διαμέρισμά του κοντά στην περιοχή του Παναθηναϊκού Σταδίου. Τον είδε πως κοιμόταν στο δωμάτιο του σ’ ένα ράντζο. Όταν τον ρώτησε «γιατί», ο Πλαστήρας της είπε: «Συνήθισα, Μεγαλειότατη, το ράντζο από τον στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ». Ο «Μαύρος Καβαλάρης», είτε ως στρατιωτικός είτε ως πολιτικός, ήταν ένας ολιγαρκής και απλός άνθρωπος. Κυριολεκτικά «στρατιώτης» της πατρίδας του. Δεν υπολόγιζε τον εαυτό του -πάνω απ’ αυτόν ήταν η Ελλάδα, όπως το εννοούσε.

Το δημοψήφισμα του 1974

Ο λαός υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας

Το παρασκήνιο μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας

Η στάση του Κ. Καραμανλή

Ο ρόλος του Φ. Γκιζίκη

Η ατολμία του Κωνσταντίνου

Το πολιτειακό καθεστώς της βασιλευομένης δημοκρατίας και ουσιαστικά το οριστικό τέλος της μοναρχίας στην Ελλάδα κρίθηκε και σφραγίστηκε με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974. Ο ελληνικός λαός μ’ ένα συντριπτικό ποσοστό της τάξης του 69% των ψήφων τάχθηκε υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο «θεμέλιος λίθος» ωστόσο της κατάργησης της βασιλείας, τέθηκε σε δυο προγενέστερες ημερομηνίες -και οι οποίες καθόρισαν τις μετέπειτα εξελίξεις και την έκβαση του δημοψηφίσματος. Η πρώτη ημερομηνία ήταν τα ξημερώματα της 24 Ιουλίου του 1974, την ημέρα που πραγματοποιήθηκε η Μεταπολίτευση και η δεύτερη, μια εβδομάδα αργότερα, ήταν η 1η Αυγούστου.

Οι δύο αυτές ημερομηνίες κρύβουν πολύ παρασκήνιο και αρκετές παραβάσεις, οι οποίες όμως κάτω από τις μεταβατικές πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν, με τη χώρα να κινείται τις πρώτες ημέρες μεταξύ του «κενού» και του «άγνωστου», ήταν θέσμιες βάσει Πολιτικού Δικαίου.

Πριν επεξηγηθούν οι ανομίες και τα έννομα, ας παρατεθεί πρώτα το παρασκήνιο εκείνων των ημερών, το οποίο ήταν έντονο και πλούσιο. Λίγο πριν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναχωρήσει από το Παρίσι στην Αθήνα για να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας, μετά από την δραματική κλήση που του είχε απευθύνει το υπό κατάρρευση στρατιωτικό καθεστώς, επικοινώνησε με τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Αφού τον ενημέρωσε ότι προηγουμένως είχε συνομιλήσει τηλεφωνικά με τον «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη, ο οποίος τον κάλεσε στην Ελλάδα προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας, του ανέφερε στη συνέχεια ότι δεν έθεσε στην τηλεφωνική τους συνομιλία θέμα επιστροφής του, μήπως και σ’ αυτή κρίσιμη στιγμή της μετάβασης προς την δημοκρατική ομαλότητα υπάρξει κάποια αντίδραση από στρατιωτικούς / χουντικούς κύκλους. Διαβεβαίωσε ακόμη τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ότι μόλις φτάσει Αθήνα και διερευνήσει την πολιτική κατάσταση, θα θέσει θέμα επιστροφής του καθώς «είναι επιθυμία μου να ορκιστώ ενώπιον του νόμιμου ανώτατου άρχοντα, ενώπιον σας». Ο Κωνσταντίνος τον ευχαρίστησε και του ευχήθηκε, «Ο Θεός μαζί σας κύριε πρόεδρε για το καλό της Ελλάδας».

Ο Κωνσταντίνος δεν είχε λόγους να αμφιβάλει για την πολιτική εντιμότητα του Καραμανλή. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που συνομιλούσαν. Αρκετές φορές στο παρελθόν, κατά την διάρκεια της χούντας, είχαν κουβεντιάσει στο τηλέφωνο για την κατάσταση στην Ελλάδα. Άλλωστε, σε δηλώσεις του από το Παρίσι ο αυτοεξόριστος πολιτικός, στις 23 Απριλίου 1973, έχοντας κατακρίνει έντονα το στρατιωτικό καθεστώς, ζητούσε απ’ αυτό πάραυτα να παραιτηθεί και «να καλέσει τον βασιλέα ο οποίος εκπροσωπεί την συνταγματική νομιμότητα, ενώπιον του οποίου να ορκιστεί νέα πολιτική κυβέρνηση». Οι δηλώσεις τότε του Καραμανλή είχαν δημοσιευτεί πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες «ΒΡΑΔΥΝΗ» και «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ». Οι εκδότες τους για να ξεγελάσουν τότε την χούντα είχαν κάνει δύο εκδόσεις. Η πρώτη, η κανονική, είχε την συνηθισμένη ύλη, και η δεύτερη -προς τα ξημερώματα, περιείχε τις δηλώσεις του Κ. Καραμανλή. Όταν το καθεστώς το αντελήφθη, προχώρησε σε κατάσχεση των εφημερίδων -ωστόσο είχαν πωληθεί κάποια φύλλα και η κοινή γνώμη είχε πληροφορηθεί τις δηλώσεις. Όσοι δε πρόλαβαν τις εφημερίδες, τις έμαθαν από χιλιάδες φωτοτυπίες που κυκλοφόρησαν από χέρι σε χέρι. Λίγες ημέρες αργότερα η χούντα σφράγισε τα γραφεία της «Βραδυνής» και απαγόρευσε την κυκλοφορία της εφημερίδας.

Στις βαρυσήμαντες δηλώσεις του τόνιζε μεταξύ άλλων ο Κ. Καραμανλής: «Πιστεύω ότι η Κυβέρνησις οφείλει ν’ αναθεωρήση την πολιτικήν της και να κάμη έστω και αργά, εκείνο που ώφειλε προ πολλού να κάμη. Εκείνο δηλαδή που της υπέδειξα δυο φοράς και που θα το επαναλαμβάνω συνεχώς. Ήτοι: Να καλέσει τον Βασιλέα, που συμβολίζει την νομιμότητα και να παραχωρήση την θέσιν της εις μιαν έμπειρον και ισχυράν Κυβέρνησιν. Η Κυβέρνησις αυτή, ασκούσα δι’ ωρισμένον χρόνον εκτάκτους εξουσίας, θα δημιουργήση, μακράν από πάθη και αντεκδικήσεις, τας συνθήκας που θα επιτρέψουν να λειτουργήση η Δημοκρατία εις την Ελλάδα και να αποφασίση ο κυρίαρχος λαός εγκαίρως και ελευθέρως για το μέλλον του».

Κωνσταντίνος Καραμανλής

«Δεν υπήρξα βασιλόφρων εκ πεποιθήσεως»

Ο Κωνσταντίνος δεν αμφέβαλε για την ειλικρίνεια του Καραμανλή. Ο Καραμανλής ήταν ειλικρινής στις υποσχέσεις του; Οι απαντήσεις δεν είναι ξεκάθαρες. Ωστόσο, μπορεί να σημειωθεί, ότι στην Μεταπολίτευση δεν επιθυμούσε να κινηθεί εξωθεσμικά. Τα δημοσιευμένα «Αρχεία Καραμανλή», πάντως, δίνουν μια καλή εικόνα για τις πεποιθήσεις του, όπου σε ιδιόχειρες σημειώσεις που συνέταξε στο Παρίσι, εκμυστηρεύεται ότι, «Δεν υπήρξα βασιλόφρων εκ πεποιθήσεως». Και επεξηγεί: «Γιατί όπως λέει ο Αριστοτέλης, η Βασιλεία αυτή καθαυτή συμβολίζει την ανισότητα. Πίστευα όμως ότι, παρά τις αδυναμίες του, το υφιστάμενο καθεστώς ήταν προτιμότερο από την υποτροπή του Πολιτειακού, που επί 60 χρόνια δίχαζε το Έθνος. Πίστευα εξάλλου ότι με τη ρευστότητα που παρατηρείται στην πολιτική μας ζωή η Βασιλεία θα μπορούσε να αποβεί σταθεροποιητικός παράγοντας, εφόσον βέβαια θα εκπλήρωνε ορθώς την αποστολή της. Στην υιοθέτηση της θέσεως αυτής με ενίσχυε και η προσωπικότητα του Βασιλέως Παύλου, ο οποίος πέραν της αγαθότητος και της εντιμότητός του διεπνέετο και από ειλικρινή αγάπη για τον ελληνικό λαό».

Μια σοβαρή ερμηνεία ως προς τις προθέσεις του Κ. Καραμανλή γύρω από τον θεσμό της βασιλείας, προέρχεται από τον καθηγητή της νεότερης ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνο Σβολόπουλο -ο οποίος διετέλεσε γενικός διευθυντής του ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» και επιμελήθηκε τα «Αρχεία Καραμανλή». Διατείνεται ο καθηγητής ότι «Πράγματι στις χειρόγραφες σημειώσεις του έχει αποτυπώσει τόσο τη δυσφορία για τις παρεμβάσεις των Ανακτόρων στην διάρκεια της πρωθυπουργίας του και τις μεθοδεύσεις που συνέβαλαν, τον Δεκέμβριο του 1963, στην αποχώρησή του από την πολιτική, όσο και την αμηχανία του απέναντι στις παλινωδίες του Στέμματος στην διάρκεια της επταετίας, 1967 – 1974. Τα προσωπικά εν τούτοις αυτά συναισθήματα δεν είχαν αρκέσει για να τον οδηγήσουν στην οριστική απόρριψη του θεσμού εφόσον ακόμη έκρινε ότι, στο πλαίσιο της λειτουργίας του, ήταν πιθανό να διευκολυνθεί η επάνοδος στη δημοκρατική νομιμότητα. Άλλως δεν θα προέβαλλε με τις δηλώσεις του, ακόμη και στις 23 Απριλίου 1973, την επιστροφή του βασιλέως, ως προϋπόθεσης για την αποκατάσταση της ομαλότητας».

Ερχόμενος στην Αθήνα ο Κ. Καραμανλής, τυγχάνοντας ενθουσιώδους υποδοχής από τον αθηναϊκό λαό, όμοιας της οποίας δεν είχε υπάρξει προηγούμενο στα πολιτικά χρονικά, σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ορκίστηκε ενώπιον του «Προέδρου της Δημοκρατίας», στρατηγού Φ. Γκιζίκη. Έθεσε θέμα επιστροφής του βασιλιά Κωνσταντίνου πριν την ορκωμοσία του, όπως είχε υποσχεθεί στον ίδιο; Μια εκδοχή είναι να μην έθεσε το θέμα. Η κυβέρνηση της εθνικής ενότητας που σχημάτισε ο Καραμανλής είχε νομιμοποιηθεί από τον Γκιζίκη, επομένως  ήταν αχρείαστος ο ρόλος του βασιλιά Κωνσταντίνου ως νόμιμου ανώτατου άρχοντα. Τον ρόλο του ανώτατου άρχοντα, εκείνες τις κρίσιμες ώρες, έπαιξε -αν και παράνομος- ο στρατηγός Γκιζίκης. Μια άλλη εκδοχή, εξίσου σοβαρή, μνημονεύει ότι ο Καραμανλής τήρησε την υπόσχεση του. Στις διαβουλεύσεις που είχε με τον πολιτικό κόσμο προς σχηματισμό της κυβέρνησης, έθεσε το θέμα της επιστροφής του Κωνσταντίνου -πλην όμως συνάντησε την καθολική του αντίρρηση. Κατόπιν αυτού δεν μπορούσε να παρακάμψει την θέληση των άμεσων πολιτικών συνεργατών / υπουργών του στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Ωστόσο απέσπασε την συγκατάβασή τους για την διενέργεια δημοψηφίσματος για την επιστροφή ή όχι του βασιλιά, κάτι το οποίο διαμηνύθηκε και στον ίδιο.   

Μια εβδομάδα αργότερα, την 1η Αυγούστου, εκδόθηκε συντακτική πράξη με την οποία επανερχόταν σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, άνευ των θεμελιωδών διατάξεων περί της μορφής του πολιτεύματος -δηλαδή της βασιλευομένης δημοκρατίας. Ως προς δε το πολιτειακό, αποφασίστηκε η διενέργεια δημοψηφίσματος. Μέχρι την διεξαγωγή του, στην «κορυφή» του κράτους παρέμεινε στη θέση του ως ανώτατος άρχων ο στρατηγός Γκιζίκης. Λίγοι κατάλαβαν τι είχε εκτυλιχτεί στις δύο συγκεκριμένες ημερομηνίες, 24 Ιουλίου και 1η Αυγούστου του 1974. Κι αυτοί που κατάλαβαν δεν ήταν άλλοι από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων. Κι αυτό που εκτυλίχθηκε δεν ήταν κάτι άλλο, παρά η νομιμοποίηση (προσωρινώς) της «Προεδρικής Δημοκρατίας» του Γ. Παπαδόπουλου, με το νόθο δημοψήφισμα του 1973, με δεύτερο «Πρόεδρο» τον στρατηγό Γκιζίκη (ο πρώτος ήταν ο ίδιος ο δικτάτορας), ο οποίος παρέμεινε στην δοτή θέση του με την αποδοχή της κυβέρνησης εθνικής ενότητας -και η δρομολόγηση κατάργησης της βασιλευομένης δημοκρατίας.

Ο μόνος που δεν πρέπει να κατάλαβε τι είχε παιχτεί ή, που δεν μπορούσε να προβλέψει εξ αρχής για το πως θα εκτυλίσσονταν οι διαδικασίες για την μετάβαση από την δικτατορία στην δημοκρατία, ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Ο οποίος ανέμενε (ματαίως) στο Λονδίνο το κάλεσμα του Καραμανλή.

Οι παρατυπίες

Οι πολιτικές παρατυπίες, μάλλον αντίθετες στην συνταγματική τάξη και την δημοκρατική ορθότητα, στο πρώτο διάστημα της Μεταπολίτευσης, συνίστανται στα εξής. Πρώτον: Ορκωμοσία κυβέρνησης εθνικής ενότητας ενώπιον ενός παράνομου Προέδρου Δημοκρατίας. Ο Φ. Γκιζίκης δεν ήταν νόμιμος αρχηγός κράτους. Δεν είχε αναρριχηθεί στο ανώτατο αξίωμα της χώρας κατόπιν κάποιας συνταγματικής ή εκλογικής διαδικασίας. Διορισμένος από το χουντικό καθεστώς ήταν. Και επιπλέον ήταν από τους ανθρώπους, ο οποίος είχε συμφωνήσει με το στρατιωτικό καθεστώς, ιδιαίτερα με το «αόρατο δικτάτορα» Δ. Ιωαννίδη, για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου στην Κύπρο -που ως γνωστό είχε ως αποτέλεσμα την εισβολή της Τουρκίας και την κατάληψη περίπου του 40% των εδαφών της νήσου. Πόσο συνταγματικώς και πολιτικώς ήταν ορθό μια κυβέρνηση (εθνικής ενότητας) να αντλεί την νομιμότητα της από έναν παράνομο αρχηγό κράτους; Δεύτερον: Ο στρατηγός Φ. Γκιζίκης παρέμεινε στη θέση τού «Προέδρου της Δημοκρατίας» όχι μόνο το πρώτο διάστημα της Μεταπολίτευσης, αλλά και την επόμενη περίοδο από την ημέρα της διεξαγωγής των πρώτων ελεύθερων βουλευτικών εκλογών, στις 17 Νοεμβρίου 1974. Παρέμεινε και μέχρι λίγες ημέρες μετά το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου. Παρέμεινε μέχρι στις 18 Δεκεμβρίου του 1974 οπότε και παραιτήθηκε, αναλαμβάνοντας χρέη προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας (μέχρι να ψηφιστεί το νέο Σύνταγμα της χώρας και μέσω αυτού να εκλεγεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας) ο Μιχαήλ Στασινόπουλος. Ο τελευταίος εξελέγη στην θέση του προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας με τις ψήφους 206 βουλευτών της Βουλής. Και συνέβη το εξής πολιτικώς παράλογο, έστω για διάστημα περίπου ενός μηνός. Από την μια υπήρχε μια νόμιμη πλέον εκλεγμένη κυβέρνηση, αυτή της ΝΔ (με ποσοστό 54% των ψήφων του λαού) και από την άλλη ένας «Πρόεδρος της Δημοκρατίας» με κανένα απολύτως έρεισμα νομιμότητας. Η νομιμότητα της προσωρινότητας του Μιχαήλ Στασινόπουλου αντλούνταν από την Βουλή των Ελλήνων, του Φ. Γκιζίκη από πουθενά. Πως συνυπήρχαν, σε καθεστώς πλέον δημοκρατίας, δύο ανώτατοι πολιτειακοί παράγοντες, ο ένας νόμιμος (Κ. Καραμανλής ως πρωθυπουργός της Ελλάδας) και ο άλλος παράνομος (Φ. Γκιζίκης ως  «Πρόεδρος της Δημοκρατίας»); Τρίτον: Μια συντακτική πράξη μιας κυβέρνησης, όπως αυτή της 1ης Αυγούστου με την οποία επανήλθε το Σύνταγμα του 1952, είχε τόση δημόσια πολιτειακή και νομική ισχύ ώστε να «παγώνει», στην ουσία να αναθεωρεί, θεμελιώδη διάταξη ως προς την μορφή του πολιτεύματος; Το άρθρο 108, στο Σύνταγμα του 1952 ήταν σαφές: «Ουδέποτε αναθεωρούνται οι διατάξεις του παρόντος Συντάγματος αι καθορίζουσαι την μορφήν του πολιτεύματος ως Βασιλευομένης Δημοκρατίας ως και αι θεμελιώδεις διατάξεις αυτού». Τέταρτον: Όλος ο πολιτικός κόσμος της χώρας είχε θεωρήσει την δικτατορία ως μια συνταγματική εκτροπή. Αυτό μάλιστα αποτυπώθηκε στην διακήρυξη της Βουλής των Ελλήνων, στις 14 Ιανουαρίου 1975, «Η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη». Συνεπώς, με την πτώση της δικτατορίας, η χώρα έπρεπε να επανέλθει στην συνταγματική νομιμότητα που το στρατιωτικό καθεστώς είχε διακόψει. Ποια ήταν η συνταγματική νομιμότητα το 1967; Το καθεστώς της βασιλευόμενης δημοκρατίας, βασιζόμενο στο Σύνταγμα του 1952 και στο δημοψήφισμα του 1946, με το οποίο είχε επανέλθει η μοναρχία στην Ελλάδα. Το δημοψήφισμα του 1946 ουδέποτε είχε αμφισβητηθεί ώστε να χρειαζόταν να επιβεβαιωθεί το αποτέλεσμα του. Αντίθετα, το δημοψήφισμα που είχε αμφισβητηθεί από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο ήταν εκείνο του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου, το καλοκαίρι του 1973, με το οποίο καταργούσε την βασιλευομένη δημοκρατία και εγκαθιστούσε την «προεδρική κοινοβουλευτική δημοκρατία». Κατ’ ακολουθίαν δεν ήταν απαραίτητο να διεξαχθεί δημοψήφισμα για την μορφή του πολιτεύματος το 1974. Τον Απρίλιο του 1973, σύμφωνα με τις δηλώσεις τού Κ. Καραμανλή από το Παρίσι, ο βασιλιάς εξέφραζε την νομιμότητα -τι άλλαξε μέσα σε περίπου σε δεκαπέντε μήνες και τον Ιούλιο του 1974 ο Κωνσταντίνος δεν εξέφραζε πλέον την νομιμότητα; Στην περίπτωση (υποθετικά) που το στρατιωτικό καθεστώς αντί του Κ. Καραμανλή, στις 24 Ιουλίου του 1974, είχε καλέσει τον Κωνσταντίνο για να προχωρήσει στην αποκατάσταση της δημοκρατίας στην χώρα, θα αμφισβητούνταν η νομιμότητα του, η μορφή του πολιτεύματος που εκπροσωπούσε (βασιλευομένη δημοκρατία) και θα διεξάγονταν δημοψήφισμα για το πολιτειακό; Σημειώνεται, ότι ανάλογη πολιτική μεταβολή έγινε το 1975 στην Ισπανία. Μετά από 36 χρόνια δικτατορίας, ο δικτάτορας Φ. Φράνκο, για λόγους υγείας παραιτήθηκε από την ηγεσία της χώρας, και παρέδωσε την εξουσία στον βασιλιά Χουάν Κάρλο. Η Ισπανία προχώρησε στον εκδημοκρατισμό της χωρίς δημοψήφισμα προς αλλαγή ή όχι της μορφής του πολιτεύματος.

Για τα προαναφερόμενα έχει αναπτυχθεί μια επιχειρηματολογία  -κάποιες φορές πειστική και κάποιες άλλες διφορούμενη. Σύμφωνα με σοβαρές συνταγματικές  και νομικές αιτιολογίες, τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου, πριν την επάνοδο στην Ελλάδα του Κ. Καραμανλή, υπήρχε ουσιαστικά «κενό εξουσίας». Και μπορεί τον Απρίλιο του 1973 όντως ο βασιλιάς να ήταν ο νόμιμος αρχηγός της Ελλάδας, όμως τον Ιούλιο του 1974 -ανάμεσα στο μεσοδιάστημα από την εξαφάνιση της χουντικής κυβέρνησης του διορισμένου «πρωθυπουργού» Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου και μέχρι την επιστροφή Καραμανλή-, δεν εξέφραζε ουσιαστικά καμία νομιμότητα. Τι νομιμότητα να εξέφραζε σε μια κατάσταση «κενού εξουσίας», ευρισκόμενος μάλιστα ο ίδιος εκτός Ελλάδας; Αναγκαστικά  πρωταγωνιστικό ρόλο θα έπαιζε ο διορισμένος στην Αθήνα «Πρόεδρος της Δημοκρατίας», Φ. Γκιζίκης, ο οποίος μάλιστα δρομολόγησε και τις εξελίξεις προς την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις του «κενού εξουσίας», η κατάσταση διαχειρίζεται επί τη βάσει της αρχής του «δίκαιου της ανάγκης», που ανάγεται στο ρωμαϊκό δίκαιο, δηλαδή «η σωτηρία της πατρίδας και του λαού είναι υπέρτατος νόμος» («Salus patriae et populi suprema lex esto»).

Επίσης, σύμφωνα με τις ίδιες νομικές και συνταγματικές εξηγήσεις, μια συντακτική πράξη σε μια μεταβατική περίοδο, όπως αυτή της 1ης Αυγούστου του 1974, η οποία δεν είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα και που ελήφθη ενώ είχε προαναγγελθεί η ψήφιση νέου Συντάγματος και διεξαγωγή δημοψηφίσματος, δύναται να δημιουργήσει (προσωρινά) νέα πολιτειακή μορφή.

Εφόσον οι αιτιολογήσεις αυτές είναι στέρεες από πλευράς συνταγματικού δικαίου, δεν μπορεί να μην επισημανθεί και το γεγονός, ότι στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών, τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου του 1967, η χώρα επίσης είχε βρεθεί σε κατάσταση «κενού εξουσίας». Δεν υπήρχε κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός είχε συλληφθεί (Π. Κανελλόπουλος), επίσης είχαν συλληφθεί τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, οι πολιτικοί αρχηγοί των κομμάτων, ενώ ένα μεγάλο μέρος του στρατού είχε προσχωρήσει στους κινηματίες. Συνεπώς, το «δίκαιο της ανάγκης» - «η σωτηρία της πατρίδας και του λαού είναι υπέρτατος νόμος» (που μέτρησε νομιμοποιητικά  στην Μεταπολίτευση), νομιμοποιούσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο να ορκίσει κυβέρνηση πραξικοπηματιών;

Οι ευκαιρίες του Κωνσταντίνου

Έχασε τον θρόνο μέσα από τα χέρια του;

Τα όσα εκτυλίχθηκαν τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου του 1974, μπορούσε να τα είχε ανατρέψει ο Κωνσταντίνος προς όφελος τού θρόνου του; Ίσως ναι, με την προϋπόθεση να διέθετε αποφασιστικότητα και εμπειρία. Προσόντα  που δεν επέδειξε. Έχοντας πληροφορηθεί τις δραματικές εξελίξεις στην Ελλάδα (είχε την σχετική ενημέρωση ότι ο Φ. Γκιζίκης συγκαλεί σύσκεψη με πολιτικά πρόσωπα), την επόμενη ώρα έπρεπε να βρισκόταν στην δοκιμαζόμενη χώρα του. Κανείς δεν θα του αρνιόταν αυτό που του ανήκε. Ίσως και να γινόταν δεκτός με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις από τον λαό. Θα άλλαζε αμέσως το κλίμα υπέρ του, και τα λάθη τού παρελθόντος του θα είχαν μπει αυτοστιγμεί στην άκρη. Εκείνες τις ώρες ο λαός διψούσε για δημοκρατικές ελευθερίες. Εάν τις αποκαθιστούσε ο ίδιος, θα είχε γίνει ο ήρωας στα μάτια του. Υπενθυμίζεται ότι, ο Κ. Καραμανλής το 1961 ήταν ο πρωθυπουργός «της βίας και της νοθείας» (κατά τον Γ. Παπανδρέου και την Ένωση Κέντρου) και το 1974 που επέστρεψε στη Ελλάδα έγινε ο Εθνάρχης. Οι πολιτικές διαδικασίες μετά θα ακολουθούσαν τον δρόμο τους. Ο διορισμένος «Πρόεδρος της Δημοκρατίας» Φ. Γκιζίκης θα παραμεριζόταν  την ίδια στιγμή. Και η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Καραμανλή θα ορκιζόταν ενώπιον του βασιλιά του Κωνσταντίνου -και δεν θα τίθετο θέμα δημοψηφίσματος. Εάν είχε τεθεί, δεν θα είχε κανένα λόγο να το αρνηθεί ο Κωνσταντίνος -και σε αυτή την περίπτωση θα ηγούνταν ο ίδιος προσωπικά τού εκλογικού αγώνα ανά την Ελλάδα για να διεκδικήσει την παραμονή του (όχι για την επιστροφή του) στον ελληνικό θρόνο. Και κατά πάσα πιθανότητα θα το κέρδιζε.

Ο Κωνσταντίνος όμως έχασε και μια δεύτερη ευκαιρία. Έχοντας χάσει τον θρόνο του μέσα από τα χέρια του τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου, είχε όλον τον χρόνο μπροστά του να διορθώσει την αβλεψία τής πρώτης του ευκαιρίας. Εφόσον δεν είχε την πυγμή να επιστρέψει από μόνος του στον θρόνο, περιμένοντας να τον επαναφέρει ο Κ. Καραμανλής, είχε την δυνατότητα να επιστρέψει ως έκπτωτος. Οι πάντες, όλοι οι αυτοεξόριστοι στο εξωτερικό, επέστρεφαν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα. Γιατί όχι κι αυτός; Ας είχε επανέλθει το Σύνταγμα του 1952 άνευ των διατάξεων περί της μορφής του πολιτεύματος. Η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, ορίζοντας ημερομηνία την 8η Δεκεμβρίου, επισημοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 22ης Νοεμβρίου του 1974 -μια ημέρα μετά την ορκωμοσία της νέας εκλεγμένης κυβέρνησης (της Νέας Δημοκρατίας του Κ. Καραμανλή). Κατ' ακολουθίαν, από τις 24 Ιουλίου μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, ο Κωνσταντίνος είχε μπροστά του σχεδόν τέσσερις μήνες για να γυρίσει ως έκπτωτος. Και ως έκπτωτος, εντός της χώρας του, να επιχειρούσε να…γυρίσει το δημοψήφισμα υπέρ του. Δεν το έπραξε.

Από κει και ύστερα, από τις 22 Νοεμβρίου και μετά, χωρίς ο ίδιος να το έχει καταλάβει, ο Κωνσταντίνος ήταν…χαμένος από χέρι. Η πολιτική τράπουλα ήταν σημαδεμένη. Η χώρα όδευσε στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου με νομιμοποιημένη (άτυπα) την προεδρική δημοκρατία και απονομιμοποιημένη (άτυπα) την βασιλευομένη δημοκρατία. Το τελειωτικό χτύπημα στον Κωνσταντίνο και στον θεσμό δόθηκε από το κυβερνητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Ο αρχηγός της, και πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας, απαγόρευσε στους βουλευτές τού κόμματος να πάρουν θέση στο δημοψήφισμα, ζητώντας τους να τηρήσουν αυστηρά ουδέτερη στάση. Την ίδια στιγμή, όλα τα υπόλοιπα κόμματα (Ένωση Κέντρου -Νέες Δυνάμεις, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΚΚΕεσ, ΕΔΑ) είχαν ταχθεί κατά της βασιλευομένης δημοκρατίας -και οι βουλευτές και τα στελέχη τους είχαν αποδοθεί σε αντιμοναρχικό αγώνα ανά την Ελλάδα.

Ο Κωνσταντίνος εκείνη την περίοδο, εκτός από απονομιμοποιημένος, βρέθηκε και απομονωμένος. Τα άλλοτε στηρίγματα του θρόνου δεν υφίσταντο πλέον. Ευθυνόταν  περισσότερο ο ίδιος για τα μειονεκτήματά του, και λιγότερο ο Καραμανλής για την απόφασή του περί της ουδετερότητας της ΝΔ (ίσως και καθόλου) -καθώς σε μια ευνομούμενη και σύγχρονη δημοκρατία  το ορθό είναι τα κόμματα να μην αναμειγνύονται στα του βασιλέως, και ο βασιλιάς να μην αναμειγνύεται στα των κομμάτων. Η ευθύνη του Κωνσταντίνου επικεντρώνονταν στο ό,τι δεν πρόβλεψε για πως θα κινούνταν το πολιτικό σύστημα στην Μεταπολίτευση -και ανάλογα να έπραττε. Στο ότι η στρατιωτική χούντα θα άφηνε το σύνολο της ελληνικής δεξιάς βαθιά στιγματισμένο στην ελληνική κοινωνία. Ότι θα κατέρρεε η μετεμφυλιακή δεξιά ιδεολογία (εθνικοφροσύνη) κι ότι, ακόμη και ο συντηρητικός χώρος, θα μετατοπιζόταν σε πιο κεντρώες θέσεις, αλλάζοντας άρδην την φυσιογνωμία του. Ο μόνος που απ’ ό,τι φάνηκε αφουγκράστηκε την νέα εποχή, ήταν ο Κ. Καραμανλής. Ο οποίος στην Μεταπολίτευση δεν θύμιζε σε τίποτα τον παλιό πολιτικό του εαυτό. Ίσως και για αυτό να θεμελίωσε το 1974 το πιο καλό δημοκρατικό καθεστώς από ίδρυσης του ελληνικού κράτους -αν και μονοπρόσωπο πρωθυπουργικό, θέλοντας να καταστεί κάποια στιγμή και ο ίδιος ανώτατος άρχοντας της χώρας, κάτι που βεβαίως κι αυτό πέτυχε.

Καθ’ οδόν προς το δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος βρέθηκε χωρίς «δεξαμενές» ψήφων. Οι άλλοτε «δεξαμενές τροφοδοσίας» της ελληνικής μοναρχίας -η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, τα συντηρητικά (δεξιά) κόμματα, οι ένοπλες δυνάμεις, η εκκλησία-, είχαν πάψει να υπάρχουν. Είχαν σχεδόν καταρρεύσει. Επί πλέον ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε απέναντι του το ΚΚΕ. Το εκτός νόμου από το 1947 ΚΚΕ, ήταν πλέον ένα νόμιμο κόμμα, με το νομοθετικό διάταγμα της 23ης Σεπτεμβρίου του 1974. Μπορεί να ειπωθεί ότι το ΚΚΕ …περίμενε στη γωνία τον βασιλικό θεσμό. Είχε «ανοικτούς λογαριασμούς» μαζί του από το παρελθόν. Από την μνήμη του δεν είχε διαγραφεί, ότι ο θείος του Κωνσταντίνου, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ , είχε στηρίξει το 1936 την δικτατορία του Μεταξά, ο οποίος ήταν απηνής διώκτης των κομμουνιστών. Επιπλέον, εάν το ΚΚΕ είχε χάσει την ένοπλη κατάληψη της εξουσίας, την περίοδο 1946 – 1949 -και μέσω αυτής την απόδοση της ελληνικής Μακεδονίας στους Σλαβομακεδόνες (Ε΄ Ολομέλεια ΚΚΕ, Ιανουάριος 1949)- αυτό οφειλόταν στη σθεναρή αντίσταση που συνάντησε από τον αμερικανικό παράγοντα και το Στέμμα. Τότε, σημειώνεται, ολόκληρος ο δημοκρατικός κόσμος και όλα τα αστικά κόμματα είχαν συσπειρωθεί γύρω από το Παλάτι, και οι τότε βασιλείς της Ελλάδος (Παύλος – Φρειδερίκη) είχαν γνωρίσει μια πρωτοφανή δημοτικότητα -ίσως εφάμιλλης του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ κατά την διάρκεια των βαλκανικών πολέμων. Η ήττα στον Εμφύλιο δεν ξεχάστηκε ποτέ από τους κομμουνιστές της Ελλάδας. Από την πλευρά τους, με το δίκιο τους. Έτσι στο δημοψήφισμα του 1974 αποδόθηκαν σ’ έναν «νυν υπέρ πάντων αγώνα» προκειμένου εν καιρώ δημοκρατίας να πάρουν αόπλως πίσω το αίμα τους. Χιλιάδες μέλη του ΚΚΕ επιδόθηκαν, στα αστικά κυρίως κέντρα, σ’ έναν λυσσώδη αντιμοναρχικό αγώνα -που σε πολλές περιπτώσεις άγγιζε την πολιτική τρομοκρατία σε βάρος πολιτών που ήταν φιλικά διακείμενοι στην βασιλευόμενη δημοκρατία.

Ολομόναχος

Όλοι ήταν εναντίον ενός. Τα κόμματα, οι πολιτικοί, ο Τύπος. Ακόμη και η στάση ουδετερότητας της Νέας Δημοκρατίας λειτούργησε εχθρικά προς τον Κωνσταντίνο. Βουλευτές της που θα ήθελαν να εκφραστούν υπέρ της βασιλευόμενης δημοκρατίας, δεν το αποτόλμησαν υπακούοντας στην γραμμή του κόμματος. Κάποιοι άλλοι βουλευτές της, αρκετοί μάλιστα, λειτούργησαν παρασκηνιακά υπέρ της αβασίλευτης. Ίσως ανεκδήλωτα και ο Κ. Καραμανλής να μην επιθυμούσε την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου. Δεν είχε πρόβλημα με τον ίδιο ή με τον θεσμό. Η πολιτική του έγνοια πρέπει να ήταν ότι, η τυχόν επάνοδος τού βασιλιά σηματοδοτούσε κατά πάσα πιθανότητα και την επιστροφή στην Ελλάδα της βασιλομήτορος Φρειδερίκης. Ένα πρόσωπο όχι ιδιαίτερα συμπαθές στον Κ. Καραμανλή -με το οποίο άλλωστε είχε συγκρουστεί σφόδρα το 1963, και ίσως να ήταν η αιτία που είχε αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή της χώρας και είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι.

Τα δύο βιντεοσκοπημένα από το Λονδίνο τηλεοπτικά διαγγέλματα του Κωνσταντίνου, που μεταδόθηκαν στην Ελλάδα από την κρατική τηλεόραση, δεν στάθηκαν ικανά να ανατρέψουν το ήδη προ καιρού διαμορφωμένο κλίμα. Και υπό συνθήκες ετεροβαρείς με το οποίο διεξήχθη το δημοψήφισμα, ίσως και να θεωρείται επιτυχία το ό,τι η βασιλευομένη δημοκρατία απέσπασε το 31% των ψήφων. Σε κάθε περίπτωση, στις δημοκρατίες, νικητής είναι πάντοτε ο κυρίαρχος λαός, ο οποίος με ένα ποσοστό 69% αποφάσισε να βάλει τέρμα στην μοναρχία. Και όπως και να είχε, όπως όλα τα προηγούμενα δημοψηφίσματα στην Ελλάδα για την μοναρχία εξέφραζαν την βούληση των κυβερνήσεων που τα είχαν διεξάγει, έτσι και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 1974 δεν μπορούσε παρά να αντιπροσώπευε την πρόθεση τής κυβέρνησης τής Νέας Δημοκρατίας, επί του πολιτειακού.

Το τηλεοπτικό διάγγελμα του Κ. Καραμανλή αμέσως μετά το δημοψήφισμα ήταν δηλωτικό: «Το Πολιτειακό υπήρξε κατά το παρελθόν αντικείμενον οξυτάτων κομματικών ανταγωνισμών, που έβλαψαν τα συμφέροντα του έθνους και συνεδέθη με τις πιο δραματικές εθνικές κρίσεις του τόπου μας. Ο λαός απεφάνθη για πρώτη φορά ελεύθερος και ανεπηρέαστος επί του κρισίμου αυτού θέματος. Η απόφασίς του πρέπει να γίνει ανεπιφυλλάκτως σεβαστή από όλους τους Έλληνας. Και πρέπει να αναγνωρίσουν όλοι ότι ετερματίσθη οριστικώς η εκκρεμότης του Πολιτειακού».

Από την πλευρά του ο Κωνσταντίνος στη δήλωση του δεν αμφισβήτησε το δημοψήφισμα, σημειώνοντας: «Προέχει η εθνική ενότης χάριν της ομαλότητας, της προόδου και της ευημερίας της Χώρας. Εύχομαι ολοψύχως οι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα που προέκυψεν από την χθεσινήν ψηφοφορίαν».

Πράγματι, και μέχρι τον θάνατό του, σχεδόν επί πενήντα έτη, δεν δημιούργησε κανένα απολύτως πρόβλημα στη νέα περίοδο της δημοκρατίας. Δεν είχε καμία ανάμειξη στο πολιτικό προσκήνιο, ώστε να έχει την ευθύνη, ό,τι η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, αν και εδραίωσε ένα από τα καλύτερα δημοκρατικά καθεστώτα, οδήγησε την χώρα στην χρεοκοπία -και μεγάλο τμήμα του λαού σε φτωχοποίηση. Αντίθετα, όπου μπορούσε ο Κωνσταντίνος να βοηθήσει με τις διεθνείς γνωριμίες του την Ελλάδα, όλα αυτά τα χρόνια, το έπραξε. Ιδιαίτερα στην διεκδίκηση των ολυμπιακών αγώνων ως επίτιμο μέλος της ΔΟΕ (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή) που ήταν. Δεν πρέπει κιόλας να τον απασχολούσε ιδιαίτερα που έχασε τον θρόνο του. Περισσότερο τον βασάνιζε το γεγονός ότι ζούσε εκτός της πατρίδας του, ότι του είχαν αφαιρέσει την ιθαγένεια και ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Ήταν τόσο αφόρητο αυτό το βάσανο, που όσες φορές στο εξωτερικό έβλεπε ή άκουγε κάτι που να του θύμιζε Ελλάδα, ξεσπούσε σε λυγμούς. Μία από τις ευτυχέστερες περιόδους του, πρέπει να ήταν τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα -Αθήνα και Πόρτο Χέλι- όπου απολάμβανε στους περιπάτους στην πρωτεύουσα κάτω από τον αττικό ουρανό, και με ένα αιγαιοπελαγίτικο καΐκι τις μαγευτικές ελληνικές θάλασσες.

Μίκης Θεοδωράκης: «Ο Κωνσταντίνος είναι Έλληνας. Είναι ένα τραγικό πρόσωπο»

 Μια περίπτωση συγκινητικής νοσταλγίας του Κωνσταντίνου αφηγήθηκε ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, μέσα από συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», στις 24 Νοεμβρίου 2008:

«Ο Κωνσταντίνος προσωπικά μου είναι συμπαθής. Τον πρωτοσυνάντησα πριν από δέκα χρόνια στο Πουέρτο Ρίκο, την εποχή που η ελληνική αντιπροσωπεία στην οποία συμμετείχα είχε μεταβεί για να διεκδικήσει την ολυμπιάδα. Θυμάμαι ότι είχαμε διοργανώσει γεύμα προς τιμήν των «αθάνατων» και αμέσως μετά ακολούθησε η ακρόαση του «Ζορμπά», του οποίου την ηχογράφηση μόλις είχα διευθύνει στη Βουδαπέστη.

»Ο πρώην βασιλιάς είχε καθίσει δίπλα μου και τη στιγμή που ακουγόταν το «Στρώσε το στρώμα σου» τον είδα να κλαίει σιωπηλά. Τον σκούντησα για να δω μήπως είχε τίποτα. Όχι. Ήταν καλά, μόνο που, όπως είπε, του έλειπε η χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αυτό στο συναίσθημα το γνώρισα κι εγώ καλά όταν την εποχή της χούντας δεν μπορούσα να γυρίσω στην Ελλάδα. Και νομίζω ότι είναι η σκληρότερη τιμωρία για κάθε άνθρωπο.

»Την επομένη το πρωί με κάλεσε στο διαμέρισμά του και επί δύο ώρες μου εξιστορούσε λεπτομερώς τα κρίσιμα γεγονότα του 1965 ως τους πρώτους μήνες της δικτατορίας. Τα προσωπικά μου αισθήματα τόσο προς τον ίδιο όσο και προς την οικογένειά του δεν με εμπόδισαν τότε και δεν με εμποδίζουν και τώρα να ξεχωρίζω τις ιστορικές διαστάσεις ενός προβλήματος από τις όποιες προσωπικές διαθέσεις. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στην Ελλάδα, φοίτησε σε ελληνικό σχολείο και, ανεξαρτήτως των όσων λένε πολλοί, εγώ πιστεύω ότι ζυμώθηκε τόσο ώστε να είναι Έλληνας. Πιστεύω ακόμα ότι αισθάνεται σαν Έλληνας. Τελικά όμως αυτή του η ιδιότητα θα πρέπει να τον κάνει ακόμα περισσότερο δυστυχισμένο. Μιας και, είτε το γνωρίζει είτε όχι, στην ουσία είναι ένα τραγικό πρόσωπο αφού η Μοίρα τον φόρτωσε με το χρέος να πληρώσει αυτός για όλες τις αμαρτίες της μοναρχίας».  

Ο θεσμός της βασιλείας έληξε οριστικά και ουσιαστικά στην Ελλάδα με το δημοψήφισμα του 1974, και τυπικά με τον θάνατο του τελευταίου βασιλιά, τού Κωνσταντίνου Β΄ , στις 10 Ιανουαρίου του 2023. Ως πολιτειακή / πολιτική ύπαρξη και παρουσία, κρίθηκε και καταργήθηκε με τις ψήφους των πολιτών. Ως κεφάλαιο όμως της ελληνικής Ιστορίας παραμένει ανοικτό. Υπαρκτό. Η Ιστορία δεν διαγράφει. Δεν καταργεί. Ούτε διαγράφεται, ούτε καταργείται μια ιστορική διαδρομή σχεδόν 130 ετών. Η Ιστορία είναι παρούσα για να υπενθυμίζει. Να φρονηματίζει. Ενίοτε και για να αναθεωρεί. Δεν είναι μονόπλευρη, έχει πάντα δυο πλευρές. Ακόμη και σήμερα, διακόσια και πλέον χρόνια από το ξέσπασμά της, η Ελληνική Επανάσταση του ’21 παρέχει πολλές και διαφορετικές ερμηνείες. Και η Ιστορία, ας λέγεται ότι την γράφουν οι νικητές, είναι το αφήγημα τόσο των θριαμβευτών όσο και των ηττημένων.

Ακόμη και σήμερα, κι ενώ θα περίμενε κανείς, πενήντα χρόνια μετά την κατάργηση της βασιλείας στη Ελλάδα, ότι τα φιλοβασιλικά αισθήματα του λαού να ήταν σε πολύ χαμηλά ποσοστά έως ανύπαρκτα, εν τούτοις, μια έρευνα έδειξε αντίθετα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, σε πανελλαδική δημοσκόπηση της εταιρείας MRB για λογαριασμό του τηλεοπτικού σταθμού OPEN, η οποία μεταδόθηκε στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του σταθμού, στις 26 Ιανουαρίου 2023 (λίγες ημέρες μετά τον θάνατο και την κηδεία του βασιλιά Κωνσταντίνου), καταγράφηκε ότι το 31,6% των ερωτηθέντων έχει θετική εικόνα για τον Κωνσταντίνο, ενώ ένα 23% απάντησε πως δεν ξέρει ακόμη.

Ακόμη και σήμερα, σε ολόκληρο τον κόσμο, 45 χώρες έχουν καθεστώς μοναρχίας ή βασιλευομένης δημοκρατίας (με το κομουνιστικό σύστημα να επικρατεί μόλις σε 5 χώρες), έχοντας προφανώς αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματά του. Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του πανεπιστημιακού, πολιτικού επιστήμονα, ιστορικού και συγγραφέα, Γιώργου Μαυρογορδάτου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των Αθηνών «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», στις 11 Σεπτεμβρίου 2022. Μεταξύ άλλων υπογράμμιζε: «Χρειάζεται να ξεπεραστεί η σφοδρή προκατάληψη και η πλήρη άγνοια για το ζήτημα της βασιλείας που επικρατεί στη χώρα μας, έπειτα από συστηματική πλύση εγκεφάλου επί δεκαετίες. Πρόκειται μάλιστα για ανιστόρητη τύφλωση, αφού ο Ελληνισμός έζησε το μεγαλύτερο διάστημα υπό βασιλεία.

»Τα πλεονεκτήματα της βασιλευομένης δημοκρατίας φαίνονται πιο πολύ στο συμβολικό επίπεδο. Κανένας εκλεγμένος πρόεδρος δεν μπορεί να ενσαρκώσει καλύτερα από έναν κληρονομικό βασιλέα (ή βασίλισσα) την υπόσταση, την ιστορική συνέχεια και την ενότητα του κράτους και κατ’ επέκταση του έθνους -εάν το κράτος είναι εθνικό. Αυτή η υπεροχή εξηγείται προπαντός από την διάρκεια που εξασφαλίζει η ισοβιότητα, σε αντίθεση με τις περιορισμένες σε χρόνο και αριθμό προεδρικές θητείες.

»Άφησα τελευταίο το σπουδαιότερο πρακτικό πλεονέκτημα της βασιλευομένης δημοκρατίας. Ως εγγυητής και φύλακας του πολιτεύματος, ένας κληρονομικός αρχηγός του κράτους αποδεικνύεται κατά κανόνα αποτελεσματικότερος από έναν αιρετό -για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι ιστορικά οι στρατιωτικοί ορκίζονται και τηρούν πίστη προσωπικά στον βασιλέα ή την βασίλισσα -κάτι που δεν ισχύει για την εκάστοτε ή τον εκάστοτε πρόεδρο της δημοκρατίας».

Ο καθένας μπορεί να δει τον τελευταίο βασιλιά της Ελλάδας από όποιο πρίσμα επιθυμεί. Και ο όποιος χαρακτηρισμός αποδοθεί μεταθανάτια στον Κωνσταντίνο -είτε ως άτολμος, είτε ως άπειρος, είτε ως απροετοίμαστος, είτε ως ανεπαρκής, είτε ως επιζήμιος, είτε ως καλοπροαίρετος, είτε ως αγαθός, είτε ως ευγενής, είτε ως ευκολόπιστος, είτε ως επωφελής, είτε ως πατριώτης- ο χαρακτηρισμός αυτός θα αποτελεί το ιστορικό του παρελθόν που θα τον συνοδεύει πλέον εσαεί. Όμως, το παρελθόν του τελευταίου βασιλιά, αποτελεί μέρος και του ιστορικού παρελθόντος της Ελλάδας, στην περίοδο εκείνη της οποίας υπήρξε συνταγματικός της αρχηγός. Και πάντα το ιστορικό παρελθόν μιας χώρας προσφέρεται για άντληση έμπνευσης, κύρους και διδαγμάτων. Αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί όσο κι αν ένα παρελθόν θεωρείται απόμακρο ή ξεπερασμένο. Και δεν υπάρχει λαός που να μην πορεύεται σύμφωνα με τις ιστορικές του παρακαταθήκες.  Το παρελθόν είναι πάντα επίκαιρο και μπορεί να αιφνιδιάσει, έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης. Και η ελληνική ταυτότητα, αυτή που προσδιορίζει και μέχρι σήμερα τους Έλληνες, έχει θεμελιωθεί στο απώτερο ή το εγγύτερο παρελθόν τής ελληνικής Ιστορίας. Μέσα από καλούς ή κακούς αυτοκράτορες, μέσα από επιδέξιους ή αδέξιους βασιλείς, μέσα από ισχυρές ή αδύναμες δημοκρατίες. Μέσα από αγώνες με αίμα, με νεκρούς, με θριάμβους και ήττες. Όλα συνθέτουν την συλλογική ιστορική μνήμη. Και οι κοινωνίες οφείλουν να θυμούνται. Η συλλογική ιστορική μνήμη επιβάλλεται να είναι σημείο αναφοράς και σύνδεσης -και όχι αντικείμενο ανταγωνισμού ή διχασμού, ανάλογα μιας πρόχειρης πολιτικής / κομματικής σκοπιμότητας ή συγκυρίας.  Και τι λαός θέλουν να είναι στο μέλλον οι Έλληνες, αυτό δεν μπορεί να συσχετιστεί, παρά μόνο με το παρελθόν. Αν θέλουν να έχουν οντότητα. Αν θέλουν να έχουν εθνική ταυτότητα. Αν δεν θέλουν να αυτοκαταργηθούν, καταργώντας την Ιστορία, την μνήμη και τη θύμηση. Προφανώς, δεν είναι υποχρεωτικό, σε καθεστώς δημοκρατίας και ελευθερίας, όλοι να αποδέχονται τα ιστορικά νοήματα του παρελθόντος. Δεν στερούνται της άδειας, να θέλουν να βλέπουν το μέλλον μέσα από νέες «κατασκευασμένες μνήμες», επιδιώκοντας να διαμορφώσουν μια άλλη ταυτότητα -ξεχωριστή απ’ αυτή που σχηματίστηκε μέσα από μια ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού κάπου τριών χιλιάδων ετών. Είναι ελεύθεροι να το πράξουν, και αναφαίρετο το δικαίωμά τους να μην σέβονται και να μην τιμούν το παρελθόν τους, την Ιστορία τους, και τα πρόσωπα που την συναποτέλεσαν. Όμως, «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον». (Γιώργος Σεφέρης).

Στη κηδεία του τελευταίου βασιλιά της Ελλάδας, η κυβέρνηση, τα κόμματα και μέρος των πολιτών, έδειξαν σαν να μην θέλουν να έχουν μνήμη. Σαν να μην θέλουν να έχουν παρελθόν. Σαν να μην θέλουν να συμφιλιωθούν με την Ιστορία τους. Σαν να μην θέλουν να ξεπεράσουν τα διχαστικά τους σύνδρομα. Σαν να θέλουν να καταργήσουν την συλλογική ιστορική μνήμη. Κάποτε όμως, πρέπει να κατανοηθεί, ότι ο Ελληνισμός δεν είναι κάτι που χωράει σε κομματικές διαστάσεις, που ο καθείς θέλει να τον κατευθύνει με πολιτικά σύνδρομα, αλλά καθολική ιδέα. Πάνω απ’ όλα, ο Ελληνισμός είναι η μεγάλη πατρίδα όπου μέσα στο χώρο και τον χρόνο της έζησαν και πέθαναν όλοι οι Έλληνες.