Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου, 2023 - 11:32

Ο μιζεραμπιλισμός του Σύριζα και το μέλλον της Ελλάδος

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήξερε το ευνόητο, ότι ακόμη και ο κακομοίρης δεν θέλει να του λες ότι είναι κακομοίρης...
 
Ό,τι Αλέξης Τσίπρας στήριξε την πολιτική του καριέρα αντιγράφοντας την φυσιογνωμία, τα συνθήματα και την πορεία Ανδρέα Παπανδρέου, καθιστώντας τον Σύριζα ένα νέο ΠΑΣΟΚ, στη θέση του παλιού ΠΑΣΟΚ, αυτό είναι γνωστό. Και δεν τα πήγε άσχημα αφού κάποτε εξελέγη πρωθυπουργός της Ελλάδος. Και τώρα, που το αντίγραφο βγήκε θαμπό και απροσδιόριστο από τις κάλπες του Μαΐου, τι έφταιξε;   Μήπως το καρμπόν έχασε την ικανότητα του να ξεπατικώνει το είδωλό του, ξεφτισμένο από την δεκαετή υπερ -χρήση του; Ή, μήπως, ο ίδιος ο αντιγραφέας ήταν εν τέλει ένας κακός αντιγραφέας και συγκυριακά βρέθηκε το 2015 στο τιμόνι της χώρας του; Οι εκλογές του Ιουνίου θα δώσουν την βεβαιωμένη απάντηση, εάν δηλαδή ο Αλέξης Τσίπρας θα εξακολουθήσει να διαθέτει πολιτικό κεφάλαιο -σαφώς πολύ μικρότερο από άλλες εποχές, ή, ο ίδιος και το κόμμα του θα βρεθούν σε υπαρξιακή περιδίνηση. 
 
Ωστόσο, εάν και απομιμητής του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Αλέξης Τσίπρας αποδείχτηκε εν τέλει ότι δεν ήταν και τόσο καλός μελετητής του. Απέφυγε να διαβάσει (ή να κατανοήσει) τα αρνητικά στοιχεία του σοσιαλιστή ηγέτη -ο οποίος σε κάθε περίπτωση με το αναμφισβήτητο πολιτικό μέγεθος του σημάδεψε την εποχή της Μεταπολίτευσης. Το λάθος που είχε διαπράξει ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1989, το διέπραξε ολόιδιο ως πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας, μετά από είκοσι πέντε χρόνια αργότερα. Τι είχε διαπράξει ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ; Για να φράξει τον δρόμο προς την εξουσία της Νέας Δημοκρατίας, είχε διεξάγει τις εκλογές με το σύστημα της απλής αναλογικής. Τι κέρδισε; Το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που επιδίωκε. Κατέστησε πρωθυπουργό τον Κώστα Μητσοτάκη, τον άλλοτε «απόκληρο» της πολιτικής σκηνής λόγω της «αποστασίας» του 1965. Με τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, ο Κώστας Μητσοτάκης κατέστη πρωθυπουργός το 1990 με το ασύλληπτο ποσοστό του 47% των ψήφων -που λίγο ήθελε να αγγίζει το ιστορικό 54% του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το 1974, το οποίο βέβαια έγινε κάτω από τις συνθήκες κατάρρευσης της χούντας και της επιστροφής της δημοκρατίας στην Ελλάδα.
 
Το ίδιο ακριβώς έκανε ο Αλέξης Τσίπρας. Με την απλή αναλογική θέλησε …να σκάψει τον λάκκο στον Κυριάκο Μητσοτάκη -και τι κέρδισε; Έπεσε ο ίδιος μέσα στον λάκκο που έσκαψε για τον αντίπαλό του, και μάλιστα έπεσε με σεισμικό πάταγο. Κατέστησε πανίσχυρο νικητή των εκλογών τον αρχηγό της ΝΔ, και εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, πρωθυπουργό της Ελλάδος για δεύτερη φορά. Και ο ίδιος καταβαράθρωσε τον Σύριζα σε ποσοστό υπολειπόμενο του πρώτου κόμματος κατά είκοσι μονάδες.
 
Και πως το έφεραν οι συγκυρίες. Η απλή αναλογική του Ανδρέα Παπανδρέου με ωφελημένο τον Κώστα Μητσοτάκη, η ίδια αναλογική του 2023 έφερε νικητή τον γιό του ωφελημένου του 1990!...
 
Δεν είναι πολιτικά ατάλαντος ο Αλέξης Τσίπρας. Έχει εφόδια. Κι αν έχει χιλιάδες πολίτες που τον ψηφίζουν και πίνουν νερό στο όνομα του -όχι άδικα- είναι στο ό,τι υπερτερεί παρασάγγας από τα υπόλοιπα στελέχη του. Νύχτα με την ημέρα. Αν αυτό θα τον διασώσει, μέλει να αποδειχθεί. Όμως, κακά τα ψέματα, δεν έχει τη στόφα του ηγέτη, ούτε για αστείο. Ας πούμε του Ανδρέα Παπανδρέου, του οποίου υποστηρίζει ότι ακολουθεί τις πολιτικές του παρακαταθήκες. Θα μου πείτε, και δεν θα έχετε άδικο, ποιος από τους σημερινούς πολιτικούς αρχηγούς έχει την πάστα ηγετών άλλων παλαιότερων εποχών. Είναι μιας άλλης τάξεως συζήτηση αυτή. Πάντως, ειλικρινά αναρωτιέμαι, στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, τι είδους ηγετικά προσόντα μπορεί να διαθέτει, όταν δεν μπόρεσε να προβλέψει ότι θα χάσει τις εκλογές με μια χαώδη διαφορά -πιστεύοντας τουναντίον ότι θα είναι ο νικητής, σχηματίζοντας στο μυαλό του (φαντασία του) κυβερνήσεις «προοδευτικής συνεργασίας». Κάτι ανάλογο με τις εκλογές του 2019, που υποστήριζε «δεν χάνω ούτε μια στο εκατομμύριο»! Και ειλικρινά αναρωτιέμαι, τι είδους ηγέτης μπορεί να είναι κάποιος όταν δεν μπορεί να αφουγκραστεί και να εκφράσει την κοινωνία.
 
Τον παρακολουθούσα τον Αλέξη Τσίπρα στην προεκλογική περίοδο. Πολιτικά σερνόταν. Σαν τα παιδάκια που σεργιανίζουν στις πλατείες, να πιάσουν κανένα φίλο της ηλικίας τους και να παίξουν μπάλα μαζί. Έτσι και ο αρχηγός του Σύριζα, πότε από εδώ και πότε από κει, βόλταρε μπας και βρει κανέναν συμπαίχτη να παίξουν μαζί κυβέρνηση. Ανάλογα τις περιόδους των ονειρικών σκέψεων του, φανταζόταν κυβερνήσεις νικητών, ηττημένων, ανοχής, ειδικού σκοπού…Μέχρι το μάτι σε ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής έκλεισε. Κι όλοι βέβαια, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, του έκλεισαν με βρόντο την πόρτα. Του τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια και έμεινε πολιτικά μετέωρος, με την απλή αναλογική ανά χείρας. Παραδέχθηκε «mea culpa», αλλά κατόπιν εορτής…
 
Δεν ξέρω, εάν ο ίδιος αδίκησε ή υπερτίμησε τον εαυτό του. Εάν παρασύρθηκε από την έπαρση της νίκης του, το 2015, ή από τους συνεργάτες του -οι περισσότεροι μιας καθόλου σύγχρονης, αλλά μιας παρωχημένης και πληκτικής αριστερής αντίληψης των πραγμάτων. Ίσως να ήταν στις προθέσεις του να απαλλαγεί από δαύτους, αλλά φάνηκε άτολμος. Το κομματικό του θάρρος εξαντλήθηκε σε αμφιβόλου ποιότητας επιλογές, χωρίς να είναι σε θέση να εκτιμήσει ότι με «Πολάκηδες», «Μιθριδάτηδες» και «Αντώναρους» δεν κερδίζονται εκλογές -ούτε μια στο εκατομμύριο.  
 
Η κυριότερη αιτία του εκλογικού «Βατερλώ» του Σύριζα, είναι ότι επένδυσε σε μια πολιτική στρατηγική, η οποία ήταν απορριπτέα από την πλειονότητα των πολιτών. Συνειδητά ο Αλέξης Τσίπρας επένδυσε στον μιζεραμπιλισμό. Δηλαδή, στην ιδεολογικοποίηση της μιζέριας και της κακομοιριάς. Στην θυματοποίηση των πάντων. Στον μηδενισμό σε ό,τι θετικό έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην κοινωνία. Δεν ήξερε το ευνόητο, ότι ακόμη και ο κακομοίρης δεν θέλει να του λες ότι είναι κακομοίρης; Ότι δεν θέλει να του υπενθυμίζεις συνεχώς την δεινή του θέση; Έβλεπε κανείς τα τηλεοπτικά διαφημιστικά σποτ του Σύριζα -και αν δεν γέλαγε με το ύφος τους, μαύριζε η καρδιά του για το απόλυτο σκοτάδι που εξέπεμπαν. Λες και απευθύνονταν σε κοινωνία ακραίου περιθωρίου, δήθεν και τάχα σε «ψαγμένες» συλλογικότητες …ευαισθητοποιημένων πολιτών… 
 
Και μπορεί ο λαϊκισμός του 2015 -εν μέσω μιας δικαιολογημένης οργής των πολιτών, εν μέσω ακόμη εάν θέλετε μιας αποσύνθεσης των αστικών κομμάτων- να έπιασε τόπο, τα δίδυμα αδελφάκια του, ο μιζεραμπιλισμός και ο μηδενισμός, είχαν θέση στην Ελλάδα του 2023; Εάν ο Αλέξης Τσίπρας εκτίμησε ότι Ελλάδα του σήμερα είναι η Ελλάδα της σήψης και της χρεοκοπίας του 2010, και έχτισε την στρατηγική του σε μια μηδενιστική λογική του στυλ «να φύγει η χειρότερη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης» -τότε, μάλλον έχει χάσει το τραίνο. Μάλλον το κόμμα του δεν έχει πιάσει γερές ρίζες στην κοινωνία και ως εκ τούτου έχει στρεβλή εικόνα για το τι ακριβώς συντελείται, έχοντας εγκλωβιστεί σε ένα φανατικό ακροατήριο. Νομίζω πως ο Αλέξης Τσίπρας εάν είχε μεταφράσει καλύτερα τους λόγους που τον έφεραν στην εξουσία το 2015 -και είχε κάνει την σωστή αυτογνωσία του για την ήττα του 2019, θα απέφευγε την συντριβή των εκλογών του 2023. «Δεν γνωστοποιήσαμε καλύτερα το πρόγραμμά μας στον λαό», είναι εδώ και κάτι…αιώνες η φτηνή δικαιολογία του κάθε ηττημένου και του κάθε πικραμένου.
 
Αυτό που δεν μπόρεσε να αφουγκραστεί ο Αλέξης Τσίπρας, το αφουγκράστηκε ο αρχηγός της ΝΔ. Πολλά θα μπορούσε κανείς να καταμαρτυρήσει στην τετραετή διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το πολύνεκρο για παράδειγμα δυστύχημα των τρένων στα Τέμπη, που στο πρόσωπο της νεοδημοκρατικής κυβέρνησης αντικατόπτριζε τις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, και το σκάνδαλο των υποκλοπών, ήταν ικανά από μόνα τους υπό άλλες συνθήκες (ή σε άλλες χώρες) να έριχναν την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο δεν έπεσε, αλλά αύξησε τα ποσοστά της -κάτι το πρωτοφανές στα πολιτικά / εκλογικά χρονικά. Όπως πρωτοφανές ήταν ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχασε το 1/3 της εκλογικής δύναμης του από τις προηγούμενες εκλογές -αυξάνοντας την διαφορά του από την ΝΔ είκοσι ποσοστιαίες μονάδες προς τα κάτω. Έγινε κανένα θαύμα και συνέβησαν όλα αυτά -κι εμείς δεν το πήραμε χαμπάρι;
 
Κανένα θαύμα δεν έγινε. Ούτε ο λαός άλλαξε. Είναι ό ίδιος λαός που ψήφισε στις προηγούμενες εκλογές και στις προ – προηγούμενες. Η παράσταση άλλαξε. Και η παράσταση του Σύριζα έκανε τους θεατές να αδειάσουν την αίθουσα του θεάτρου. Και όταν δεν αρέσει μια παράσταση, όπως έλεγε ο Μπρεχτ, δεν αλλάζεις τους θεατές αλλά την παράσταση. Αντίθετα, η παράσταση του Κυριάκου Μητσοτάκη άρεσε στον κόσμο. Και για αυτό ψηφίστηκε στα ποσοστά που κέρδισε. Όχι πως είχε τίποτε φοβερούς ηθοποιούς, αλλά είχε «αφήγημα». Και το «αφήγημα» δεν ήταν άλλο, παρά αυτό που ήθελαν να ακούσουν οι θεατές / ψηφοφόροι. Το διεκπεραίωσε με τον πιο επιτυχή τρόπο ο αρχηγός της ΝΔ, αποδεικνύοντας ότι ο άνθρωπος (ας είναι γνήσιος εκπρόσωπος της οικογενειοκρατίας) -αν μην τι άλλο- είναι επαγγελματίας του είδους. Μπορεί κανείς να τον πει και καλό μάνατζερ των πολιτικών πραγμάτων. Έχοντας μελετημένη στρατηγική, έκανε το εξής απλό: Αυτό που αφουγκραζόταν από την κοινωνία, αυτό το ίδιο της πρότεινε! Όταν ο Σύριζα και ο Αλέξης Τσίπρας θαλασσοπνίγονταν με όλους τους άλλους στην ακυβερνησία / ασυνεννοησία της απλής αναλογικής, η ΝΔ πρότεινε κυβερνησιμότητα και σταθερότητα. Όταν ο Σύριζα και ο Αλέξης Τσίπρας επένδυαν στον μαύρο μιζεραμπιλισμό του σήμερα, η ΝΔ πρότεινε το μπροστά. Το καλύτερο  αύριο με ψηφιοποιήσεις των πάντων, επενδύσεις, δουλειές, καλύτερους μισθούς, λιγότερους φόρους.
 
Προφανώς και δεν ζούμε στην Ελλάδα τις ευτυχέστερες ημέρες της ζωής μας, προφανώς και υπάρχουν προβλήματα και μεγάλες δυσκολίες -και εξίσου προφανές  είναι ότι η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα υλοποιήσουν όλα όσα έχουν υποσχεθεί. Τα βιώνουν και τα ξέρουν πολύ καλά όλα αυτά οι πολίτες. Κανείς δεν ζει με αυταπάτες. Και τι αυταπάτες μπορεί να έχει κανείς όταν ο μήνας του βγαίνει με δυσκολία -ή και καθόλου, κι όταν ο λογαριασμός τού ηλεκτρικού έρχεται στο μισό ενός μισθού; Αλλά και ο πιο πονεμένος όσο ζει, θέλει να ελπίζει. Η προσδοκία είναι στη φύση του ανθρώπου, είναι αν θέλετε οργανική του ανάγκη. Δεν αλλάζουν αυτά. Και όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα οι πολιτικές καταστάσεις, ο μέσος πολίτης έχει πολύ περισσότερες προσδοκίες από μια «δεξιά» κυβέρνηση, παρά από μια αριστερής κατεύθυνσης.
 
Συνολικά αν δούμε τα αποτελέσματα των εκλογών, νομίζω πως πείθει η προηγούμενη αναφορά. Τα αποτελέσματα έδειξαν κάτι το πρωτόγνωρο στα πολιτικά χρονικά από την Μεταπολίτευση και μετά. Μια συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Όλο το αστικό τόξο και ο ευρύτερος χώρος του καταλαμβάνει ποσοστό άνω του 60% του εκλογικού σώματος. Η ροπή, σε πλήρη αντίθεση με όλο το προηγούμενο παρελθόν, είναι από τα «Αριστερά» προς τα «Δεξιά». Αυτό ταυτόχρονα συνιστά και μια πρόκληση για την Ελλάδα -και δη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εφόσον καταστεί για δεύτερη φορά πρωθυπουργός της Ελλάδος, και δη κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής, θα έχει στο πλευρό του, άμεσα ή έμμεσα, ολόκληρο τον αστικό χώρο. Στο χέρι του είναι, ανάλογα με το πως θα πορευτεί, να χαράξει νέα εποχή. Να προχωρήσει τολμηρά, ριζοσπαστικά και μεταρρυθμιστικά στη νέα Μεταπολίτευση. Αν το θελήσει μπορεί να καταφέρει να γυρίσει σελίδα στην Ελλάδα -ας προέρχεται ο ίδιος από παλιό και μεγάλο «τζάκι». Αν προχωρήσει με όρους οικογενειοκρατίας (ευνοιοκρατία, πελατειακές σχέσεις, διαπλοκές, ρουσφετολογία), θα αποτύχει παταγωδώς. Και μαζί με αυτόν η χώρα μας.  
 
Όσον αφορά τον Σύριζα και το μέλλον του Αλέξη Τσίπρα, τι να πω; Η ιστορία της Αριστεράς έχει δείξει ότι όσες φορές ηττήθηκε, περιήλθε σ’ έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο διαμοιρασμού της ηγεσίας και των ιματίων του προοδευτισμού. Ίδωμεν.