Κυριακή, 29 Νοέμβρη, 2020 - 14:41

Η αμφισβήτηση ελληνικών εδαφών από την Τουρκία

Από το 1974 έως το 1995, η Τουρκία είχε αμφισβητήσει διάφορα καθεστώτα στο Αιγαίο: αποστρατιωτικοποίηση, εναέριο χώρο, FIR και Ζώνη Έρευνας Διασώσεως. Η κρίση των Ιμίων το 1996 απετέλεσε στροφή στη στρατηγική της Τουρκίας. Ένα επεισόδιο που αρχικώς εμφανίσθηκε ως ένα είδος δημοσιογραφικού πολέμου, στην πορεία εξελίχθηκε ως η σοβαρότερη κρίση μεταξύ των δύο χωρών μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Μήλον της έριδος υποτίθεται ότι ήσαν δύο βραχώδη, άνυδρα νησάκια, γνωστά ως Ίμια ή Λιμνιά στην Ελλάδα και ως Καρντάκ στην Τουρκία, τα οποία ανήκουν στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων. Στην πραγματικότητα, μέσω των Ιμίων η Τουρκία για πρώτη φορά ήγειρε ευθέως εδαφικές διεκδικήσεις αμφισβητώντας το καθεστώς των εδαφών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, όπως διαμορφώθηκε μετά το 1923 και το 1947. Η συγκεκριμένη αμφισβήτηση έχει σοβαρές προεκτάσεις που αφορούν το σύνολο των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο.

Του Άγγελου Συρίγου*

α. Η κρίση του 1996 στα Ίμια

Πώς φτάσαμε στην κρίση

Το επεισόδιο συνέβη σε μια μεταβατική πολιτική περίοδο και για τις δύο χώρες. Στην Ελλάδα, μετά από μακρά ασθένεια του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος είχε προχωρήσει στην οριακή εκλογή του Κώστα Σημίτη ως νέου πρωθυπουργού. Η κρίση των Ιμίων εξελίχθηκε ενώ ο νέος πρωθυπουργός δεν είχε ακόμη λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή. Στην Τουρκία, τον Δεκέμβριο του 1995 οι Ισλαμιστές υπό τον Νετσμετίν Ερμπακάν είχαν καταλάβει την πρώτη θέση. Η προοπτική να κυβερνήσουν τη χώρα προκαλούσε εφιάλτες στο κεμαλικό κατεστημένο.

Τα Χριστούγεννα του 1995 ένα τουρκικό εμπορικό φορτηγό πλοίο προσάραξε στα Ίμια. Ο Τούρκος πλοίαρχος αρνήθηκε να δεχθεί τη βοήθεια ελληνικού ρυμουλκού, ισχυριζόμενος ότι προσάραξε σε τουρκικό έδαφος. Είναι πιθανόν να προχώρησε σε αυτόν τον ισχυρισμό διότι επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τα πιο φθηνά σωστικά τουρκικά μέσα αντί των πιο ακριβών ελληνικών. Ακολούθησε τουρκική ρηματική διακοίνωση που υποστήριζε ότι τα Ίμια ανήκουν στην Τουρκία.  Η Ελλάδα απέρριψε τους τουρκικούς ισχυρισμούς.

Όταν το περιστατικό διέρρευσε στον ελληνικό τύπο, ο δήμαρχος της γειτονικής Καλύμνου, στην οποία υπάγονται διοικητικά τα δύο νησάκια, τοποθέτησε μια ελληνική σημαία στο μεγαλύτερο από αυτά. Εκ των υστέρων, η αυτονόητη ανύψωση της ελληνικής σημαίας σε ελληνικό έδαφος θεωρήθηκε «ανεύθυνη» πράξη ενός ανθρώπου κινούμενου από κάποιον «σκοτεινό λόγο». Δύο ημέρες μετά, μία από τις μεγαλύτερες τουρκικές εφημερίδες, η Χουριέτ, έστειλε με ναυλωμένο ελικόπτερο στο νησάκι μια ομάδα δημοσιογράφων,  οι οποίοι αντικατέστησαν την ελληνική με την τουρκική σημαία. Η αντικατάσταση των δύο σημαιών μαγνητοσκοπήθηκε για τις ανάγκες του νέου τηλεοπτικού σταθμού της Χουριέτ και προβλήθηκε ως η κύρια είδηση.

Ακολούθησε αποβίβαση μονάδας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μεγαλύτερο από τα δύο νησάκια που περικυκλώθηκαν από ελληνικά και τουρκικά πολεμικά πλοία, ενώ μαχητικά αεροσκάφη των δύο χωρών πραγματοποιούσαν υπερπτήσεις. Η κάθε χώρα ισχυριζόταν ότι η άλλη παραβίαζε τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της.

Μια δεύτερη τουρκική ρηματική διακοίνωση δεν περιοριζόταν στην αμφισβήτηση των επίμαχων νησίδων. Έθετε ευρύτερο θέμα κυριαρχίας σε έναν απροσδιόριστο αριθμό νησιών στο Αιγαίο. Η εξέλιξη έδειχνε ότι επρόκειτο για μια προσχεδιασμένη κίνηση από το κεμαλικό κατεστημένο, την οποία το τυχαίο (μάλλον) περιστατικό με την προσάραξη του πλοίου στα Ίμια έφερε στην επιφάνεια. Η τουρκική ρηματική διακοίνωση αναφερόταν και σε ένα ελληνικό πρόγραμμα αξιοποιήσεως δώδεκα ακατοίκητων νησίδων στο Αιγαίο, που ίσως εξηγεί και τη χρονική στιγμή της εκδηλώσεως της κρίσεως των Ιμίων.

Νησιά, χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα

Στο άρθρο 121 της Συμβάσεως για το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζεται ότι όλα τα νησιά δικαιούνται αιγιαλίτιδας ζώνης, συνορεύουσας ζώνης, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Στην παράγραφο 3 εισάγεται όμως μια εξαίρεση: «Οι βράχοι οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δεν θα έχουν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα». Το ερώτημα που τίθεται συχνά είναι υπό ποίες προϋποθέσεις ένα νησί θεωρείται βράχος. Ο λόγος του ερωτήματος οφείλεται στο ότι από τα περίπου 8.500 ελληνικά νησιά του Αιγαίου, μόνον 100 κατοικούνται. Τα υπόλοιπα δικαιούνται υφαλοκρηπίδας; Αυτή η ανησυχία οδήγησε το 1995 στο πρόγραμμα δημιουργίας υποδομών που θα διευκόλυναν την ανθρώπινη διαβίωση σε 12 μικρά νησιά. Η εγκατάσταση ανθρώπων στα νησιά, θα πληρούσε τον όρο περί της δυνατότητας να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση. Κατά συνέπεια θα ήσαν σε θέση να διεκδικήσουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Στην πραγματικότητα, στην περιοχή του Αιγαίου η συγκεκριμένη διάταξη περί υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ είναι πρακτικώς άνευ νοήματος. άθε νησί ασχέτως μεγέθους μπορεί να διεκδικήσει αιγιαλίτιδα ζώνη. Λόγω του πλήθους και της εγγύτητας τους σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αιγαίου οι θαλάσσιες περιοχές καλύπτονται από το δικαίωμά τους στα χωρικά ύδατα. Για την ακρίβεια, η γειτνίαση με άλλα νησιωτικά ή ηπειρωτικά εδάφη σε πολλές περιπτώσεις δεν επιτρέπει ούτε την πλήρη διεκδίκηση αιγιαλίτιδας ζώνης.

Δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση νησιών με θαλάσσιο μέτωπο στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Ιόνιο λόγω του πολύ μικρότερου αριθμού τους. Εκεί είναι κρίσιμα όλα τα νησιά του συμπλέγματος της Μεγίστης (Καστελόριζο), τα νησιά νοτίως της Κρήτης και τα Επτάνησα.

Από τα δώδεκα νησιά του προγράμματος του 1995, τα μόνα για τα οποία θα μπορούσε να έχει νόημα η διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας (ή ΑΟΖ) ήσαν η Γαυδοπούλα, νοτίως της Κρήτης, τα Αντικύθηρα και η Στρογγύλη, στην περιοχή του Καστελόριζου.

 

Την 30ή Ιανουαρίου, ολόκληρος ο ελληνικός στόλος εξήλθε του ναυστάθμου. Παράλληλα και οι λοιπές ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ετέθησαν σε κατάσταση συναγερμού. Η κινητοποίηση από τουρκικής πλευράς δεν έδειχνε να είναι ανάλογης εκτάσεως και ταχύτητας, πλην της περιοχής των Ιμίων, όπου ελληνικές και τουρκικές ναυτικές μονάδες είχαν αναπτυχθεί σε θέσεις μάχης, σε κοντινή απόσταση. Το μεσημέρι της ιδίας ημέρας συνεδρίασε στην Τουρκία το αρμόδιο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.

Το βράδυ ο Έλληνας πρωθυπουργός συγκάλεσε σύσκεψη κυβερνητικών παραγόντων  στο πρωθυπουργικό γραφείο. Επειδή δεν ήθελε να δείξει ότι κλιμακωνόταν (περαιτέρω;) η κρίση, απέφυγε να συγκαλέσει το αρμόδιο όργανο λήψεως αποφάσεων που ήταν το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) ή να συνεδριάσει στην ειδική αίθουσα του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι σε κρίσιμες στιγμές της κρίσεως δεν υπήρχε ορθή και άμεση ενημέρωση για τις επιτόπιες εξελίξεις.

ii. Η αμερικανική διαμεσολάβηση και η επιστροφή στο status quo ante

Η ξαφνική ένταση μεταξύ των δύο χωρών κινητοποίησε τον αμερικανικό παράγοντα. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον επικοινώνησε με τους πρωθυπουργούς των δύο χωρών. Τη διαπραγμάτευση ανέλαβε ο αποκαλούμενος «μάγος της διπλωματίας», βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ.

Ενώ οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών συνεχίζονταν, Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάσθηκαν τα χαράματα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου στο μικρότερο από τα δύο νησάκια (στα δυτικά Ίμια), που ήταν αφύλακτο. Η τουρκική ενέργεια είχε ως στόχο να εξουδετερώσει το ελληνικό πλεονέκτημα της παρουσίας στρατιωτών και σημαίας στο ένα νησί. Επρόκειτο για μια τυχοδιωκτική κίνηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο.

Η παράλληλη παρουσία στρατιωτών των δύο χωρών στα δύο νησιά έδωσε όμως τη δυνατότητα στον Ρίτσαρντ Χόμπρουκ να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση προς την Ελλάδα. Η ελληνική πλευρά αιφνιδιάσθηκε πλήρως από την εξέλιξη, την οποία πληροφορήθηκε τυχαίως από τα ΜΜΕ. Τελικώς, τις πρωινές ώρες της 31ης Ιανουαρίου 1996 οριστικοποιήθηκε η συμφωνία. Οι δύο χώρες δεσμεύτηκαν ότι στις δύο νήσους και στην περιοχή που γειτνιάζει άμεσα με αυτές δεν θα υπήρχαν πολεμικά πλοία, σημαίες και στρατιώτες («no warships, no flags, no men of war on the islands or in their proximity»). H κατάσταση περιεγράφη ως επιστροφή στην προτέρα κατάσταση (status quo ante), στο καθεστώς, δηλαδή, που επικρατούσε μέχρι την προηγούμενη των επεισοδίων εβδομάδα. Τέτοιοι αμφίσημοι όροι προτιμούνται στη διπλωματία. Το status quo ante επέτρεπε στις δύο πλευρές να διατηρήσουν τις απόψεις τους, ισχυριζόμενες ότι η προτέρα κατάσταση εσήμαινε αποκατάσταση της κυριαρχίας τους.

            Ενώ η κατάσταση έβαινε προς εκτόνωση, η ελληνική πλευρά αιφνιδιάσθηκε για δεύτερη φορά όταν κατέστη γνωστό ότι τα χαράματα είχε καταπέσει έξω από τα Ίμια ένα ελικόπτερο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού και οι τρεις επιβαίνοντες σε αυτό ήσαν νεκροί. Το ελικόπτερο είχε σταλεί υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες για αναγνώριση πάνω από το δεύτερο νησάκι, όπου αποβιβάσθηκαν οι Τούρκοι. Επρόκειτο για μηχανικό σφάλμα, για απώλεια προσανατολισμού των χειριστών λόγω των αντίξοων καιρικών συνθηκών (επίσημη εκδοχή) ή το ελικόπτερο είχε βληθεί; Στα ερωτήματα αυτά δεν δόθηκε απολύτως πειστική απάντηση.

 

iii. Οι αδυναμίες της ελληνικής πλευράς

Η κρίση των Ιμίων ανέδειξε μια σειρά από αδυναμίες της ελληνικής πλευράς. Οι βασικότερες είναι οι ακόλουθες:

  • Η κατόπιν ελληνικής πρωτοβουλίας στρατιωτική κλιμάκωση ενός ήσσονος σημασίας περιστατικού και η πομπώδης κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ενώπιον των τηλεοπτικών φακών.
  • Η μη φύλαξη της δεύτερης νησίδας των Ιμίων, που έδωσε τη δυνατότητα στην Τουρκία να εκμεταλλευθεί το κενό.
  • Η εναπόθεση του θέματος αποκλειστικώς και μόνον στην αμερικανική μεσολάβηση.
  • Οι εμμονές να μη φανεί ότι κλιμακωνόταν η κρίση, που έστειλαν το μήνυμα ότι η ελληνική πλευρά δεν διέθετε αποφασιστικότητα.
  • Η αδυναμία λήψεως σωστών πληροφοριών.
  • Η εκ των υστέρων επικοινωνιακή αντιμετώπιση εις βάρος της ουσίας και η προσπάθεια για ανεύρεση εξιλαστηρίων θυμάτων και αποδιοπομπαίων τράγων.

Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η κρίση αποδόθηκε σε ανεύθυνους ιδιώτες που υποτίθεται ότι πήραν στα χέρια τους την εξωτερική πολιτική των χωρών τους. Οι ιδιώτες ήσαν ο δήμαρχος Καλύμνου και οι δημοσιογράφοι της Χουριέτ. Επειδή ένα αντίστοιχο θέμα ετέθη και τον Απρίλιο του 2018, με αφορμή την τοποθέτηση σημαιών σε νησίδες γύρω από τους Φούρνους της Ικαρίας, θα πρέπει να διευκρινισθούν τα ακόλουθα. Το θέμα δεν είναι τι κάνουν κάποιοι πολίτες του ενός ή του άλλου κράτους κινούμενοι είτε από τη συνείδησή τους είτε από ευήθεια είτε ως πράκτορες. Σήμερα μπορεί να είναι μία σημαία, αύριο κάποιος που πάει να βοσκήσει τα κατσίκια του σε κάποια νησίδα ή ένας άλλος που στήνει σε έναν βράχο μια σκηνή με τα εθνικά χρώματα της Ελλάδος ή της Τουρκίας. Στη συχνή παράνοια των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δεν υπάρχει περιορισμός ως προς το τι μπορεί να θεωρηθεί ως πρόκληση από την άλλη πλευρά. Το θέμα είναι πώς χειρίζεται το κράτος τέτοιες περιπτώσεις. Το 1996 η Ελλάδα επέλεξε να στρατιωτικοποιήσει την κρίση.

 

β. Τουρκικές θεωρίες «γκρίζων ζωνών»

Ενώ η πιθανότητα πολεμικού επεισοδίου απομακρυνόταν, η τουρκική πλευρά, με αφορμή τα Ίμια, ανέπτυξε μια νέα θεωρία περί υπάρξεως ευρύτερων «γκρίζων ζωνών» κυριαρχίας στο Αιγαίο, το καθεστώς των οποίων παραμένει ασαφές. Αυτές δεν περιορίζονταν μόνο στο Αιγαίο. Περιλαμβάνουν και νησιά όπως η Γαύδος στο Λιβυκό πέλαγος, νοτίως της Κρήτης. Η αυξομείωση του αριθμού τους παρουσιάζει ενδιαφέρον.

  • Αμέσως μετά την κρίση των Ιμίων ακούσθηκε από την πρωθυπουργό της Τουρκίας ότι αμφισβητούνται περίπου 1.000 νησίδες στο Αιγαίο.
  • Επίσημη τουρκική κυβερνητική ανακοίνωση τον Φεβρουάριο του 1996 ανέβασε σε 3.000 τους αμφισβητούμενους βράχους και νησίδες.
  • Από το καλοκαίρι του 1996 οι αριθμοί των αμφισβητούμενων νησιαίων εδαφών περιορίσθηκαν σε περίπου 100-150 μικρά νησιά που βρίσκονται στο Αιγαίο.
  • Από το 2013 έχουν αναφερθεί διαδοχικά 16, 17 και τέλος 18 νησιά τα οποία η τουρκική αντιπολίτευση κατηγορεί τον Ερντογάν άλλοτε ότι άφησε να τα καταλάβουν οι Έλληνες, άλλοτε ότι δεν τους έχει εκδιώξει και άλλοτε ότι δεν τα έχει ζητήσει επισήμως από την Ελλάδα.

Ο αριθμός των 18 νησιών την ελληνική κυριαρχία επί των οποίων αμφισβητεί την τελευταία δεκαετία η Τουρκία, δεν είναι ριζικά διαφορετικός από τα 100-150 νησιά που αναφέρονται από τα μέσα του 1996. Επί παραδείγματι, όταν αναφέρεται ότι αμφισβητείται το Αγαθονήσι, στο συγκεκριμένο νησιωτικό συγκρότημα ανήκουν 14 νησιά και βράχοι.  Για πολλά χρόνια οι συστηματικές τουρκικές υπερπτήσεις και οι παρενοχλήσεις ελληνικών πτητικών μέσων που ξεκίνησαν μετά το 2006 εντοπίζονται σχεδόν αποκλειστικώς πάνω από τέτοια νησιά των οποίων αμφισβητείται από το 1996 η ελληνική κυριαρχία.

Οι μοναδικοί μαθητές στο Αγαθονήσι

 

Τα 18 νησιά που αναφέρει ως αμφισβητούμενα η Τουρκία

Όνομα

Τουρκικό όνομα

Μόνιμος πληθυσμός

(2011)

Έκταση σε τετ. χλμ

Φούρνοι (Σάμος)

Fornoz

1.033

30,5

Οινούσσες (Χίος)

Koyun

826

17,43

Αγαθονήσι (Δωδεκάνησα)

Eşek

185

13,4

Γαύδος (Χανιά - Κρήτη)

Gavdos

152

32,4

Θύμαινα (Σάμος)

Hurşit

151

10

Ψέριμος

Keçi

80

14,6

Αρκιοί

Nergiscik

44

6,7

Γυαλί

(Νίσυρος - Δωδεκάνησα)

Sakarcılar / Yalı adacığı

21

4,6

Λέβιθα

(Λέρος - Δωδεκάνησα)

Koçbaba

12

(2018)

9,1

Φαρμακονήσι (Δωδεκάνησα)

Bulamaç

 

10

3,9

Γαϊδουρονήσι ή Χρυσή (Λασήθι - Κρήτη)

Gaidhouronisi

2

4,75

Καλόλιμνος

(Κάλυμνος - Δωδεκάνησα)

Kalolimnos

2

1,95

Κίναρος

(Λέρος - Δωδεκάνησα)

Ardıççık

1

4,6

Δία (Ηράκλειο - Κρήτη)

Dhia

 

-

11,9

Σύρνα (Αστυπάλαια - Δωδεκάνησα)

Ardacik

-

7,87

Κουφονήσι (Λασήθι - Κρήτη)

Koufonisi

-

4,25

Διονυσάδες ή Γιανυσάδες (Λασήθι - Κρήτη) σύμπλεγμα 4 νησίδων

Dionysades

-

0,3

(νήσος Παξιμάδα)

Καλόγηρος ή Καλόγηροι (Ψαρά)

Venedik kayası

-

Βράχοι

γ. Τουρκική επιχειρηματολογία

Η βασική επιχειρηματολογία της Τουρκίας είναι η ακόλουθη:

  • Το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης, βάσει του οποίου εκχωρήθηκαν τα νησιά του Αιγαίου (πλην Δωδεκανήσων)  στην Ελλάδα, ανέφερε μόνον τα ονόματα των μεγάλων νησιών του Αιγαίου και όχι τα μικρότερα νησιά, νησίδες ή βράχους. Η Τουρκία θεωρεί ότι, πλην των μεγάλων νησιών, ήταν αμφίβολο εάν περιήλθε στην Ελλάδα η κυριαρχία σε όλα τα υπόλοιπα μικρά νησιά και βράχους.
  • Αντιστοίχως, το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης αναφέρθηκε ρητώς σε δεκατέσσερα νησιά από όλο το σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, καθώς και στις «εξαρτώμενες» από αυτά νησίδες, που εκχωρούνται στην Ιταλία. Επειδή υπήρχε πρόβλημα προσδιορισμού των εξαρτώμενων νησίδων, υπεγράφησαν τον Ιανουάριο του 1932 μια ιταλοτουρκική συνθήκη (που οριοθετούσε την περιοχή του συμπλέγματος της Μεγίστης) και τον Δεκέμβριο του 1932 ένα «έγγραφο» (δηλαδή ένα πρακτικό που οριοθετούσε την υπόλοιπη περιοχή μεταξύ Δωδεκανήσων και μικρασιατικών ακτών). Το «έγγραφο» ουδέποτε πρωτοκολλήθηκε στην Κοινωνία των Εθνών. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Συμφώνου της Κοινωνίας των Εθνών: «Πάσα συνθήκη ή διεθνής υποχρέωσις δέον να πρωτοκολλάται αμέσως [...] Ουδεμία των συνθηκών τούτων ή διεθνών υποχρεώσεων θέλει είναι υποχρεωτική προ της πρωτοκολλήσεως αυτής». Συνεπώς, το «έγγραφο», δηλαδή το πρακτικό του Δεκεμβρίου του 1932, ουδέποτε ετέθη εν ισχύι.
  • Η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 μνημονεύει τα ίδια νησιά με τη Συνθήκη της Λωζάννης, αλλά χρησιμοποιεί τον όρο «παρακείμενες» νησίδες (αντί για «εξαρτώμενες»). Τα Ίμια είναι πιο κοντά στα τουρκικά παράλια παρά σε ελληνικά νησιά. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι «παρακείμενα» στα νησιά που ρητώς αναφέρονται στη συνθήκη του 1947.
  • Η Ελλάδα το 1947 είχε ζητήσει να αναφερθούν στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων οι δύο ιταλο-τουρκικές συμφωνίες του 1932. Το αίτημα δεν είχε γίνει δεκτό. Ακολούθως, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από την τουρκική τη δεκαετία του 1950 και το 1963 να επιβεβαιωθεί η ισχύς των ιταλο-τουρκικών συμφωνιών του 1932, χωρίς αποτέλεσμα.
  • Η Ελλάδα δεν μπορεί να επικαλείται τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, διότι δεν έχει ενεργήσει καλόπιστα, γεγονός που αποδεικνύεται από τη στρατιωτικοποίηση των νησιών.
  • Η ιταλο-τουρκική συμφωνία του Ιανουαρίου 1932 και το «έγγραφο», δηλαδή το πρακτικό  του Δεκεμβρίου του 1932, συνήφθησαν «στο πλαίσιο μίας ειδικής καταστάσεως της εποχής πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Αφήνεται δηλαδή να εννοηθεί ότι η Τουρκία υποχρεώθηκε εν είδει επιβολής να δεχθεί τη συμφωνία.

Το θέμα κατά την Τουρκία θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί συνολικά και όχι αποσπασματικά με την εξέταση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος καθεμίας από όλες αυτές τις νησίδες στο Αιγαίο. Τυχόν προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο μόνον για τα Ίμια θα άφηνε άλυτο το θέμα των υπολοίπων νησίδων και βράχων.

 

δ. Ελληνική αντίκρουση

Η ελληνική πλευρά αντικρούει με βάσιμα νομικά επιχειρήματα τις τουρκικές θέσεις:

  • Από τη συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 12 και 16 της Συνθήκης της Λωζάννης προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι στην τουρκική κυριαρχία περιλαμβάνονταν μόνον η Ίμβρος, η Τένεδος, οι Λαγούσες νήσοι στην είσοδο του Ελλησπόντου και όλα τα νησιά που βρίσκονταν εντός τριών μιλίων από τις τουρκικές ακτές και δεν είχαν εκχωρηθεί ρητώς στην Ελλάδα. Η Τουρκία είχε παραιτηθεί από οποιονδήποτε τίτλο ή δικαίωμα εφ’ όλων των άλλων νησιών.
  • Με τη συνθήκη του Ιανουαρίου του 1932 και τη συμπληρωματική συμφωνία/πρακτικό (procès-verbal) του Δεκεμβρίου του 1932 χαράχθηκε μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας, η οποία τότε κατείχε τα Δωδεκάνησα, οριοθετική γραμμή που διαχώριζε με σαφήνεια τα νησιά κάθε χώρας. Η οριοθετική γραμμή ακολούθησε την πρόβλεψη της Συνθήκης της Λωζάννης περί παραιτήσεως της Τουρκίας από νησιά που βρίσκονταν πέραν των τριών μιλίων από τις ακτές της. Τα Ίμια, που βρίσκονται 4,2 μίλια (ή 3,65 ναυτικά μίλια) από τις τουρκικές ακτές, αναφέρονται ρητώς στο πρακτικό του Δεκεμβρίου του 1932 ως ανήκοντα στην Ιταλία.
  • Η ιταλοτουρκική συνθήκη πρωτοκολλήθηκε στην Κοινωνία των Εθνών το 1933. Το πρακτικό του Δεκεμβρίου 1932, ως παρακολούθημα της συμφωνίας του Ιανουαρίου, δεν χρειαζόταν να πρωτοκολληθεί. Συνήφθη δι’ ανταλλαγής επιστολών (όπου αναφέρθηκε ρητώς η αρχική συμφωνία του Ιανουαρίου 1932 και οι εξουσιοδοτήσεις αυτής). Αυτό φαίνεται και από την αλληλογραφία μεταξύ Άγκυρας και Ρώμης τα αμέσως επόμενα έτη, όπου αμφότερα τα μέρη αναγνωρίζουν το όριο.
  • Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, η Ελλάδα υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα και συνεπώς ανέλαβε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Ιταλίας αναφορικά με την ιταλοτουρκική συνθήκη και το πρακτικό του 1932.
  • Η χάραξη του πρακτικού του Δεκεμβρίου 1932 έγινε σεβαστή από την Τουρκία από το 1932 έως το 1947, όταν τα Δωδεκάνησα ήσαν ιταλικά, και από το 1947 και εντεύθεν, όταν ήσαν ελληνικά.
  • Επιπλέον, ως προς το επιχείρημα της «ειδικής περιόδου» προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Συνθήκη της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) ορίζει ότι «δεν δύναται να γίνει επίκλησις θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων ως λόγου λήξεως της συνθήκης [...] οσάκις η συνθήκη καθορίζει μεθοριακή γραμμή».

Τις ελληνικές θέσεις περί ισχύος των συνθηκών υποστήριξε με ανακοίνωσή της και η Ιταλία, που την περίοδο της κρίσεως των Ιμίων ασκούσε την προεδρία της ΕΕ.

Τα κρίσιμα άρθρα της Συνθήκης της Λωζάννης ως προς τις εδαφικές διευθετήσεις

 

Άρθρον 6.

[…] Εκτός αντιθέτων διατάξεων της παρούσης Συνθήκης, τα θαλάσσια όρια περιλαμβάνουσι τας νήσους και νησίδια τας κειμένας εις απόστασιν μικροτέραν των τριών μιλλίων από της ακτής.

Άρθρον 12.

Η ληφθείσα απόφασις τη 13η Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου εις εκτέλεσιν των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17ης/30ης Μαΐου 1913, και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1ης/14 Νοεμβρίου 1913, η κοινοποιηθείσα εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τη 13η Φεβρουαρίου 1914 και αφορώσα εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ίμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων (Μαυρυών), ιδία των νήσων Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, επικυρούνται, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης των συναφών προς τας υπό την κυριαρχίαν της Ιταλίας διατελούσας νήσους, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 15. Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι, αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσιν υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν.

 

Άρθρον 14.

Αι νήσοι Ίμβρος και Τένεδος, παραμένουσαι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν, θα απολαύωσιν ειδικής διοικητικής οργανώσεως, αποτελούμενης εκ τοπικών στοιχείων και παρεχούσης πάσαν εγγύησιν εις τον μη μουσουλμανικόν ιθαγενή πληθυσμόν δι' ό,τι αφορά εις την τοπικήν διοίκησιν και την προστασίαν των προσώπων και των περιουσιών.

Η διατήρησις της τάξεως θα εξασφαλίζηται εν αυταίς δι' αστυνομίας στρατολογουμένης μεταξύ του ιθαγενούς πληθυσμού, τη φροντίδι της ως άνω προβλεπομένης τοπικής διοικήσεως υπό τα διαταγάς της οποίας θα διατελή...

Άρθρον 15.

Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου.

Άρθρον 16.

Η Τουρκία δήλοι ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων ων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθή αυτή διά της παρούσης Συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων.

Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουσι τας συνομολογηθείσας ή συνομολογηθησομένας ιδιαιτέρας συμφωνίας μεταξύ της Τουρκίας και των ομόρων χωρών λόγω της γειτνιάσεως αυτών.

 

ε. Τι εξυπηρετούσε την Τουρκία η θεωρία των «γκρίζων ζωνών»;

Η κρίση των Ιμίων απετέλεσε στροφή στη στρατηγική της Τουρκίας. Η οφθαλμοφανής αλλαγή ήταν ότι για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε το καθεστώς των εδαφών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, όπως διαμορφώθηκε μετά το 1923 και το 1947. Πιο επικίνδυνη ήταν η προέκταση που είχε η νέα τουρκική θεωρία εν σχέσει προς το μεγαλύτερο μέρος των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο, αφού άνοιγε για την Ελλάδα πλειάδα θεμάτων.

Όλες οι οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών (όπως η αιγιαλίτιδα ζώνη και η υφαλοκρηπίδα, αλλά και ο εθνικός εναέριος χώρος που βρίσκεται πάνω από θάλασσα) αρχίζουν από τις γραμμές βάσεως. Οι γραμμές βάσεως βασίζονται στην ακτογραμμή των ηπειρωτικών και νησιωτικών εδαφών. Εάν είναι άγνωστη ή αμφισβητούμενη η κυριαρχία επί κάποιων εδαφών, δεν είναι δυνατή η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Εάν ληφθεί υπ’ όψιν η τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών», αρχή οποιασδήποτε οριοθετήσεως θα πρέπει να είναι η διαπίστωση της κυριαρχίας των μη κατονομαζόμενων στις διεθνείς συνθήκες νησιών και βράχων του Αιγαίου, οι ακτές των οποίων χρησιμοποιούνται ως γραμμές βάσεως. Αυτό δυνητικά έχει τις ακόλουθες συνέπειες:

  • Δεν γίνονται αποδεκτά τα υπάρχοντα όρια των ελληνικών χωρικών υδάτων, που ισχύουν από το 1936, αφού αμφισβητούνται τα σημεία απ’ όπου αυτά έχουν χαραχθεί. Κατ’ επέκτασιν, οποιαδήποτε εφαρμογή επεκτάσεως των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι μιλίων θα εθεωρείτο εξ ίσου αυθαίρετη.
  • Ακόμη και εάν συναινούσε η Τουρκία για επίλυση της διαφοράς για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, πρώτο θέμα προσφυγής θα έπρεπε να είναι η διαπίστωση της κυριαρχίας επί των νησιών. Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα ακολουθούσε ως δεύτερο θέμα.

Η δεύτερη επισήμανση είναι εξαιρετικά σημαντική για την προσέγγιση της Ελλάδος στο θέμα της προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, και ειδικότερα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το συγκεκριμένο δικαστήριο θέλει και συνήθως καταφέρνει να καταλήγει σε δίκαιες αλλά ταυτοχρόνως ισορροπημένες αποφάσεις. Αυτό σημαίνει ότι εξαντλεί τα όρια της διακριτικής ευχέρειας εντός του νόμου για να δώσει τη δυνατότητα στα δύο εμπλεκόμενα μέρη να μη φύγουν ηττημένα κατά κράτος από τη δικαστική αίθουσα. Μια προσφυγή με θέματα (α) την τύχη δεκάδων νησιωτικών εδαφών και (β) την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ενέχει για την ελληνική πλευρά τον κίνδυνο το δικαστήριο να τη δικαιώσει πλήρως στο θέμα των «γκρίζων ζωνών», όπου τα νομικά της επιχειρήματα είναι εξαιρετικά ισχυρά. Παραλλήλως, να εξισορροπήσει την απόφαση αποδίδοντας μεγαλύτερη υφαλοκρηπίδα στις τουρκικές ακτές απ’ όση αναμένεται ότι δικαιούνται, δεδομένου ότι στο συγκεκριμένο θέμα έχει μεγάλη διακριτική ευχέρεια με την επίκληση των ασαφών «σχετικών περιστάσεων». 

στ. Οι τουρκικές «γκρίζες ζώνες»

Από το 1996 η Τουρκία αναφέρεται σε νησιά αμφισβητούμενης ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Προς τον σκοπό αυτό προσπαθεί να ξαναερμηνεύσει συνθήκες που έχουν γραφεί προ 70 και 100 ετών και να σπείρει αμφιβολίες για ένα εδαφικό καθεστώς εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες. Αν κάποιος θελήσει να μπει προς χάριν παιγνίου σε αυτή τη συλλογιστική, θα ανακαλύψει ότι και η Τουρκία έχει αντίστοιχα τέτοια προβλήματα.

            Το πλέον κλασικό παράδειγμα γκρίζας ζώνης κυριαρχίας είναι το σύμπλεγμα των Μαυρειών νήσων (γνωστές και ως Λαγούσες, τουρκιστί Karayer adalari), οι οποίες βρίσκονται κοντά στην είσοδο των Δαρδανελλίων. Στη συνθήκη της Λωζάννης αναφέρεται στο άρθρο 12 ότι επιβεβαιώνεται η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του βορείου Αιγαίου «εκτός της Ίμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων (Μαυρυών)». Στο άρθρο 14 αναφέρεται ότι «αι νήσοι Ίμβρος και Τένεδος, παραμένουσαι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν». Δεν υπάρχει, όμως, οποιαδήποτε αναφορά περί κυριαρχίας στις Μαυρειές νήσους, οι οποίες βρίσκονται πέραν των τριών μιλίων από τις τουρκικές ακτές (που όπως αναφέρεται κατωτέρω, είναι το απώτατο όριο τουρκικής κυριαρχίας). Πρόκειται για τα νησιά:

  • Μαύρο (Tavsan Adasi)
  • Φειδονήσι (Yilancik Adasi)
  • Δρέπανο (Orak Adasi)
  • Πράσο (Pirasa Adasi).

Η κατά γράμμα ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάννης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύμπλεγμα των Μαυρειών δεν ανήκει ούτε στην Ελλάδα αλλά ούτε και στην Τουρκία. Είναι μια κατά κυριολεξίαν γκρίζα ζώνη!

Ένα δεύτερο σημείο σχετίζεται με τα όρια της τουρκικής κυριαρχίας. Πιο συγκεκριμένα, η Συνθήκη της Λωζάννης ορίζει

  • στο άρθρο 6 ότι «τα θαλάσσια όρια περιλαμβάνουσι τας νήσους και νησίδια τας κειμένας εις απόστασιν μικροτέραν των τριών μιλλίων από της ακτής» και
  • στο άρθρο 12 ότι: «Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι, αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσιν υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν».

Επομένως, ό,τι βρίσκεται πέραν των τριών μιλίων από τις τουρκικές ακτές δεν ανήκει στην Τουρκία. Επιπλέον, η αναφορά στη Συνθήκη της Λωζάννης είναι σε μίλια (όπου 1 μίλι = 1.609 μέτρα) και όχι σε ναυτικά μίλια (όπου 1 ναυτικό μίλι = 1.852 μέτρα). Αυτό σημαίνει ότι η διαφορά μεταξύ 3 μιλίων και 3 ναυτικών μιλίων είναι 729 μέτρα. Βάσει των ανωτέρω, εκτός των τριών μιλίων (4.827 μέτρα) βρίσκονται τα ακόλουθα νησιά στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Μοσχονησίων, στον κόλπο του Αδραμυτίου έναντι της Λέσβου:

  • Δασκαλειό ή Κοκκινονήσι (Yumutra adasi)
  • Λιός ή Έλεος ή Λείος (Gunes Adasi)
  • Καλαμάκι ή Καλαμόπουλο (Yuvarlak adasi)
  • Γιαλονήσι (Yelniz Adasi)
  • Πύργος (Maden Adasi)
  • Αδιάβατος (Kucuk Maden Adasi)
  • Ουλιά (Kiz Adasi)
  • Κάλαμος (Kara Ada)
  • καθώς και πέντε ανώνυμοι βράχοι.
  • Στους ανώνυμους βράχους πρέπει να προσθέσουμε και άλλους τρεις που βρίσκονται ανάμεσα στις Οινούσες της Χίου και στη χερσόνησο της Ερυθραίας.

            Τα ίδια θα μπορούσαν να αναφερθούν και για την κατάσταση των νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα).  Στη Συνθήκη των Σεβρών (1920) αναφέρεται ρητώς

«[...] των νήσων της Προποντίδας και των νήσων των κειμένων εντός αποστάσεως 3 μιλίων από της ακτής παραμενουσών οθωμανικών [...]» (άρθρο 27 παρ. β εδαφ.1.). Αντιθέτως, στη Συνθήκη της Λωζάννης δεν αναφέρεται τίποτα για την Προποντίδα. Πρόκειται για μια σειρά από μεγάλα νησιά:

  • Προκόνησος ή Μαρμαρά (Marmara Adasi), 118 τ.χλμ.
  • Αφησιά (Avşa Adasi), 21 τ.χλμ.
  • Καλόλιμνος (Imrali), 11,4 τ.χλμ.
  • Κούταλη (Ekinlik), 2,5 τ.χλμ.
  • Προβατονήσι (Kuyus Adasi), 1,7 τ.χλμ.

Επισημαίνεται, τέλος, ότι ούτε τα Πριγκηπονήσια (έξω από την Κωνσταντινούπολη…) αναφέρονται ονομαστικώς σε κάποια συνθήκη. Εκτός των 3 μιλίων βρίσκονται τα ακόλουθα:

  • Αντιγόνη (Burgaz-ada)
  • Πλάτη (Yassi-ada)
  • Οξειά (Sivriada)
  • Νέανδρος (Tavşan Adası)

Είναι προφανώς αδιανόητο για τους Τούρκους να συζητήσουν το νομικό καθεστώς των Πριγκηπονήσων. Αντιστοίχως, όμως, είναι αδιανόητο για την Ελλάδα να συζητά το καθεστώς των Φούρνων, των Οινουσών κ.ο.κ. σε μια προσπάθεια κακόπιστης ερμηνείας των συνθηκών που θέσπισαν τα σύνορα και τα εδάφη των δύο χωρών.