Κυριακή, 29 Νοέμβρη, 2020 - 14:41

Μικρασιατική καταστροφή: «Γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;

Οι αιχμάλωτοι άνδρες και όσα γυναικόπαιδα δεν μπόρεσαν να διαφύγουν από τη Μικρά Ασία (μέχρι δηλ. την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922), οδηγήθηκαν στα Τάγματα Εργασίας. Αρκετοί από αυτούς εσφάγησαν τις αμέσως επόμενες ημέρες.
Του Άγγελου Μ. Συρίγου*
 
1. Εισαγωγή
 
Το 1998 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το νόμο 2645/1998. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους ορίσθηκε «ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Η ψήφιση του νόμου έγινε ομόφωνα χωρίς τη διατύπωση αντιρρήσεων ή έστω κάποιων επιφυλάξεων για το περιεχόμενο και τον σκοπό του. Αντιθέτως, δύο χρόνια αργότερα το 2001, η διαβίβαση για υπογραφή ενός σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 του Νόμου από την ίδια κυβέρνηση, συνάντησε προβλήματα και απετέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαραθέσεως.
 
Η πολιτική αντιπαράθεση οδήγησε στο να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα και κορυφώθηκαν τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922 συνιστούν γενοκτονία του ελληνισμού της Μικράς Ασίας ή αποτελούν μοιραία συνέπεια ενός πολέμου που διήρκεσε πολλά χρόνια και είχε πολλά βίαια επεισόδια. Στόχος είναι, με βάση τα ιστορικά στοιχεία, να εξετασθεί ο νομικός χαρακτηρισμός των γεγονότων εκείνης της εποχής και να διαπιστωθεί η ορθή νομική τους αντιμετώπιση πέραν από πρόσκαιρες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
 
2. Τί είναι Γενοκτονία
 
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως του ΟΗΕ του 1948 για την πρόληψη και καταστολή της γενοκτονίας, όπως επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 6 του Καταστατικού Χάρτη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου του 1998 «γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις που ενεργούνται με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής:
 
α. φόνος των μελών της ομάδας,
 
β. σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας,
 
γ. εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή τη μερική σωματική καταστροφή αυτής»[1]
 
δ. μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεων εις τους κόλπους ορισμένης ομάδος κ.λ.π..»
 
Φυσικά η σύμβαση αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής, ούτε έχει αναδρομική ισχύ. Η χρήση της όμως και η επίκληση του ορισμού της γίνεται αφ’ ενός διότι πρόκειται περί του μοναδικού κειμένου που καθορίζει ρητώς την έννοια της γενοκτονίας. Αφ’ ετέρου, όπως έχει αναφέρει και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης από το 1951:
 
«οι αρχές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα κράτη ότι δεσμεύουν όλα τα κράτη ακόμη και εάν δεν έχουν συμβατική υποχρέωση. Η πρόθεση ήταν η Σύμβαση [κατά της γενοκτονίας] να έχει παγκόσμιο πεδίο δράσεως» .
 
Σμύρνη 1908 (επιχρωματισμός φωτογραφίας Χρήστος Καπλάνης)
 
Συνεπώς, η Σύμβαση καθιερώνει συμβατικά μία οικουμενική αρχή, την απαγόρευση της γενοκτονίας, που ίσχυε και προ της καταγραφής της το 1948. Αυτή η αρχή δεσμεύει όλα τα κράτη εθιμικά, ασχέτως εάν έχουν υπογράψει τη σύμβαση του 1948. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συμβάσεως, καθώς και οι αντιδράσεις π.χ. στην περίπτωση της αρμενικής γενοκτονίας το 1915, όπως αναλύεται κατωτέρω, βεβαιώνουν ότι πολύ πριν το 1948, η γενοκτονία ήταν καταδικασμένη ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
 
Επίσης, πρέπει να τονισθεί, ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στο άρθρο 5 του Καταστατικού του ξεχωρίζει τη γενοκτονία από τα λοιπά εγκλήματα στα οποία έχει αρμοδιότητα, κατατάσσοντας αυτή σε ξεχωριστη κατηγορία, ενώ ακολουθούν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Αυτή η διαφοροποίηση δείχνει και τη σοβαρή διαφορά μεταξύ γενοκτονίας και λοιπών εγκλημάτων.
 
3. Η απαγόρευση εγκλημάτων που συνιστούσαν γενοκτονία πριν το 1948
 
Η καθολική απαξία πράξεων που συνιστούσαν γενοκτονία και αποτελούσαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ήταν ήδη γνωστή πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως σε σχέση με την γενοκτονία των Αρμενίων. Πιο συγκεκριμένα στη Σύμβαση της Χάγης του 1907 είχε περιληφθεί ο «όρος Μαρτενς» που ανέφερε ότι
 
«Έως ου καταρτισθή πληρέστερος κώδιξ των εν πολέμω νόμων τα Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη, κρίνουσι σκόπιμον να βεβαιώσωσιν ότι εις τας περιπτώσεις τας μη παρ’ αυτών κανονισθείσας οι τε πληθυσμοί και οι εμπόλεμοι μένουσιν υπό την προστασίαν και το κράτος των αρχών του διεθνούς δικαίου, οίαι αύται πηγάζουσιν εκ των υπό των πεπολιτισμένων εθνών τεθέντων εθίμων, των νόμων της φιλανθρωπίας και των απαιτήσεων της δημοσίας συνειδήσεως».
 
Το κείμενο αυτό καταδεικνύει ότι η διεθνής κοινότητα αναγνώριζε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα ότι υπήρχαν υπέρτερες αρχές και διεθνή έθιμα που δεν είχαν ακόμη κωδικοποιηθεί και τα οποία προστάτευαν τους πληθυσμούς κατά την περίοδων ενόπλων συγκρούσεων.
 
Αυτό κατέστη σαφέστερο όταν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την 24η Μαΐου 1915, οι δυνάμεις της Αντάντ καταδίκασαν τις σφαγές των Αρμενίων από την Οθωμανική κυβέρνηση. Προειδοποίησαν ότι «λόγω των νέων αυτών εγκλημάτων της Τουρκίας κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» θα θεωρούσαν υπευθύνους όλα τα μέλη της τουρκικής κυβερνήσεως καθώς και τους αξιωματούχους που είχαν αναμειχθεί στις σφαγές. Η Τουρκία απάντησε ότι εντός των συνόρων της μπορεί να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την ασφάλειά της χωρίς να έχει υποχρέωση να εξηγήσει τις ενέργειές της σε ξένες κυβερνήσεις.
 
Το 1919 κατά τη διάσκεψη για την ειρήνη στο Παρίσι θεσπίσθηκε ειδική επιτροπή με αντικείμενο τις ευθύνες και κυρώσεις που έπρεπε να επιβληθούν στις ηττηθείσες δυνάμεις κατά τον Πόλεμο. Εκεί συζητήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εγκλήματα που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιλαμβανομένης και της γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο Νικόλαος Πολίτης, μέλος της επιτροπής και Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος πρότεινε τη υιοθέτηση μίας νέας κατηγορίας εγκλημάτων πολέμου που συνιστούν «σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπίνου δικαίου» αν και για τεχνικούς λόγους μπορεί να μην αντίκεινται σε συγκεκριμένες διατάξεις του ποινικού δικαίου. Οι θέσεις του Πολίτη έγιναν δεκτές από την επιτροπή που είχε αναλάβει να μελετήσει το θέμα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα άρθρα 226 και 230 της Συμβάσεως των Σεβρών θεσπίσθηκε ρητή υποχρέωση της Τουρκίας να παραδόσει για να δικασθούν πρόσωπα που ήσαν υπεύθυνα για τις «σφαγές» που έλαβαν χώρα σε εδάφη της αυτοκρατορίας.
 
Εν όψει της πιθανής παραπομπής τους σε δικαστήριο για τις σφαγές των Αρμενίων, επτά υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ηγεσίας των Νεοτούρκων, άμεσα ενεχόμενοι στα εγκλήματα, είχαν ήδη διαφύγει από την Κωνσταντινούπουλη από το Νοέμβριο του 1918. Τελικώς, το 1920 οι Βρετανοί φυλάκισαν στην Μάλτα 118 υψηλόβαθμους Τούρκους που ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου. Η μεγάλη δυσκολία συγκεντρώσεως αποδεικτικού υλικού για την περίοδο των σφαγών κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η απροθυμία συνεργασίας επ’ αυτού του θέματος της οθωμανικής κυβερνήσεως, οδήγησε τελικώς το 1921 σε απελευθέρωση όσων Τούρκων παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βρετανών και δεν είχαν δραπετεύσει.
 
Η μάχη στο Σαγγάριο (1921, λιθογραφία)
 
Παρ’ όλα αυτά στην ίδια την Οθωμανική αυτοκρατορία μεταξύ 1919-1921 διεξήχθησαν κάποιες δίκες αξιωματούχων που έλαβαν μέρος στη γενοκτονία των Αρμενίων ενώπιον στρατοδικείων. Εκατόν τριάντα κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για παραβίαση των οθωμανικών νόμων και όχι του διεθνούς δικαίου, γεγονός που αποδεικνύει ότι πέραν των εθιμικών διεθνών κανόνων υπήρχαν και εσωτερικοί τουρκικοί νόμοι που ποινικοποιούσαν μαζικές σφαγές αμάχων. Πέραν της καταδίκης κάποιων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων (σε μία περίπτωση σε θάνατο) οι δίκες παρέμειναν ημιτελείς μέσα στη σύγχυση και στο χάος που επικρατούσε στην Τουρκία εκείνης της περιόδου. Η επιβολή του κεμαλικού καθεστώτος και η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης με την οποία ουσιαστικά αμνηστεύθηκαν τα εγκλήματα εκείνης της περιόδου,[2] οδήγησε στην τελική ατιμωρησία των υπευθύνων.
 
Συμπερασματικά, η καταδίκη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όπως είναι η γενοκτονία, δεν ήταν έννοια άγνωστη προ του 1948. Αφ’ ενός μεν είχε περιληφθεί η σχετική αναφορά στους κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου στη σύμβαση της Χάγης του 1907. Αφ’ ετέρου δε τα γεγονότα που είχαν ακολουθήσει τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η προσπάθεια για εκδίκαση των ενεχομένων στη γενοκτονία των Αρμενίων καθώς και η φυγή των πρωταιτίων καταδεικνύουν ότι ήταν σαφές και στην Τουρκία ότι πράξεις όπως οι μαζικές δολοφονίες, οι προσχηματικές μετακινήσεις πληθυσμών που κατέληγαν σε εξόντωσή τους, η σφαγή όλων των ανδρών, οι βιασμοί γυναικών κ.λ.π. ήσαν απολύτως καταδικαστέες τόσο από το διεθνές όσο και από το οθωμανικό δίκαιο.
 
4. Τα γεγονότα μετά την κατάρρευση του μετώπου στην Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922
 
Με βάση τον ορισμό της γενοκτονίας της συμβάσεως του 1948, θα εξετασθούν τα γεγονότα του 1922. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν αρκούν φόνοι σε εκτεταμένη κλίμακα για να υπάρχει γενοκτονία. Πρέπει ταυτοχρόνως να μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρχε πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής των Ελλήνων. Σε άλλη περίπτωση θα έχουμε εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όταν στρέφονται κατά αμάχων, αλλά δεν θα υπάρχει γενοκτονία.
 
Μαζικές συλλήψεις και εκτοπισμοί αρρένων: Στις 3/16 Σεπτεμβρίου 1922, μία εβδομάδα μετά την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη, ο στρατιωτικός διοικητής Σμύρνης Νουρεντίν με την υπ’ αριθμόν 5 διαταγή του[3] έδωσε εντολή να συλληφθούν όλοι οι άρρενες Έλληνες και Αρμένιοι ηλικίας από 18 έως 45 ετών. Στην πράξη περιελήφθησαν όλοι οι άρρενες ηλικίας 16 έως 55-60 ετών. Όλοι αυτοί εστάλησαν στα Τάγματα Εργασίας [Αμελέ Ταμπουρού] (για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω) και εξοντώθηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Η σύλληψη και εξόντωση όλου του άρρενος πληθυσμού μίας ομάδας αποτελεί κατ’ εξοχήν μέσον γενοκτονίας, αφού στερεί την δυνατότητα αναπαραγωγής της φυλής και, υπό τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, προστασίας των γυναικοπαίδων και παροχής μέσων για την επιβίωσή τους.
 
Εθνικές εκκαθαρίσεις: Με την ίδια απόφαση εκλήθησαν όλες οι οικογένειες Ελλήνων και Αρμενίων που κατάγονταν από τα παράλια της Σμύρνης να εγκαταλείψουν μέχρι την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922 τη χώρα. Όσοι δεν είχαν φύγει μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία θα εθεωρούντο ύποπτοι απειλής κατά της ασφάλειας του στρατού και της δημοσίας τάξεως με συνέπεια την εξορία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι μαζικές διώξεις και οι συλλήβδην εκτοπίσεις όλων των γυναικοπαίδων, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των αντίστοιχων μεθόδων που ακολούθησαν οι Τούρκοι για τη γενοκτονία των Αρμενίων, συνιστούν εθνοκάθαρση και γενοκτονία.
 
Τάγματα εργασίας: Οι αιχμάλωτοι άνδρες και όσα γυναικόπαιδα δεν μπόρεσαν εντός του καθορισμένου από τον Νουρεντίν διαστήματος των 13 ημερών να διαφύγουν από τη Μικρά Ασία (μέχρι δηλ. την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922), οδηγήθηκαν στα Τάγματα Εργασίας. Αρκετοί από αυτούς εσφάγησαν τις αμέσως επόμενες ημέρες. Οι υπόλοιποι εξολοθρεύθηκαν από κακουχίες, ασιτία, επιδημίες εξανθηματικού τύφου και εντερίτιδας. Από τις δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτων (μόνον από την πόλη και την περιοχή της Σμύρνης υπολογίζεται ότι είχαν συλληφθεί 150.000 άτομα) επέζησαν και ήλθαν στην Ελλάδα το 1924 περίπου 18.540 άτομα εκ των οποίων μόνον οι 320 ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι. Στους ομήρους που επέστρεψαν δεν υπήρχαν γυναίκες ή παιδιά! Αξίζει να σημειωθεί ότι όσοι επιζούσαν ένα περίπου χρόνο μετά τη σύλληψή τους, κατά την υπογραφή της Συμβάσεως περί ανταλλαγής πληθυσμών, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 4 να σταλούν αμέσως στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά οι τουρκικές αρχές τους κράτησαν παρά τη συμφωνία για ακόμη εννέα μήνες, υποβάλλοντάς τους σε σκληρή καταναγκαστική εργασία.
 
H πυρπόληση της Σμύρνης: Στις 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1922 έγινε η πυρπόληση της Σμύρνης. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, η πυρπόληση ήταν εσκεμμένη και καθοδηγούμενη από τον τουρκικό στρατό. Τούρκοι στρατιώτες με δοχεία πετρελαίου και εμπρηστικές βόμβες πυρπόλησαν όλες τις ελληνικές και την αρμενική συνοικία, «αφήνοντας την πιο εύφλεκτη τουρκική συνοικία» απείρακτη. H φωτιά διήρκεσε επί μία εβδομάδα καταστρέφοντας 55.000 σπίτια, εκ των οποίων 43.000 ελληνικά, 10.000 αρμενικά και 2.000 ξένων υπηκόων. Η καταστροφή των κατοικιών εκ προθέσεως, όπως έγινε με το σύνολο σχεδόν των ελληνικών κατοικιών στη Σμύρνη, συνιστά αποστέρηση των κατοίκων από τις εστίες τους και υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή μερική σωματική καταστροφή αυτής.
 
1922: Η Σμύρνη στις φλόγες
 
Μαζικές σφαγές ελληνικών πληθυσμών: Παραλληλα με τις συλλήψεις, την εθνοκάθαρση και τους εκτοπισμούς, σημειώθηκαν πολλές μαζικές σφαγές του ελληνικού πληθυσμού στη Δυτική Μικρά Ασία και στον Πόντο. Ο Ρακτιβάν, σύμβουλος του Βενιζέλου κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάνης, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ο Βενιζέλος θεωρεί, ότι τα θύματα μεταξύ των Ελλήνων στην περίοδο 1919-1922 ανέρχονταν περίπου σε 500.000. Εξ άλλου ήδη από τον Μάϊο του 1922 είχαν συζητηθεί στο βρετανικό κοινοβούλιο αναφορές για «τρομακτικές ωμότητες» των κεμαλικών δυνάμεων στον Πόντο «στα πλαίσια συστηματικής πολιτικής για την εξολόθρευση των χριστιανικών μειονοτήτων στη Μικρά Ασία».
 
Μαζική έξοδος: Λόγω της απειλής των σφαγών, 760.000 πρόσφυγες, η κατά άλλους συγγραφείς 848.000 ή 900.000, διέφυγαν το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τη κατάρρευση του μετώπου στην Ελλάδα για να γλυτώσουν τη ζωή τους.
 
Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι εμφανές ότι υπήρξαν μαζικές εξοντώσεις του πληθυσμού είτε άμεσα με σφαγές, είτε με υποβολή σε συνθήκες που επέφεραν το φυσικό τους θάνατο. Οι εξοντώσεις ήσαν συστηματικές και στράφηκαν αδιακρίτως κατά του ελληνικού άμαχου πληθυσμού. Η πρόθεση για αυτές τις εξοντώσεις από πλευράς τουρκικής ηγεσίας, εκδηλώθηκε με τις σχετικές αποφάσεις σε ανώτατο επίπεδο, όπως φαίνεται με διαταγή του στρατιωτικού διοικητή Σμύρνης Νουρεντίν, αλλά και τη μετέπειτα στάση της τουρκικής κυβερνήσεως με την πρακτική των Αμελέ Ταμπουρού. Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι προφανές ότι υπήρξε γενοκτονία του ελληνισμού, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στις περιοχές που ήσαν από το 1919 υπό ελληνική διοίκηση. Η γενοκτονία συνοδεύθηκε από εθνοκάθαρση του ελληνικού και αρμενικού στοιχείου.
 
5. Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας
 
Τα βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν τη γενοκτονία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία είναι τα εξής:
 
α. Τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία ήταν «συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλ’ ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς…»
 
β. η εκδίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία έγινε στο πλαίσιο της Συνθήκης περί ανταλλαγής πληθυσμών του 1923
 
γ. αντιστοίχως η Ελλάδα μπορεί να κατηγορηθεί για ανάλογη συμπεριφορά έναντι των Τούρκων.
 
δ. «δεν είναι γνωστό κάποιο σχέδιο, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων. Δεν υπάρχει για τους Έλληνες κάτι αντίστοιχο με την εντολή του Ταλάτ Πασά για τη ‘μαζική εκτόπιση’ των Αρμενίων το 1915»,
 
Επ’ αυτών πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
 
α. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δικαιολογεί τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία το Σεπτέμβριο του 1922;
 
Ανάλογο επιχείρημα είχε αντιμετωπίσει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση της προσφυγής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κατά της Γιουγκοσλαβίας. Το Διεθνές Δικαστήριο τότε είχε τονίσει ότι από πουθενά δεν συνάγεται πως η απαγόρευση της γενοκτονίας εξαρτάται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή εκτελείται. Η γενοκτονία απαγορεύεται σε περιόδους πολέμου και ειρήνης. Το κρίσιμο στοιχείο που ενδιαφέρει είναι να εκτελούνται οι πράξεις που συνιστούν γενοκτονία και όχι η φύση της διαμάχης και οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η γενοκτονία.
 
Συνεπώς, είναι παντελώς αδιάφορο εάν η γενοκτονία των Ελλήνων έλαβε χώρα αμέσως μετά τη συντριβή του ελληνικού στρατού και ήταν “μοιραία συνέπεια” του θυμού ή της εκδικήσεως των Τούρκων για εκείνους που είχαν εισβάλλει στην πατρίδα τους. Με αυτή τη “λογική”, οι λαοί της Ευρώπης θα μπορούσαν αμέσως μετά το τέλος των δύο παγκοσμίων πολέμων να προβούν σε γενοκτονία των Γερμανών όντας απολύτως δικαιολογημένοι.
 
Πρόσφυγες από την Σαμψούντα
 
Επιπλέον, εκτός από νομικά αδιάφορος, είναι και εκτός ιστορικής πραγματικότητας ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα “ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων”. Πολύ πριν τη μικρασιατική εκστρατεία, η πολιτική των Νεοτούρκων ήταν η εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Ήδη από το 1914 άρχισε ο βίαιος εκτοπισμός των ελληνικών πληθυσμών της δυτικής Μικράς Ασίας προς την ενδοχώρα. Η εντολή δόθηκε με απόφαση της τουρκικής κυβερνήσεως στη διοίκηση Σμύρνης στις 14 Μαϊου 1914. Αν και ο εκτοπισμός δεν επεκτάθηκε στην πόλη της Σμύρνης, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από τις αγροτικές περιοχές της Τροίας έως τον κόλπο της Σάμου εκτοπίσθηκαν ή διέφυγαν στην Ελλάδα για να γλυτώσουν. Παράλληλα με τους εκτοπισμούς γίνονταν και επιτάξεις περιουσιών με στόχο τον πλήρη αποκλεισμό των Ελλήνων από την οικονομική ζωή.
 
Πολλές φορές οι εκτοπισμοί συνοδεύονταν από αθρόες σφαγές (π.χ. Φώκαια). Υπενθυμίζεται ότι με τη μέθοδο των εκτοπισμών και των πορειών μέσα σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες εξοντώθηκε το αρμενικό στοιχείο. Οι διωγμοί και οι βίαιοι εκτοπισμοί των Ελλήνων συνεχίσθηκαν μέχρι και το 1917. Τα σπίτια των εκτοπισθέντων καταλάμβαναν αμέσως μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια. Τέλος, οι αστικοί πληθυσμοί διώχθηκαν δια μέσου της υποχρεωτικής στρατολογήσεως των ανδρών από 20-45 ετών, οι οποίοι εστάλησαν υπό εξοντωτικές συνθήκες εργασίας στα περιώνυμα Αμελέ Ταμπουρού-Τάγματα Εργασίας. Υπολογίζεται ότι κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά 200.000 Έλληνες υποχρεωθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους από τη Μικρά Ασία είτε ως πρόσφυγες είτε ως εκτοπισμένοι στην Ανατολία.
 
Η γενοκτονία των Ελλήνων το 1922 δεν υπήρξε ένα συμπτωματικό, «τυχαίο» γεγονός. Ήταν συνέχεια ενός ευρύτερου σχεδίου που είχε ξεκινήσει η ηγεσία του νεοτουρκικού κινήματος με σκοπό τη δημιουργία εθνικού κράτους απαλλαγμένου από μη μουσουλμανικά-τουρκικά στοιχεία. Είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τους Αρμενίους γενικώς και τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης. Συνεχίσθηκε από το κεμαλικό καθεστώς με την εξόντωση όχι μόνον όλων των Ελλήνων της Ανατολίας αλλά και κάθε χριστιανικού στοιχείου στη δυτική Μικρά Ασία μετά την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Μετά το τέλος του πολέμου στόχος έγιναν οι εναπομείνασες μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Κωνσταντινούπολη και μετά το 1925 οι Κούρδοι της νοτιανατολικής Τουρκίας.
 
β. Η εκδίωξη των Ελλήνων έγινε στο πλαίσιο της συνθήκης περι ανταλλαγής πληθυσμών
 
Η Συνθήκη περί υποχρεωτικής ανταλλαγής των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στην Τουρκία και των μουσουλμανικών πληθυσμών που ζούσαν στην Ελλάδα υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923. Κατ’ εφαρμογή της συγκεκριμένης συνθήκης αντηλλάγησαν 189.916 Έλληνες και 355.635 Τούρκοι. Ο αριθμός του 1.100.000 Ελλήνων προσφύγων που αναφέρεται ότι έχει φθάσει στην Ελλάδα από την Τουρκία, περιλαμβάνει και όσους έφυγαν υπό την απειλή σφαγής πριν την υπογραφή της συνθήκης. Οι 189.000 Έλληνες προέρχονταν όλοι από περιοχές άλλες εκτός των αιγαιακών παραλιών της Μικράς Ασίας αφού εκεί δεν είχε μείνει ούτε ένας Έλληνας. Συνεπώς, η εκδίωξη των Ελλήνων από τα παράλια της Μικράς Ασίας είχε συντελεσθεί μήνες πριν την υπογραφή της συνθήκης και δεν είχε σχέση με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
 
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνηθείσα ανταλλαγή των πληθυσμών βασίσθηκε εν πολλοίς και στην εμπειρία που είχε προηγηθεί από τη γενοκτονία των Αρμενίων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αρμενική γενοκτονία νομιμοποιούσε τη βασική ιδέα της μετακινήσεως ενός τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων αφού τυχόν παραμονή θα εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλειά τους.
 
γ. Τα έκτροπα του ελληνικού στρατού την περίοδο 1919-22
 
Είναι γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός κατά τη διάρκεια της περιόδου 1919-22 προέβη σε αρκετές περιπτώσεις σε έκτροπα εις βάρος Τούρκων.[4] Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα γεγονότα αμέσως μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 (που οδήγησαν στη σύσταση ειδικής διασυμμαχικής ανακριτικής επιτροπής προς διερεύνηση των γεγονότων), οι καταστροφές τουρκικών χωριών στη ζώνη επιχειρήσεων κατά την εκστρατεία του 1921 και οι πυρπολήσεις χωριών, σιδηροδρομικών σταθμών και γεφυρών κατά την υποχώρηση των υπολειμμάτων του στρατού μετά τη διάσπαση του μετώπου το 1922.
 
Για να διαπιστωθεί όμως η γενοκτονία απαιτείται να διαπιστωθεί και η πρόθεση για την ολική ή μερική καταστροφή της ομάδας. Στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο στοιχείο είναι να δούμε ποιά ήταν η επίσημη θέση της ελληνικής πλευράς και κατά πόσον είχε την πρόθεση της γενοκτονίας, κατευθύνοντας αντιστοίχως και τον ελληνικό στρατό προς αυτή την κατεύθυνση. Επ’ αυτού του θέματος υπάρχει πληθώρα στοιχείων σύμφωνα με τα οποία η επίσημη ελληνική πολιτική ήταν η τιμωρία όσων ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου κατά των Τούρκων. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:
 
Την ημέρα αποβιβάσεως των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1919 υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών με Τούρκους στρατιώτες, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό και θάνατο 47 πολιτών διαφόρων εθνικοτήτων, 5 Τούρκων στρατιωτών και 2 Ελλήνων. Επίσης, μετά τα επεισόδια δολοφονήθηκαν αιχμάλωτοι Τούρκοι στρατιώτες. Ανάλογα περιστατικά έγιναν και στο Αϊδίνιο κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού. Επ’ αυτών των επεισοδίων ο Βενιζέλος τηλεγράφησε τα ακόλουθα:
 
«…των αξιοθρήνητων τούτων γεγονότων η ευθύνη βαρύνει τα στελέχη του στρατού της κατοχής. Και κατά μεν των αμεσώτερον ευθυνομένων αξιωματικών θα ασκηθή ο προσήκων έλεγχος μετά πάσης της επιβαλλομένης εκ των περιστάσεων αυστηρότητος… Ήλθομεν εις Μικράν Ασίαν όχι δια να φέρωμεν την ελευθερίαν εις μόνους τους ομοεθνείς μας αλλά και δια να διασφαλίσωμεν αυτήν εξ ίσου εις όλα τα στοιχεία του πληθυσμού. Εάν εις το υψηλόν έργον όπερ αναλάβομεν τους εύρομεν αντιπράττοντες θα συμπεριφερθώμεν προς αυτούς ως προς εχθρούς. Εφιστώ ακόμη την προσοχήν των αξιωματικών επί της ανάγκης να αποδέχωνται δυσπίστως τα καταγγελόμενα υπό το ομογενών κατά αλλογενών. Η μακρά δουλεία και τα μακρά παθήματα άγουν αυτούς πολλάκις να ρέπουν εις διατύπωσιν υπερβολικών, ενίοτε και αβασίμων κατηγοριών δια να εκδικηθούν παλαιάς ή και προσφάτους αδικίας…»
 
Η ίδια στάση κυριάρχησε μέχρι και του τέλους της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη της Σμύρνης παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής άνω των 200.000 Τούρκων. Εάν υπήρχε πρόθεση γενοκτονίας αυτοί θα έπρεπε να ήσαν τα πρώτα θύματα. Εξ άλλου, η παραμονή ως Ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη του Αριστείδη Στεργιάδη από το 1919 έως το 1922 παρά την αλλαγή των κυβερνήσεων, ήταν χαρακτηριστική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς. Ο Στεργιάδης ήταν γνωστός για την αυστηρότητά του στην τήρηση της ισοπολιτείας. Συχνά η ελληνική κοινή γνώμη τον κατηγορούσε ότι τιμωρούσε υπερβολικά χριστιανούς ανώ αντιθέτως ήταν επιεικής με τους μουσουλμάνους.
 
Τα εγκλήματα που διέπραξε ο ελληνικός στρατός κατά την παραμονή του στη Μικρά Ασία ήσαν αναφίβολα εγκλήματα πολέμου. Υπεύθυνοι για τη διάπραξή τους ήσαν οι στρατιώτες και οι διοικητές τους. Όσον καιρό όμως υπήρχε οργανωμένη ελληνική διοίκηση στη Μικρά Ασία καταδίκαζε αυτά τα γεγονότα και τιμωρούσε σε γενικές γραμμές τους υπαίτιους. Επιπλέον τα συγκεκριμένα εγκλήματα δεν έλαβαν ποτέ μαζική μορφή εις βάρος συλλήβδην των Τούρκων που κατοικούσαν στην περιοχή υπό ελληνική διοίκηση και φυσικά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν γενοκτονία. Η διάκριση μεταξύ αυτών των εγκλημάτων πολέμου με τη γενοκτονία είναι αντίστοιχη με τις εκτελέσεις Ελλήνων από τους Γερμανούς και την εξαφάνιση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση των εκτελέσεων έχουμε έγκλημα πολέμου, που σαφώς καταδικάζεται, ενώ στη περίπτωση των Εβραίων έχουμε γενοκτονία ενός πληθυσμού.
 
δ. Δεν υπάρχει στην περίπτωση των Ελλήνων αντίστοιχη εντολή σαν αυτή του Ταλάτ Πασά για τη γενοκτονία των Αρμενίων
 
Όπως αναφέρεται και στην αρχή του κειμένου, υπάρχει η διαταγή υπ’ αριθμόν 5 του Νουρεντίν Πασά με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1922. Το περιεχόμενό της είναι όμοιο με αυτό των εντολών του Ταλαάτ Πασά από 9 Φεβρουαρίου 1915 μέχρι 7 Μαρτίου 1916, που οδήγησαν στη γενοκτονία των Αρμενίων.
 
6. Μικρασιατική Καταστροφή ή γενοκτονία;
 
Είναι γεγονός ότι η ψήφιση του Ν. 2645/98 έγινε σε μία περίοδο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήσαν κακές. Είναι επίσης γεγονός, ότι ο όρος που έχει καθιερωθεί μεταξύ των Ελλήνων και απεικονίζει πλήρως την πραγματικότητα των όσων συνέβησαν στη Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922 είναι ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή». Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα έγιναν στη Μικρά Ασία δεν συνιστούσαν γενοκτονία, όπως αντιστοίχως ό όρος «ολοκαύτωμα» δεν σημαίνει ότι δεν έγινε γενοκτονία των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξ άλλου στα κείμενα της εποχής για τη Μικρά Ασία αναφέρεται ο όρος «εξανδραποδισμός» των Ελλήνων. Ο όρος καταστροφή αποκομμένος από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε μπορεί να σημαίνει τα πάντα: από την πυρκαγιά ενός σπιτιού μέχρι την έκρηξη ενός ηφαιστείου. Ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή» στις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε περιλαμβάνει εκτός από τη γενοκτονία, την εθνοκάθαρση, την καταστροφή των ελληνικών πολιτιστικών μνημείων στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, τη βίαιη αποκοπή του ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες του, το χάος της προσφυγιάς στην Ελλάδα, τη διάλυση ενός ολόκληρου κόσμου για ενάμισυ εκατομμύριο Έλληνες.
 
Είναι σαφές ότι ο όρος ο οποίος θα συνεχίζει να περιγράφει τα όσα συνέβησαν το 1922 θα εξακολουθεί να παραμένει ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή και δεν πρόκειται να αντικατασταθεί από τον όρο γενοκτονία. Η γενοκτονία όμως υπήρξε. Η γνώση των γεγονότων εκείνης της περιόδου δεν θα πρέπει να αποφεύγεται. Οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, πρέπει να χτίσουν τις σχέσεις τους βασιζόμενοι στην πραγματικότητα, γνωρίζοντας τα ιστορικά γεγονότα και προσπαθώντας συνειδητά να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους για να μην ξαναζήσουμε τέτοιες εφιαλτικές ημέρες.
 
* Αν. καθηγητής διεθνούς δικαίου και εξωτερικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Βουλευτής Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.