Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου, 2020 - 02:32

Ένας ατέλειωτος Αύγουστος

Δεν είμαι από εκείνους που τους αρέσει το καλοκαίρι. Προτιμώ κάθε άλλη εποχή του χρόνου. Πόσω μάλλον τον Αύγουστο, που λόγω των επαγγελματικών μου υποχρεώσεων είναι η περίοδος των διακοπών μου, όταν κάθε σημείο της χώρας βουλιάζει από τον κόσμο. Θεωρώ δε όλη την διαδικασία επιλογής τουριστικού προορισμού και τον προγραμματισμό της, ψυχοφθόρα και βαρετά, ιδίως αν πρέπει να κλείσεις από το Πάσχα κατάλυμα.
 
Από τον Ηλία Δημητρέλλο
 
Φέτος όμως, είναι η πρώτη φορά που δεν θέλω να τελειώσει το καλοκαίρι. Κι αυτός ο Αύγουστος να διαρκέσει παραπάνω από 31 ημέρες. Ει δυνατόν, μέχρι τον επόμενο Ιούνιο. Και ας μην έχω κλείσει, ούτε καν αποφασίσει ακόμη, αν, πότε και που θα πάω διακοπές. Και ας έχω την έννοια αν εκεί που θα διακοπεύσουμε, θα έχει κρούσματα. 
 
Τώρα βέβαια που το σκέφτομαι, το κυρίαρχο συναίσθημά μου δεν είναι η ξαφνική αγάπη μου για το καλοκαίρι και τον Αύγουστο. Είναι η αβεβαιότητα που προκαλεί η έλευση του φθινοπώρου. 
 
Η καραντίνα της προηγούμενης άνοιξης επόμενο είναι να έχει αφήσει τα βαθιά σημάδια της. Κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά. Κάπου εκεί όμως στα τέλη Μαΐου - αρχές Ιουνίου, νιώσαμε ότι αφήσαμε τα χειρότερα πίσω μας. Και ας έλεγαν οι ειδικοί ότι το νέο κύμα της πανδημίας είναι βέβαιο ότι θα έλθει, απλώς δεν μπορούσαν να προβλέψουν πόσο σύντομα θα συμβεί αυτό. Ήταν μάλλον ένα παγκόσμιο συναίσθημα ανακούφισης, το οποίο οφειλόταν κυρίως στην ανάγκη μας για ελπίδα, παρά στη λογική και την ενημέρωση. Θέλαμε να πιστέψουμε ότι επιστροφή στην κανονικότητα είναι θέμα χρόνου, καθώς δεν μπορούσαμε να διαχειριστούμε αλλιώς το πρωτόγνωρο αυτό γεγονός. Ο καλός καιρός και η ύφεση των κρουσμάτων αύξανε την θετική σκέψη μας. Το φθινόπωρο φαινόταν δύσκολο, αλλά συγχρόνως τόσο μακριά.
 
Κι ενώ οι μήνες περάσανε αστραπή, το θεριό φαίνεται να ξαναδείχνει και πάλι τα δόντια του. Και είναι πια κιόλας σχεδόν Αύγουστος. 
 
Η ανθρώπινη αδυναμία να προβλέψει ούτως ή άλλως τα μελλούμενα, καθίσταται έτι περισσότερο προβληματική, όταν αποτελεί κοινή παραδοχή ότι αυτό το φθινόπωρο τα πράγματα θα δυσκολέψουν ξανά, ίσως μάλιστα γίνουν πιο ζόρικα. Και αν οι σκληρές συνέπειες των πληγμάτων που δέχθηκε η οικονομία λόγω της καραντίνας και των μικροοικονομιών που νέκρωσαν, είναι λίγο – πολύ πια αναμενόμενες και γνωστές, οι πιθανότητες να χρειαστεί να ζήσουμε καταστάσεις ανάλογες του Μαρτίου και Απριλίου, δημιουργούν σκηνικό από ταινία θρίλερ. Κι όσο δεν ανακοινώνεται η ανακάλυψη του εμβολίου ή έστω ενός αποτελεσματικού φαρμάκου, η αβεβαιότητα προκαλεί φόβο και ανησυχία. 
 
Έτσι, όπως πολύ εύκολα ξεφύγαμε από τον φόβο στην αρχή της πανδημίας, και φθάσαμε με δύο βηματάκια στην χαλάρωση και την υποτίμηση του προβλήματος, τόσο γρήγορα και εύκολα μπορούμε να ξαναπέσουμε στον φόβο. Και να χρειαστεί να κλειστούμε ξανά επί μακρόν στα καβούκια μας, τρομάζοντας και μόνο στην ιδέα να βγούμε έξω. 
 
Κάπως έτσι λοιπόν νιώθω τώρα, καίτοι φύσει και θέσει αισιόδοξος. Δεν θέλω να τελειώσει το καλοκαίρι (θα μπορούσα να πω ότι αρνούμαι κιόλας, αλλά δεν νομίζω ότι η άρνησή μου αυτή θα φέρει οιαδήποτε αποτελέσματα), γιατί φοβάμαι να έλθει ένα φθινόπωρο, που από μακριά φαντάζει στενάχωρο και δύσκολο.   
 
Στα θετικά φυσικά της στιγμής, ότι ο υπέροχος ελληνικός Αύγουστος δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, και ότι κάθε σημείο τούτης δω της χώρας, παρά τα όποια προβλήματά της, είναι ο υπέροχος προορισμός για να ξεφύγεις έστω και λίγο. 
 
Και το παραδέχεται ένας «καλοχειμωνάκιας» σαν κι έμενα.
 
ΥΓ. Εντάξει, δεν θα πω άλλα ψέματα, θα προτιμούσα να πήγαινα τώρα ένα ταξίδι στο εξωτερικό.