Τρίτη, 14 Ιουλίου, 2020 - 19:48

Το Σύνταγμα της απανθρωπιάς

Αφήνοντας πίσω μας μια δεκαετία, που μας γέμισε με μίσος, δάκρυα, αίμα και πολύ αδικία, εδώ μέσα από τις αράδες της “Boulevard” προσπαθούμε με πόνο ψυχής -πολλές φορές- να αναδείξουμε την μεροληψία και την προκατάληψη όχι των άλλων, αλλά πρωτίστως της δικής μας κοινωνίας.
 
Ξεκινώντας η καινούρια δεκαετία θα θέλαμε και θα ευχόμασταν να ζήσουμε σε μια Ελλάδα πιο ανθρώπινη, που θα στεκόμαστε στον πόνο του διπλανού μας χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Σε μια Ελλάδα συγκαταβατική και κυρίως περισσότερη αληθινή.
 
Όλο το προηγούμενο διάστημα ήθελα να σας μεταφέρω στα χρόνια της προσφυγιάς όπως εγώ την βίωσα. Όχι με την φυσική μου παρουσία, αλλά όπως μου την διηγήθηκε αμέτρητες φορές στο φτωχικό της στην Καισαριανή η γιαγιά Εριφύλη. Η Φιλιώ μας, που παρά την αγραμματοσύνη της, κουβάλησε από τα Βουρλά της Σμύρνης τον πόνο της προσφυγιάς. Ναι, είναι ιστορίες βγαλμένες από την ίδια την ζωή, σαν αυτές που διηγούνται χιλιάδες Σύροι, Αφγανοί και Κούρδοι. Του κάθε πένητα που περπατά “προς τους λόφους του ήλιου”,  διαπερνώντας “άψυχους δρόμους” και προσπερνώντας μονοπάτια του θανάτου.    
 
"Ήταν ανήμερα του Σταυρού θυμάμαι, 14 Σεπτεμβρίου 1922. Εγώ ήμουν 12 χρονών, παιδάκι. Υπήρχε μεγάλη ανησυχία στους μεγάλους εκείνη τη μέρα. Περνούσαν οι στρατιώτες αλλά δεν μας είπαν να φύγουμε κι εμείς από εκεί. Ήμασταν κλεισμένοι στα σπίτια. Ξαφνικά, μπήκαν Τούρκοι στρατιώτες μέσα. Ο πατέρας κρύφτηκε στο πατάρι του σπιτιού. Ήμασταν έξι αδέρφια, πέντε κορίτσια κι ένα αγόρι. Η μια μου αδερφή κοίταξε ψηλά. Εκείνοι κατάλαβαν, βρήκαν τον πατέρα και τον πήραν. Από τότε δεν τον ξανάδαμε ποτέ. Με τα αδέρφια μου, τη γιαγιά, τη θεία μου και τα δυο ξαδέρφια μου φύγαμε όλοι μαζί για την παραλία. Ούτε νερό είχαμε, ούτε φαγητό. Τούρκοι πήγαιναν να μας δώσουν νερό μα οι φαντάροι τους χτυπούσαν. Χάσαμε τον αδερφό μας μέσα στον κόσμο. Πηγαίνοντας προς την παραλία ένας καβαλάρης καταδίωκε τη θεία να την απομονώσει. Για να σωθεί εκείνη άφησε το μωρό σε μια γυναίκα και χώθηκε μέσα στο νερό. Σώθηκε, αλλά το μωρό δεν ξέρουμε τι απέγινε. Η γιαγιά μας έλεγε να φύγουμε να σωθούμε. Δεν ξέρω τι θάνατο βρήκε. Φτάσαμε στην προκυμαία ματωμένοι. Στρατιώτες τραβούσαν τα σκουλαρίκια και τα χρυσαφικά από τις γυναίκες. Άλλα κορίτσια ήταν μουτζουρωμένα, ντυμένα με κουρέλια, για να φαίνονται ηλικιωμένες, με κακουχίες. Για να μην τα πειράξουν.
 
Πολλοί έπεφταν στη θάλασσα αλλά τα συμμαχικά καράβια δεν τους άφηναν να ανέβουν. Κακήν κακώς μπήκαμε στο καράβι. Φτάσαμε στην Πάρο. Εκεί οι άνθρωποι ήταν καλοί. Δουλέψαμε στα χωράφια, παράπονο δεν είχαμε και ανταμώσαμε ξανά με τον αδερφό μου, που μας είπε να έρθουμε στην Αθήνα. Στην Αθήνα όμως συναντήσαμε την απανθρωπιά. Μπροστά από τη Βουλή είχαν βάλει σκηνές. Εκεί μείναμε δύο βδομάδες και ο αδερφός μου κοιμόταν λίγο την ημέρα για να μας προσέχει τη νύχτα. Από εκεί πήγαμε στην Καισαριανή για να φτιάξουμε παράγκες. Στήσανε παραπήγματα που μπήκαν οι πρόσφυγες, από Μικρά Ασία και Αρμενία. Για 15 παράγκες υπήρχε μία τουαλέτα. Σιγά σιγά χτίζαμε τα δωμάτιά μας. Τα κορίτσια δουλέψαμε σε βιοτεχνίες και εργοστάσια. Στεναχωριέμαι που δεν μπόρεσα να πάω πίσω στα Βουρλά. Να δω το σπίτι, το αμπέλι με τις σταφίδες, το αλώνι, τα σύκα μας. Μια μέρα ο αδερφός μου κατάφερε να πάει. Γνώρισε τους Τούρκους που ζούσαν στο σπίτι μας. Τους κάλεσε να έρθουν να μας δουν στην Ελλάδα και ήρθαν. Όταν τους είδα εκίνησα να φύγω. Μου είπαν πως είμαστε αδέρφια και μου πρόσφεραν λίγο χώμα. Ήταν χώμα από τα Βουρλά. Δεν είχαμε να χωρίσουμε τίποτα μαζί τους. Ήταν άνθρωποι καλοί".
 
Η παραπάνω αφήγηση είναι από τα απομνημονεύματα της γιαγιάς Φιλιώς. Της  εκδιωγμένης Μικρασιάτισσας γιαγιάς μου, που μαζί με την οικογένειά της, ξένη σε μια νέα πατρίδα, ένιωσε το δράμα της προσφυγιάς. Μια προσφυγιά που “μοίρασε” και μοιράζει πόνο και δυστυχία σε όποιον την βιώνει, αλλά και σε όποιον έτυχε να αφήσει τα άγια χώματα της πατρίδας του για ξένους τόπους. “Μακάρι, λοιπόν, οι φυλές του κόσμου να ήταν ανακατωμένες, χωρίς να κυριαρχεί η πείνα”, όπως πολύ εύστοχα είχε πει σε μια ομιλία της στην Κυψέλη η Κική Δημούλα. Μακάρι…