Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου, 2019 - 07:07

Πως κατασκευάζεται η Εμπιστοσύνη

Στις 7 Ιουλίου οι Έλληνες πολίτες προσήλθαν στις κάλπες, για την ανάδειξη της νέας κυβέρνησης. Σε πρώτο επίπεδο και μάλιστα προσωποπαγές, αδιαμφισβήτητος νικητής ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και σε δεύτερο επίπεδο, δικαιώθηκε η Νέα Δημοκρατία και τα πολιτικά της προτάγματα.

Από τον Ανδρέα Σιδέρη*

Επισημαίνοντας κάποια στατιστικά στοιχεία γι’ αυτές τις εκλογές, που ήταν οι έκτες κατά σειρά από τότε που ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, θα λέγαμε:

Ότι μέσα στη δεκαετία 2009-2019 έχουμε μια συρρίκνωση του πρώτιστου δημοκρατικού δικαιώματος του εκλέγειν: η συμμετοχή από το 71% το 2009 έπεσε στο 58% στις πρόσφατες εκλογές, δηλαδή χάθηκαν περίπου 1 εκατομμύριο ψήφοι.

Ότι οι εθνικές εκλογές του 2019 μας επανέφεραν στην κανονικότητα που υφίστατο μέχρι το 2009, δηλαδή στις ισχυρές, αυτοδύναμες κυβερνήσεις.

Επιπρόσθετα, έθεσαν τις βάσεις για ένα νέο δικομματισμό –τα ποσοστά του επέστρεψαν στα προμνημονιακά επίπεδα– ανάμεσα στην κεντροδεξιά-αστικολαϊκή Νέα Δημοκρατία και έναν ΣΥΡΙΖΑ που έχοντας εξασφαλίσει ένα αξιόλογο ποσοστό θα προσπαθήσει να μετασχηματισθεί «από ένα κόμμα με τεράστια αναντιστοιχία μελών και ψηφοφόρων» σε ένα κεντροαριστερό κόμμα που θα διαθέτει στην ατζέντα του το απαραίτητο μείγμα δοσολογίας πατριωτισμού, κρατισμού, ψηφιακής λειτουργίας και εξελιγμένου συστήματος εξυπηρέτησης πελατειακών συμφερόντων.

Επιπλέον, για πρώτη φορά μετά το 2009, έχουμε μείωση των κομμάτων στη Βουλή. Οι ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στη Χρυσή Αυγή, η οποία είχε εισέλθει στο κοινοβούλιο στις εκλογές του Μαΐου του 2012, λαμβάνοντας 7% και την τοποθέτησαν στο πολιτικό περιθώριο.

Πέρα από τις παραπάνω διαπιστώσεις, αυτές οι εθνικές εκλογές ήταν οι εκλογές «των φανερών και των χαμένων εαυτών» για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του εξαιρετικού τραγουδιού.

Των «φανερών» που εδώ και καιρό βρίσκονταν σε εγρήγορση, είχαν διαυγή και συγκροτημένη άποψη, όντες αντίθετοι στο διχαστικό και μεταιχμιακό λόγο και είχαν την πεποίθηση ότι η χώρα ακολουθούσε λάθος πορεία· και των «χαμένων εαυτών» που βρίσκονταν σε φάση αναστοχασμού και προβληματισμού για τις λανθασμένες επιλογές που έκαναν στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Και οι δύο δείχνουν να εμπιστεύονται πλέον τη συνετή σκέψη και τον ορθό λόγο και να επιζητούν τους άξιους πολιτικούς που θα προχωρήσουν, χωρίς αγκυλώσεις στη θεσμική επανεκκίνηση που έχει ανάγκη η χώρα μας, αλλά και στην αλλαγή πολιτικής με σκοπό το όφελος της κοινωνίας.

Το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιουλίου μπορεί να δικαίωσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία αλλά ταυτόχρονα μεγέθυνε τις ευθύνες τους απέναντι στα υπεσχημένα, αυξάνοντας τις προσδοκίες των πολιτών.

Λασίθι 1956. Φωτογραφία / Κωνσταντίνος Μάνος

Σήμερα, είναι επιβεβλημένο λόγω των εξαιρετικά δύσκολων καταστάσεων που έχει βιώσει αλλά και βιώνει η χώρα μας, η πολιτική πραξεολογία της Νέας Δημοκρατίας να έχει όραμα μεγαλύτερο από το εφικτό. Καθ’ υπερβολήν, θα λέγαμε, να ταυτίζεται με τη συνειδητή και υπεύθυνη διεκδίκηση του ανέφικτου.

Για να το επιτύχει αυτό ο πρωθυπουργός χρειάζεται να ασκήσει ένα μείγμα συναλλακτικής και μετασχηματιστικής ηγεσίας.

Σε επίπεδο συναλλακτικής ηγεσίας, για να είναι αποτελεσματικός ένας ηγέτης χρειάζεται ιδιοσυγκρασιακή πίστωση και σχέσεις ανταλλαγής υψηλής ποιότητας.

Στο κείμενο αυτό μας ενδιαφέρει η ιδιοσυγκρασιακή πίστωση που αφορά πρωτίστως τη σχέση του με τους πολίτες και την εμπέδωση της εμπιστοσύνης.

Στην ιδιοσυγκρασιακή πίστωση χρειάζεται οι πολίτες να πιστέψουν στον ηγέτη ώστε να του επιτρέψουν να είναι καινοτόμος, να μπορεί να εφαρμόσει νέες ιδέες και νέες κατευθύνσεις, να ακολουθεί δηλαδή την ιδιοσυγκρασία του.

Στο ερώτημα ποιές συνθήκες εξυπηρετούν και ενθαρρύνουν μια τέτοια σχέση μεταξύ ηγέτη και πολιτών και πότε παίρνει καλή βαθμολογία πίστωσης, δηλαδή πότε επιβραβεύεται ο ηγέτης από τους πολίτες, η απάντηση είναι η εξής: όταν οι πολίτες πείθονται ότι ο ηγέτης επιδιώκει την επίτευξη ομαδικών στόχων, ταυτιζόμενος με τα ιδανικά και τις φιλοδοξίες της κοινωνίας, και ότι ενσαρκώνει την πεποίθηση ότι είναι «ένας από εμάς», ότι ταυτίζεται ισχυρά με την κοινωνία και ενσωματώνει τις νόρμες και τις φιλοδοξίες της.

Ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση βρίσκονται σε αυτήν ακριβώς τη διαδικασία. Κατασκευάζουν εκείνο το μέγεθος εμπιστοσύνης που αποτελεί conditio sine qua non για μία όχι απλώς απρόσκοπτη αλλά παραγωγική διακυβέρνηση.

Και οι πολίτες, αυτούς τους πρώτους μήνες, προσφέρουν ιδιοσυγκρασιακή πίστωση στον πρωθυπουργό την οποία, σε αυτή τη φάση, καρπώνονται και οι υπουργοί του.

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν και θέλοντας να εξασφαλίσει καλά αποτελέσματα, ο Πρωθυπουργός δημιουργεί μέσα από το μοντέλο του «επιτελικού κράτους» τον δικό του μηχανισμό ελέγχου και αξιολόγησης που για κάποιους θεωρείται ως «προεδρική πρωθυπουργία».

Η κίνηση αυτή, πέρα από την ουσιαστική της διάσταση, εμπερικλείει και μία ακόμη, την επικοινωνιακή. Την πρόθεση, δηλαδή να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και να πειστεί η κοινωνία ότι μέσα από το σύστημα monitoring της κυβέρνησης, το οποίο ευφυώς ονομάστηκε «Μαζί», ο Πρωθυπουργός έχει την πλήρη εικόνα και τον έλεγχο της λειτουργίας του κράτους, γεγονός που ικανοποιεί τους πολίτες-εντολείς οι οποίοι ενδεχομένως θεωρούν ότι συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία ελέγχου εκπροσωπούμενοι από τον πρωθυπουργό.

Να λοιπόν το πρώτο βήμα-μήνυμα για την επιζητούμενη εμπιστοσύνη.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι θα επιτύχει, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τη μετάβαση από μία αδρανή δημόσια διοίκηση και μία νοσούσα γραφειοκρατία σε ένα δυναμικό ψηφιακό κράτος με έμφαση στους μετρήσιμους στόχους, την προσαρμοστικότητα στις ανάγκες, την αξιολόγηση και την αποτίμηση δηλαδή μία άλλη φιλοσοφία διοίκησης.

Στην προσπάθειά του αυτή συγκεράζει τη συμβατική πολιτική με την τεχνοκρατία, στοχεύοντας σε ένα απρόσκοπτο και υπεραποδοτικό modus vivendi et operandi πολιτικών προσώπων και τεχνοκρατών.

Αυτό το «άλμα το μεγαλύτερο από τη φθορά» που επιχειρεί ο πρωθυπουργός δηλαδή να φτάσει στο επόμενο στάδιο μετεξέλιξης του κράτους, χωρίς να έχει θεραπεύσει την παθολογία που εμφανίζει η υφιστάμενη κατάσταση είναι ένα επικίνδυνο εγχείρημα που φαίνεται πάντως μέχρις στιγμής να του βγαίνει και να χτίζει πρωτόλεια σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες.

Η ανάλυση αυτή θα ήταν το λιγότερο άστοχη εάν δεν γινόταν αναφορά στο όχημα που έφερε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην κυβέρνηση. Ένα όχημα με συνεπιβάτες ποικίλης ιδεολογικής απόχρωσης. Άλλοι κινούνταν στο χώρο της παραδοσιακής Δεξιάς (η οποία αρχικά τον αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα) και άλλοι στον κεντρώο και φιλελεύθερο χώρο.

Οι δεύτεροι, μάλιστα, ήταν και η κρίσιμη μάζα που τον εξέλεξε στην προεδρία του κόμματος και σε αυτήν επέλεξε να απευθυνθεί μετεκλογικά το πρώτο αυτό κρίσιμο τρίμηνο.

Με τη ματιά λοιπόν στραμμένη στο μέλλον, ταυτόχρονα φιλελεύθερη και ανθρωπιστική, και γνωρίζοντας ότι το 2050 θα είμαστε μια γερασμένη χώρα με μέση ηλικία τα 50 έτη και ενεργό πληθυσμό 3,7 εκατομμύρια ανθρώπους που θα πρέπει να εργαστούν και για τους άλλους 6 εκατομμύρια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην «Ώρα του Πρωθυπουργού» (4/11), επιλέγει να μιλήσει για αξιοποίηση του προσφυγικού και ενσωμάτωση των προσφύγων στις τοπικές κοινωνίες.

Πριν όμως από αυτές τις δηλώσεις η κυβέρνησή του, έβαλε τέλος στα capital controls, μείωσε φόρους όπως ο ΕΝΦΙΑ, ρύθμισε τις 120 δόσεις για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, αύξησε το επίδομα θέρμανσης και ενεργοποίησε την διαδικασία προκαταβολής του.

Ξεκλείδωσε επενδυτικά σχέδια, όπως το Ελληνικό, ανέλαβε να καταστήσει συμβατές μεταξύ τους τις βάσεις δεδομένων του ελληνικού Δημοσίου, και αποκαθιστά την τάξη στα Πανεπιστήμια, που αποτελούσαν άβατο για την αστυνομία.

Βεβαίως και δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι οφειλές προς ιδιώτες παραμένουν σε δυσθεώρητα επίπεδα, ενώ οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων αυξήθηκαν.

Δύο στοιχεία που καθρεφτίζουν τη θηλιά ρευστότητας που παραμένει στην ελληνική αγορά.

Στο πεδίο της εξωτερικής-αμυντικής πολιτικής υπέγραψε τη νέα αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ, η χρονική διάρκεια της οποίας είναι απροσδιόριστη δηλαδή δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Μια συμφωνία με μεγάλη σημασία για τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας μας τα επόμενα χρόνια και τη στρατηγική της απέναντι στην Τουρκία.

Η στρατιωτικοποίηση ενός τμήματος του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης και η χρήση του από το αμερικανικό Ναυτικό σταδιακά μπορεί να αναδειχθεί εξαιρετικά σημαντική εάν αποτελέσει βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί αμυντική συνεργασία με τη Βουλγαρία, τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία.

Στο όχημα, όμως, της εξουσίας το οποίο είχε σαν κόφτη ταχύτητας αρκετές κόκκινες εθνικές γραμμές, υπήρχαν και άλλοι που θεωρούνταν συνεπιβάτες και όχι ξενιστές.

Αυτοί για παράδειγμα που θέλουν μία πιο ενεργητική πολιτική απέναντι στην αναθεωρητική Τουρκία η οποία παραβιάζει τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών, που δεν θέλουν να δοθεί πράσινο φως σε Βόρεια Μακεδονία και Αλβανία για την ένταξή τους στην ΕΕ άνευ ανταλλαγμάτων για τη μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Που δεν αποδέχονται τη συμφωνία των Πρεσπών γιατί είτε τη θεωρούν προδοτική, είτε κινούνται σε ένα φάσμα αξιολόγησης της συμφωνίας χαρακτηρίζοντας την από επικίνδυνη έως επώδυνη, αλλά και κάποιοι που αντιλαμβάνονται μεν το τετελεσμένο που έχει επισυμβεί, αλλά δεν την τιμούν και επιζητούν τουλάχιστον ένα Παρατηρητήριο Παραβάσεων της Συμφωνίας.

Επίσης συνταξίδεψαν και αυτοί που δεν εμφανίζουν δυσανεξία στη διαφορετικότητα, μπορούν και καταπολεμούν τις όποιες αρνητικές πεποιθήσεις τους και αποδέχονται ότι η μετάβαση της κοινωνίας στην πολυπολιτισμική της εκδοχή είναι αναπόδραστη εξέλιξη που πιθανότατα θα αποτελεί και μια επώδυνη λύση για να αντιμετωπίσουμε τη γήρανση της κοινωνίας μας. Αλλά δεν είναι υπερήφανοι γι’ αυτό. Δυσπιστούν στα «περί μπολιάσματος της ελληνικής οικονομίας με πρόσφυγες» και θέλουν η ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κορμό, να γίνει υπό όρους.

Όλους αυτούς μαζί πρώτιστα καλείται να εκφράσει όχι το κόμμα (που από τη φύση του τελεί αμφιταλαντευόμενο μεταξύ φιλελευθερισμού και συντηρητισμού) αλλά η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Στον αλγόριθμο, λοιπόν, αναζήτησης και κατασκευής εμπιστοσύνης πρέπει να εισαχθούν όλα τα δεδομένα, δηλαδή όλοι οι επιβάτες του οχήματος που έφεραν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην εξουσία. Εξαιρέσεις ή αποκλεισμοί θα είναι σαν να δίνεις λάθος εντολές στο αλγοριθμικό σύστημα, ή σαν να επιβιβάζεσαι σε άλλο διαφορικό όχημα από αυτό που σε έφερε στον στόχο σου. Μπορεί να μην είναι απαραίτητα κακό, αλλά εάν η αλλαγή οχήματος συνοδεύεται και από την πρόθεση ανακατασκευής του προτύπου που οδήγησε στη νίκη τότε μπορεί να θέσει σε κίνδυνο και την κατασκευή αλλά και την εμπέδωση της εμπιστοσύνης.

*Ανδρέας Σιδέρης, Εκδότης, Πολιτικός Επιστήμονας, MSc, LSE