Σάββατο, 24 Αυγούστου, 2019 - 12:23

Το τέλος της εποχής της οργής

Σε αυτές τις εκλογές ο ελληνικός λαός φαίνεται ότι ψήφισε με περισσότερο ορθολογικά κριτήρια. Έδωσε μεν στη ΝΔ αυτοδυναμία, επιτρέποντάς της να κυβερνήσει άνετα και να εφαρμόσει το πρόγραμμά για μία τετραετία. Όχι όμως απεριόριστα, καθώς δεν επέτρεψε να υποστεί ο ΣΥΡΙΖΑ συντριπτική ήττα που θα τον έθετε στο πολιτικό περιθώριο. Η διαφορά των οκτώ μονάδων είναι μεν μεγάλη, αλλά όχι τόσο, ώστε το κυβερνών κόμμα να κυβερνήσει δίχως να νιώθει την ανάσα της αντιπολίτευσης. Συγχρόνως, ως είχαμε προβλέψει, πέταξε έξω από την Βουλή τους νεοναζιστές. Το δε ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει πια ζωτικό χώρο και είναι αγκυλωμένο σε ποσοστά που το καθιστούν μικρό κόμμα και το οδηγούν στον πλήρη μαρασμό, ενώ η στασιμότητα των ποσοστών του ΚΚΕ, αν και ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε πτώση, δείχνει το Κόμμα είναι σε πτωτική πορεία που θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια λόγω και της ηλικίας των ψηφοφόρων του. Η αντισυστημική ψήφος (ή άλλως η ψεκασμένη ψήφος) έστειλε στο Κοινοβούλιο τα κόμματα των Βαρουφάκη και Βελόπουλου. Ο μεν Βαρουφάκης εκφράζει τους αμετανόητους των «αγανακτισμένων» της πλατείας που ζουν ακόμη στο δικό τους μοναδικό κόσμο της επιστροφής στα μαγικά χρόνια με μία χρονοκάψουλα, ενώ το κόμμα του Βελόπουλου αποτελεί επί της ουσίας συνέχεια του ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, το οποίο από το 2004 έως το 2012 είχε καταφέρει να δίνει το παρών στην Βουλή εκπροσωπώντας ένα πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο εκτός ΝΔ.     

Από τον Ηλία Δημητρέλλο

Αν και αθροιστικά τα λούμπεν κόμματα δεν έχουν αμελητέα δύναμη, καθώς αντιπροσωπεύουν το 15% των ψηφοφόρων στις πρόσφατες εκλογές, εντούτοις είναι σαφές ότι κινούνται εκτός περιθωρίου. Οι αυταπάτες που τόσο πλήγωσαν την χώρα δεν υπάρχουν πια, ελάχιστοι είναι δε εκείνοι που πιστεύουν σε μαγικές λύσεις, σχίσιμο των μνημονίων και λοιπές γραφικότητες. Με τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς την κανονικότητα (έστω και με τα δικά του χαρακτηριστικά) μετά το Δημοψήφισμα, την οποία στροφή οι πολίτες επιδοκίμασαν στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, δεν υπάρχει πια κανένα μεγάλο κόμμα που να υπόσχεται χίμαιρες και ουτοπικές ανατροπές. Η – εύλογη εν πολλοίς – οργή που υπήρχε από το 2011 στις πλατείες έχει πια καταλαγιάσει. Και ήταν εύλογη, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας είδαν εν μία νυκτί να χάνουν την δουλειά τους, τις οικονομίες, την ποιότητα ζωής τους, χωρίς ουδείς να τους έχει εξηγήσει πειστικά πως θα αντιμετωπιστεί αυτό. Επόμενο ήταν να αντιδράσουν, βίαια, αφού έχαναν μέσα από τα χέρια τους τον μέχρι τότε τρόπο ζωή τους. Και τότε άδραξαν την ευκαιρία οι κάθε λογής λαοπλάνοι και δημαγωγοί, υποσχόμενοι μαγικές λύσεις, επαναστάσεις, σεισάχθειες, νέες δραχμές και λοιπές ανοησίες. Η οργή ανατροφοδείτο από το ψέμα, θεριεύοντας τον λαϊκισμό και καθιστώντας τους εκφραστές του πηγή ελπίδος, αλλά και ισχύος. 

Φαίνεται ότι αυτή η εποχή παρήλθε. Οριστικά; Θα δείξει. Πάντως προς το παρόν οι κραυγές αυτές έχουν πια υποχωρήσει. Εκών άκων πειστήκαμε για το μονόδρομο των επιλογών που έχουμε. Συγχρόνως οι περισσότεροι διατηρούμε την ελπίδα ότι έχουμε αφήσει τα χειρότερα πίσω μας. Μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Κι αυτό το συναίσθημα της αισιοδοξίας έδωσε τη νίκη στη ΝΔ, καθώς έπεισε ότι μπορεί να βελτιώσει τις ζωές των πολιτών. Η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές, γιατί πέτυχε να πείσει ότι αποτελεί την τελευταία ελπίδα για να ξεκινήσει η χώρα να παίρνει ξανά μπρος. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα, η μεγάλη πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση. Να επανεκκινήσει την οικονομία και να επαναφέρει την ασφάλεια. Άμεσα. 

Απαιτείται όμως ένα νέο οικονομικό μοντέλο, καθώς εκείνο της περιόδου 2012-2014 απέτυχε. Ως είχαμε αναφέρει στο άρθρο «Το τελευταίο παράθυρο ευκαιρίας», έως το 2033 ανοίγει ένα αναπτυξιακό παράθυρο ευκαιρίας, καθώς δεν θα πληρώνουμε ούτε τόκους, ούτε χρεολύσια για τα δάνεια 100 δισ. που είχαμε πάρει με το Β΄ Μνημόνιο, ενώ επιμηκύνεται η διάρκεια αποπληρωμής τους κατά 10 έτη. Έτσι έως το 2033, μειώνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας σε μεγέθη απολύτως διαχειρίσιμα σε σχέση με το ΑΕΠ, καθώς και του πιθανολογούμενου ρυθμού ανάπτυξης. Θεωρητικά (πάντα) μιλώντας, με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη συνετή διαχείριση θα  αποπληρώνονται τα δάνεια.

Η μεγέθυνση του ΑΕΠ θα καταστεί δυνατή με τη γενναία και κυρίως άμεση μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών, και με σταθερό φορολογικό και ασφαλιστικό καθεστώς τουλάχιστον για μία δεκαετία.

Η πραγματοποίηση ξένων επενδύσεων δεν μπορεί να αποτελεί ούτε πανάκεια, ούτε αυτοσκοπό. Χρειαζόμαστε μεν ξένα κεφάλαια, αλλά ως έχει αποδειχθεί η προσέλκυσή τους είναι δυσχερής και ιδιαιτέρως χρονοβόρα. Από το 2010 άπαντες ομνύουν υπέρ των ξένων επενδυτών, αλλά απεδείχθη στην πράξη ότι ουδείς ενδιαφέρεται να επενδύσει στην Ελλάδα, καίτοι τα πάντα είναι προς πώληση σε εξευτελιστικές τιμές.

Απαιτείται λοιπόν να δοθεί η ευκαιρία σε όσους διαβιούν και επιχειρούν στην Ελλάδα, να πετύχουν εκείνοι το αναπτυξιακό σοκ που έχει ανάγκη ο τόπος. Να μην χρειάζεται δηλαδή να δεήσουμε πότε θα γίνουν ξένες επενδύσεις, αλλά να μας επιτραπεί να προσπαθήσουμε όλοι, επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες, να παράγουμε πλούτο. Χωρίς ιδεοληψίες και αγκυλώσεις. Οικοδομώντας ένα νέο οικονομικό μοντέλο που θα στηρίζεται στην ανταγωνιστικότητα, στην εξωστρέφεια, στην αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας με νέες επενδύσεις, όχι στο χαμηλό εργατικό κόστος. Να παραχθεί ξανά πλούτος από τους Έλληνες.

Απαιτείται συνεπώς να επιτραπεί στους Έλληνες να ξαναστήσουν εκείνοι όρθια την χώρα τους. Το μοντέλο που επιβλήθηκε από το 2010 κατέρρευσε, παρασέρνοντας στο διάβα του ζωές, ελπίδες και όνειρα. 

Απαιτούνται γενναίες πολιτικές αποφάσεις με εθνικό όραμα και προοπτική για να ξαναπάρουμε την Ελλάδα στα χέρια μας. Για να μην χάσουμε και την τελευταία ελπίδα που έχουμε.

Γιατί τότε, θα ξαναέλθει η οργή. Πιο βίαιη παρά ποτέ.