Σάββατο, 19 Οκτωβρίου, 2019 - 15:35

Πολιτική χωρίς τους Αρίστους

Αναγνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα είμαι άδικος με πάρα πολλούς ανθρώπους, η πολύ μεγάλη πλειοψηφία όσων ασχολούνται με τα κοινά, είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων επιεικώς ανεπαρκής. Άλλωστε η πορεία και τα αποτελέσματα της χώρας και της εν γένει δημόσιας διοίκησης αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας του λόγου το αληθές.

 

Από τον Ηλία Δημητρέλλο 

 

Είτε πρόκειται για την Βουλή, είτε πρόκειται για την τοπική αυτοδιοίκηση, είτε για τη στελέχωση της ηγεσίας των υπουργείων και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εκείνοι που τελικά ασχολούνται επαγγελματικά είναι κατά κύριο λόγο ανεπάγγελτοι, γόνοι, προστατευόμενοι ολιγαρχών, κατακάθια του κομματικού σωλήνα, τηλεμαϊντανοί, φανατικοί, απατεώνες και λαμόγια. Ή όλα τα ανωτέρω μαζί. Κυρίως όμως, ανεπαρκείς και ολίγιστοι. Ακριβώς επειδή φέρουν τις προηγούμενες ιδιότητες. Οι εν λόγω απαντώνται σε όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής. Από τα πιο μεγάλα, στα πιο μικρά κόμματα. Από τους μεγαλύτερους, στους μικρότερους Δήμους.

 

Ευλόγως όμως τίθεται συγχρόνως το ερώτημα: Και εκείνοι που ενώ έχουν τα τυπικά έστω διαπιστευτήρια ώστε να μπορούσαν να προσφέρουν στον τόπο (σε εθνικό και τοπικό επίπεδο), γιατί δεν ασχολούνται με τα κοινά; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Θεωρώ ότι η κύρια αιτία είναι η έλλειψη θάρρους και πίστης να ξεκινήσουν έναν αγώνα που πολύ δύσκολα θα έχει αίσιο πέρας. Διότι το σημαντικό δεν είναι η συμμετοχή. Το μείζον είναι η εκλογική επιτυχία. Διαφορετικά, μάταιος κόπος και κατόπιν λόγια παρηγοριάς. Επόμενο είναι θα μπορούσε να πει κανείς, μια και ελάχιστες είναι οι φορές που ανάλογα εγχειρήματα τελεσφόρησαν.

 

Όση διάθεση και να υπάρχει, ή ακόμη και η λόξα, για να βγει κάποιος μπροστά, οι πιθανότητες είναι συντριπτικά εναντίον του. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να θέσει σε δεύτερη μοίρα την οικογένειά και την καριέρα του. Να διαθέσει τα δικά του χρήματα για τον προεκλογικό του αγώνα, χρήματα που μόχθησε για να τα βγάλει και δεν του έπεσαν από τον ουρανό. Που δεν του δόθηκαν «μαύρα» από κάποιον επιχειρηματία για να τον «εξυπηρετήσει» αργότερα όταν εκλεγεί. Θα πρέπει να σπαταλήσει άπειρο χρόνο, να τα βάλει με κομματικούς μηχανισμούς που ξέρουν πώς να επηρεάζουν εκλογικές διαδικασίες, ή με τηλεμαϊντανούς και δημοσιογράφους που για κάθε απίθανο λόγο είναι κάθε ημέρα στο σπίτι του ψηφοφόρου μέσω της τηλεοράσεως. Να τα βάλει με γόνους που έχουν στη διάθεσή τους ως κληρονομιά πρόθυμους δουλοπάροικους ψηφοφόρους που ψηφίζουν το ίδιο επώνυμο επί γενεές των γενεών.

 

Κάπως έτσι, ελάχιστες είναι οι φορές που ένας γενναίος κατάφερε να τα βάλει με όλους τους ανωτέρω και να επικρατήσει. Α, ναι. Χρειάζεται και τύχη, σίγουρα δε να επιλέξει την κατάλληλη πολιτικά χρονική συγκυρία, οπότε το εγχείρημα φαντάζει ακόμη πιο αδύνατο. Κυρίως οι μικρές κοινωνίες έχουν να επιδείξουν τέτοιες επιτυχίες, όπου η ικανότητα είναι περισσότερο πιθανό να δικαιωθεί.

 

«Σιγά μην πάω να μπλέξω» είναι η μόνιμη επωδός που ταυτόχρονα αποτελεί την τέλεια δικαιολογία για όλους εκείνους (του υπογράφοντος συμπεριλαμβανομένου, για να τα λέμε όλα) που δειλιάζουν να εκτεθούν. Και που προτιμούν να σχολιάζουν εκ του μακρόθεν, αντί να μπουν στον πολιτικό στίβο και να παλέψουν.

 

Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις ανάληψης δημοσίων θέσεων (πχ Διοικητές νοσοκομείων, Πρόεδροι ΝΠΔΔ κλπ), λίγοι είναι εκείνοι οι ικανοί που αποφασίζουν να «μπλέξουν». Πάμπολλες είναι οι περιπτώσεις που πραγματικά άξιοι και έντιμοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται ακόμη και για δέκα χρόνια σε δικαστικές αίθουσες, επειδή έκαναν το λάθος να αποδεχθούν μία πρόταση συμμετοχής στο Δ.Σ. ενός ΝΠΔΔ έχοντας την ατυχή έμπνευση να πιστεύουν ότι έτσι προσφέρουν στον τόπο.

 

Όμως η άρνηση συμμετοχής στα κοινά νέων, άφθαρτων και επιτυχημένων προσώπων, προερχόμενων από την κοινωνία, είναι μείζον ζήτημα Δημοκρατίας. Διότι η κοινωνία επί της ουσίας δεν εκπροσωπείται. Δεν εκφράζεται. Ούτε σε τοπικό ούτε σε εθνικό επίπεδο. Οι πραγματικοί εκπρόσωποι της κοινωνίας, τα σπλάχνα αυτής, οι οποίοι είναι σε θέση να μεταφέρουν τα προβλήματά, τις αγωνίες και τις προτάσεις της, έχουν αποκλειστεί από την δυνατότητα του εκλέγεσθαι. Το πολιτικό προσωπικό δεν ανανεώνεται, κυρίως δε, δεν βελτιώνεται.

 

Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σε όλους εμάς που δεν τολμούμε να συμμετέχουμε. Διότι επιτρέπουμε τοιουτοτρόπως σε όλους τους ολίγιστους να αποφασίζουν για εμάς και το μέλλον μας. Και να στέλνουν την χώρα στα βράχια. Και μαζί το δικό μας μέλλον.