Πέμπτη, 25 Απρίλη, 2019 - 09:06

Κοινωνία δύο "στρατοπέδων"

Τις δύο πρώτες ημέρες από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, το «ΝΑΙ» είχε αναπτύξει μία δυναμική νίκης που έπειθε και τους τελευταίους δύσπιστους που πρότειναν τότε την αποχή από τις κάλπες. Στο στρατόπεδο των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων η πεποίθηση αυτή είχε σχεδόν κυριαρχήσει όλες τις ημέρες πριν το δημοψήφισμα.
 
Από τον Ηλία Δημητρέλλο
 
Η απατηλή αυτή, όπως απεδείχθη εν συνεχεία, εντύπωση οφειλόταν κατά κύριο λόγο ότι η πολύ μεγάλη πλειοψηφία αυτού του κομματιού της κοινωνίας επί της ουσίας δεν είχε καμία επικοινωνία και συναναστροφή με το άλλο κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο ήταν έτοιμο για ολική ρήξη. Ομιλώντας και επικοινωνώντας επί της ουσίας μόνο αναμεταξύ τους, οι υπέρμαχοι του «ΝΑΙ» δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν ένα βουβό κατ’ αρχήν κύμα υπέρ του «ΟΧΙ», το οποίο εν συνεχεία σάρωσε στη διάβα του μέσα σε ελάχιστες ημέρες (κυρίως από την Τετάρτη μετά την προκήρυξη και μέχρι την Κυριακή που διεξήχθη) κάθε αντίθετη δύναμη (συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ που είχε προτείνει αποχή στα μέλη του). Κι αυτή η άνευ λογικής υπεροψία των «Μένουμε Ευρώπη» ευθύνεται απολύτως για το μεγαλύτερο λάθος των αστικών κομμάτων τότε, τα οποία παρασυρμένα από μία ακατανόητη υπεραισιοδοξία για επικράτηση του «ΝΑΙ» έστω και με δυσκολία, απέρριψαν τις εισηγήσεις για αποχή από ένα δημοψήφισμα, του οποίου η τράπουλα ήταν σημαδεμένη.
 
Ομοίως περί το 2010 – 2011, ελάχιστοι μπορούσαν να διακρίνουν την δυναμική που είχε αποκτήσει η Χρυσή Αυγή στα λαϊκά και μικροαστικά στρώματα, κατ’ αρχήν των Αθηνών και εν συνεχεία της υπόλοιπης Ελλάδος. Η παντελής έλλειψη επαφής της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ αλλά και της πλειοψηφίας της κοινωνίας με αυτούς τους εκατοντάδες χιλιάδες, όπως απεδείχθη, πολίτες, ήταν η κύρια αιτία που δεν κατέστη δυνατό να διαγνωσθεί έγκαιρα η γιγάντωση ενός νεοναζιστικού κόμματος υπό το μανδύα μίας εύπεπτης εθνικιστικής ιδεολογίας. 
 
Αναλόγως, ο ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από τη μύτη των δύο μεγάλων κομμάτων, κατόρθωσε από ένα κόμμα του 4,60% (5ο με πτωτικές μάλιστα τάσεις) στις εκλογές του 2009, να μετατραπεί σε λιγότερο από τρία χρόνια σε κόμμα εξουσίας και να διεκδικήσει στα ίσια την εξουσία στις δεύτερες εκλογές του Ιουνίου του 2012. Η ριζοσπαστικοποίηση και οι διεργασίες που συντελούνταν τότε σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, καίτοι σεισμικές, διέλαθαν της προσοχής του υπόλοιπου κυρίαρχου μέχρι τότε κομματιού, το οποίο από εκείνη την περίοδο είχε χάσει την επαφή με το «πόπολο». Όταν δε τον Απρίλιο του 2012 (ήτοι πριν τις εκλογές του Μαΐου) άκουσα αποσβολωμένος έναν βουλευτή τότε και μεγαλοστέλεχος της ΝΔ να προτρέπει σε πολιτικό μάλιστα ακροατήριο ευθαρσώς να ψηφίσουν οι παριστάμενοι ΠΑΣΟΚ, αν δεν θέλουν να ψηφίσουν ΝΔ, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν είχα κατανοήσει τότε ποιο ακριβώς ήταν το ακριβές μήνυμα αυτής της προτροπής. 
 
Εμφατικά λοιπόν από το 2012, υπογείως αρκετά πιο πριν, τα δύο αυτά κομμάτια της κοινωνίας είναι περιχαρακωμένα πολιτικά, οικονομικά, έχουν δε λάβει και τα ταξικά χαρακτηριστικά. Για το λόγο αυτό σε κάθε σχεδόν ζήτημα, ουσίας ή μη, μείζον ή έλασσον, τα δύο αυτά κομμάτια (εν πολλοίς πια μπορούν να χαρακτηρισθούν και ως «στρατόπεδα») έρχονται σε ευθεία και ακραία σύγκρουση, με βαρύτατους χαρακτηρισμούς ένθεν κακείθεν. Χωρίς μάλιστα διάθεση συνεννοήσεως έστω και στα βασικά. Τουναντίον. Μίσος αβυσσαλέο.  
 
Καθώς τα δύο αυτά στρατόπεδα εξελίσσονται ταυτόχρονα, δεν είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές οι διεργασίες που συντελούνται εντός αυτών, αφού ουδείς ενδιαφέρεται, ούτε έχει την διάθεση να ακούσει καν τον άλλο. Πόσω μάλλον όταν εκπρόσωποι (επίσημοι, ανεπίσημοι, προβοκάτορες) των δύο αυτών στρατοπέδων με την πρώτη ευκαιρία σπεύδουν να φανατίσουν τους «στρατιώτες» τους.
 
Τοιουτοτρόπως απαντάται και το ερώτημα πλείστων όσων του «αστικού» στρατοπέδου, πως είναι δυνατόν να αντέχει ακόμη δημοσκοπικά ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά το γεγονός ότι εφάρμοσε το σύνολο σχεδόν όσων καταδίκαζε με ακραία φρασεολογία πριν γίνει η κυβέρνηση. Η απάντηση είναι ότι στο κομμάτι της κοινωνίας που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά κυρίαρχος και απευθύνεται, ουδείς ακούει, ενδιαφέρεται και κυρίως επηρεάζεται από την πολιτική, τα λεγόμενα ή δημοσιεύματα των αντίπαλου στρατοπέδου. Των «μένουμε-Ευρωπαίων» όπως απαξιωτικά τους χαρακτηρίζουν. 
 
Έχουμε πια οδηγηθεί σε έναν διαχωρισμό, κατ’ αρχήν σε ψυχολογικό και πολιτικό επίπεδο, της ελληνικής κοινωνίας σε δύο κομμάτια με ποσοστά που ελάχιστα απέχουν από εκείνα του Δημοψηφίσματος (61-39). Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο διαχωρισμός αυτός είναι και οικονομικός, αφορών τις οικονομικές δυνατότητες και προοπτικές των μελών αυτών των κομματιών, και μάλλον έχουν δίκιο, καθώς η οικονομική δραστηριότητα, το επάγγελμα και το οικονομικό επίπεδο σε συνδυασμό με τις πολιτικές καταβολές, αποτελούν τα κριτήρια για την ένταξη στο στρατόπεδο της επιλογής ή του συμφέροντος του καθενός. 
 
Δυστυχώς, αυτός ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε δύο στρατόπεδα το πιο πιθανό είναι ότι θα οδηγήσει σε πλήρη ψυχολογική διάσπαση, η δε Ιστορία μας έχει πλείστα όσα παραδείγματα που μας οδήγησε ένας εθνικός διχασμός.       
 
Φωτό: Η ψυχομάνα/ Νικόλαος Γύζης