Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου, 2018 - 13:15

O Kάι, αγαπάει την Πλατεία Καισαριανής

..και η σχέση ενός Αυστριακού Πρίγκηπα με τα Εξάρχεια

Από τον Μάριο Νόττα*

Zoύμε σε έναν βασανισμένο τόπο. Το ποιος φταίει, και σε τι βαθμό είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, δεν απασχολεί αυτό το σημείωμα. Παραμένει η διαπίστωση: Τούτο το «δικό τους και δικό μας» χώμα, είναι ποτισμένο με πόνο, ελπίδα και ιώβειο υπομονή.

..Σηκώνοντας σταδιακά το βλέμμα σου, συναντάς τον ουρανό.  Και αυτός επιμένει να είναι γαλάζιος, με ένα εκθαμβωτικά ‘ζωντανό’ μπλε. Θυμίζει εκείνους τους ευλογημένους εαρινούς μήνες, που ο Αττικός αιθέρας εμβολίζεται από τα Απολλώνια φωτόνια. Τότε συντελούνται θαύματα. Οι απεριποίητες πρασιές υποχωρούν στα αγριολούλουδα. Τα ακούρευτα χόρτα υποκλίνονται στην γενετήσια ορμή των κατακίτρινων μάηδων και οι μυρωδιές της πόλης κυριεύονται από τις άτρωτες ανθισμένες νεραντζιές, δίπλα στα ‘τραπεζάκια έξω’. ..Ενώ στο βιολογικό μας ρολόι, το παιδί με τον ενήλικα γίνονται ένα κουβάρι..

..Πώς είναι δυνατόν να σου γράφω για μπλε ουρανούς, όταν οι μέρες μικραίνουν, τα χρώματα χάνουν την ζωντάνια τους, οι θάλασσες ψυχραίνουν και οι βόρειες κοινωνίες μας, σταδιακά απομακρύνονται από τον Ήλιο ; Έχω τους λόγους μου:

Ο Κάι και ο Γεράλδος είναι δύο φίλοι και συνάδελφοι, δάσκαλοι στην Κεντρική Ευρώπη.

Λόγω των κοινών μας υποχρεώσεων, βρίσκονται συχνά-πυκνά στο Άστυ των Αθηνών, ενώ, αντιστοίχως, οι Έλληνες της ομάδας, έχουμε την ευκαιρία να ‘ποτιζόμαστε’ με την μινιμάλ Αυστριακή αισθητική (και λειτουργικότητα) κατά τα εκεί συναπαντήματα.

..Όταν αυτό συμβαίνει, (εμείς, εκεί..) είναι δύσκολο να αποτελέσουμε την εξαίρεση στον κανόνα. Αυτόν που θέλει εμάς τους ‘Γραικούς’ να γκρινιάζουμε για όσα «βλακώδη» γίνονται στην πατρίδα, ενώ οι λύσεις είναι απλές: «Κοίτα τώρα τι σκεφθήκαν οι άνθρωποι».. «..βλέπεις, εδώ το κράτος λειτουργεί, έχουν σχέδιο, βλέπουν μπροστά..», «..εδώ δεν διώχνουν τους πρωτοπόρους, τους δίνουν ευκαιρίες..», και μύρια όσα, χιλιοειπωμένα.. Όχι ότι αυτά δεν ισχύουν.. Ωστόσο οι ‘ανοιχτοί ορίζοντες’ της εκτός Ελλάδας θητείας μας, μοιάζει να υποχωρούν όταν με το καλό ξαναγινόμαστε ‘ένα’ με την Μήτρια γη. Και παύουμε να ενοχλούμαστε από την αγένεια, την μικρόνοια και την κοινωνική παθογένεια του περίγυρου -μέρος του άλλωστε είμαστε- της κεντρικής (ή άλλης) διοίκησης, ή από την βάρβαρη αισθητική (..λέμε τώρα..) των αστικών μας κέντρων.

Εις επίγνωσιν του ότι ίσως θεωρηθώ ..σχιζοφρενής, σήμερα θα σου μιλήσω για τον ..αντίποδα. Δηλαδή για την αγάπη του Κάι για την Πλατεία Καισαριανής, και τους λόγους που ο Γεράλδος νοιώθει το «αστικό εξάμβλωμα» των Εξαρχείων ..’Home’.

Πρόσεξε: Δεν σου γράφω για το Σούνιο, τους Δελφούς, ή το Ναύπλιο. Σου μιλάω για δύο άσχημες γειτονιές του πλανήτη, χωρίς σχέδιο, υποδομές ή λειτουργική αστική επάρκεια. Πρόκειται για χώρους (..’ευγενείς’ σε σχέση με άλλους, αλλά..) άσχημους, προϊόντα καλπάζουσας αυθαιρεσίας, ωχαδελφισμού και μέρη που ο καθένας ‘κάνει ότι θέλει’ (υπαίθρια διαφήμιση, καθαριότητα, σήμανση, ασφάλεια διαβατών, κ.α.). Θα μου πεις «..μα τόσο άσχημη είναι η Καισαριανή..;».  .. «Κούκλα» θα σου απαντήσω. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι νόμιζα πως «κούκλα» είναι μόνον στα μάτια μου, όντας το καταφύγιο των μετεφηβικών αποδράσεων, το πρώτο κρασί με φίλους, ο μυθικός τόπος του αντιστασιακού τυπογραφείου του πατέρα μου, ο τόπος με το καταπράσινο Σκοπευτήριο, στους πρόποδες του πλέον μυστηριακού βουνού, του Υμηττού. Αλλά έπεφτα έξω. «Κούκλα» είναι και στα μάτια του Κάι. Που (όπως ακριβώς συμβαίνει όταν εμείς είμαστε στην Βιέννη) βλέπει όλες τις ‘αόρατες’ για εμάς ομορφιές. Βλέπει μια πλατεία γεμάτη με παιδιά που παίζουν, χωρίς αναγκαία εποπτεία ενήλικα. Βλέπει ανθρώπους γελαστούς, αξιοπρεπείς, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις χτυπημένους (στατιστικά σίγουρο) από την πρόσφατη οικονομική λαίλαπα. Βλέπει μαγαζιά (ταβέρνες, καφέ, παγωτατζίδικα, ψησταριές) γεμάτα, από νωρίς το απόγευμα, πολλές φορές από το μεσημέρι, όχι από ‘έχοντες’ αλλά από εκείνους που μπορεί να θυσιάσουν ένα κομμάτι από την χειμερινή τους θέρμανση, για να κεράσουν ένα φίλο. («Νόττα, που το ξέρεις..;» ..«Από πρώτο χέρι και παιδευμένη παρατήρηση» σου απαντώ..). Και όλα αυτά λουσμένα και επιχρυσωμένα είτε από τον παραπάνω πανταχού εισβολέα, τον Αττικό Ηλιάτορα, είτε διαποτισμένα από την άλλη ξελογιάστρα, την βελούδινη, αν και σαφώς λαβωμένη (από την φωτορύπανση, όπως μου εξομολογήθηκε..) Αττική νύχτα.

Περίπτωση δεύτερη: Ο Γεράλδος είναι ένας «πρίγκηπας». Κοσμήτορας στο πανεπιστήμιό του, πολίτης δύο (τουλάχιστον) ηπείρων, μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ της Χαρβάρδιας Βοστώνης, του Κρεμς και της Ζυρίχης. Ααα, ναι, και των Αθηναϊκών Εξαρχείων. Μπολιάστηκε, όταν πήγαμε σε ένα στέκι, Κρητικό ρακάδικο νομίζω, στην Εμμανουήλ Μπενάκη, αργά το βράδυ για τα Εσπέρια  δεδομένα (έντεκα η ώρα, αργά..; που ακούστηκε..). ..Εκεί ‘συντονίστηκε’ σε ανύπαρκτο χρόνο, με ότι κάνει τα Εξάρχεια terra incognita για όσους τα γνωρίζουν από τα τηλεοπτικά δελτία, μόνον. Τα δίπλα τραπέζια, ο μπάρμαν και οι φίλοι του με την διάπλατα ανοιχτή καρδιά, η απροσποίητη ευγένεια της σερβιτόρας, ο απέναντι μαυροντυμένος που κέρασε χωρίς αποχρώντα λόγο ρακόμελα, το παλλόμενο συναίσθημα που ένας χαλαρός χώρος, με λόγο ύπαρξης, προσφέρει και ..αυτό το παράλογα απροσδιόριστο ambiance (συγχώρα μου τον όρο, εννοώ το σύνολο της περιβάλλουσας εμπειρίας) ενός αστικού ‘σκεπτόμενου’ Περιθωρίου, προφανώς «έκλεψαν» την καρδιά του πρίγκηπά μας, που αδιαφορεί παντελώς για την χειρουργική καθαριότητα και πολιτική ορθότητα που (ίσως) αποπνέουν πολλά από τα ‘εναλλακτικά κέντρα΄ των Ευρωπαϊκών μητροπόλεων.

Απολογούμενος για την σχοινοτενή παράγραφο των ..800 λέξεων, σε φιλώ σταυρωτά. Περισσότερες ιστορίες με ‘πρίγκηπες’, στο κοντινό μέλλον.

*Ο Μ.Ν. όταν δεν εννοιοδιφεί ασυστόλως, διευθύνει το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Επικοινωνίας.