Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου, 2018 - 22:08

Περί Αναπτύξεως και πάλι…

Η έννοια  της ανάπτυξης είναι τόσο πολυφορεμένη, που αν δεν δώσουμε τις απαραίτητες πολιτικές εξηγήσεις, κινδυνεύει, αντί να μας βοηθήσει στη συνεννόηση και τη συνεργασία, να περιπλέξει την ασυνεννοησία και να εντείνει το «διάλογο κωφών». 
 
Από τον Αθανάσιο Ι. Σκορδά*
 
Μετά τον πόλεμο, η Ελλάδα ανέπτυξε μια αντίληψη ψευδεπίγραφης ανάπτυξης, που σκοπό είχε όχι την απορρόφηση, αλλά την καταστρατήγηση της βοήθειας που εδόθη στη χώρα, είτε ήταν το σχέδιο Μάρσαλ είτε τα ευρωπαϊκά προγράμματα.
 
Αυτή η αντίληψη, μας ωθούσε να προσεγγίζουμε την ανάπτυξη από τη μεριά της ζήτησης κι ως εκ τούτου, η ελληνική κοινωνία έτεινε στην συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.  
 
Από την κεντρική εξουσία, μέχρι τον τελευταίο δήμαρχο της εποχής, αναπτύσσονταν δομές στο χώρο εξουσίας τους, οι οποίες στρέφονταν στο μπετόν και την άσφαλτο και «τάιζαν» όχι μόνο το καταναλωτικό μοντέλο, αλλά και το πελατειακό κράτος. Το ανέκδοτο για τα γιοφύρια που θα έκτιζαν οι πολιτικοί και τα ποτάμια που θα έφερναν, ώστε να έχουν λόγο ύπαρξης τα γιοφύρια, δεν ήταν και τόσο ανέκδοτο… 
 
Πρόσθετο πρόβλημα ήταν ό,τι δεν διαθέταμε μια αστική τάξη, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός ενός άλλου, υγιέστερου αναπτυξιακού προτύπου. Δεν είδαμε, εκτός εξαιρέσεων, πολλές σοβαρές και με διάρκεια προσπάθειες στη βιομηχανία και την εξαγωγική δραστηριότητα. Αυτό το οποίο βλέπαμε είναι κυρίως μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα μεταπρατικού τύπου.  
 
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και η οραματική επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή να συνδέσει την Ελλάδα με την Ευρωπαϊκή οικογένεια, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, δεν βοήθησε στον εξορθολογισμό του αναπτυξιακού μοντέλου.  
 
Από τη μια, η περιπέτεια της επταετίας κι από την άλλη η προβληματική διαχείριση των κοινοτικών πόρων, συντήρησαν αντί να μεταβάλλουν το κρατικοδίαιτο και στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης.  
 
Η επιλογή αναπτυξιακού υποδείγματος, βασισμένου στη ζήτηση, είχε και μια ακόμα παρενέργεια. Ενώ η ανάπτυξη ενέχει μια ποιοτική διάσταση, το μεταπολεμικό μοντέλο ουσιαστικά αντικατέστησε την έννοια της ανάπτυξης, με την αμιγώς ποσοτική έννοια της μεγέθυνσης. Αυτό το επιχειρηματικό περιβάλλον, που σκοπό είχε τη μεγέθυνση κι όχι την ανάπτυξη, δημιούργησε συγκεκριμένους αξιακούς κώδικες, πρόβαλε συγκεκριμένα πρότυπα επιχειρηματικής και πολιτικής δράσης και γέννησε συγκεκριμένες παραδοχές για την κοινωνική αποδοχή και άνοδο. 
 
Έκπληξη επομένως συνιστά το γεγονός ότι δεν μπήκαμε νωρίτερα σε αυτή την πρωτοφανή περιδίνηση. Βέβαιο, πάντως, είναι ότι δεν ωφελεί να κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα.  
 
Για να περάσουμε σε μια εποχή πραγματικής ανάπτυξης, πρέπει πρώτα να συμφωνήσουμε και να προχωρήσουμε σε αλλαγή του υποδείγματος.  
 
Πρέπει να προσεγγίσουμε την ανάπτυξη από την πλευρά της προσφοράς. Διότι προσφορά, σημαίνει παραγωγή και δημιουργία. Και τον πλούτο που θέλουμε να απολαύσουμε, οφείλουμε πρώτα να τον δημιουργήσουμε.  
 
Για να δομήσουμε ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα βασισμένο στην παραγωγή, χρειαζόμαστε τρεις παράγοντες: Επενδύσεις, εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα. Λέξεις και έννοιες που χρησιμοποιούνται σε κάθε ευκαιρία και δεν έχουν περάσει στην πράξη, όπως θα έπρεπε. 
 
Σήμερα, όμως, το μέτρο με το οποίο κρίνεται ο καθένας μας, δεν είναι τι λέει, αλλά τι κάνει. 
 
Επενδύσεις λοιπόν, εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα.  
 
Αλλά πού, πώς, και με ποιους;
 
Πρώτα από όλα,  επένδυση στην καινοτομία. Η πίεση που δεχόμαστε από τις χώρες χαμηλού κόστους αλλά και από τις χώρες υψηλής τεχνολογικής ικανότητας, δεν αντιμετωπίζεται με τις υφιστάμενες πρακτικές έρευνας και τεχνολογίας ή επαγγελματικής κατάρτισης.  
 
Αντί η επιχειρηματικότητα να διδάσκεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εμείς καταφέρνουμε να ακυρώνουμε τα προγράμματα έρευνας και τεχνολογίας, μετατρέποντάς τα σε ευκαιρίες δημιουργίας μικρομάγαζων, μέσα στους κόλπους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Άμεση, λοιπόν, διασύνδεση της έρευνας με την καινοτομία και της καινοτομίας με την Αγορά. 
 
Δεύτερο σημείο: Το αναπτυξιακό μας όραμα δεν μπορεί να είναι η μετατροπή μας σε χώρα χαμηλού κόστους. Πρέπει να διεκδικήσουμε τη μετατροπή μας σε χώρα υψηλής ποιότητας, με προϊόντα και υπηρεσίες, που ακολουθούν κανόνες τυποποίησης, πιστοποίησης και αυστηρής διαπίστευσης. Αυτό είναι το εισιτήριο για το ταξίδι της ανάπτυξης.  
 
Συνεχίζοντας, πέρα από τα κάθε λογής διοικητικά εμπόδια,  ένας από τους σημαντικούς λόγους για τους οποίους δεν αποτελούμε επενδυτικό προορισμό, είναι ότι είμαστε μια μικρή χώρα και καμία σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας οικονομιών κλίμακος δεν θα έχει αποτέλεσμα, αν απευθύνεται μόνο στην εγχώρια αγορά. Τη λύση, μας τη δίνει ένα εθνικό σχέδιο εξωστρεφούς οικονομικής δράσης.  
 
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι η ατομική ανάπτυξη, αλλά η καθολική ανάπτυξη, που προϋποθέτει εξωστρεφή χαρακτηριστικά στην οικονομική δράση. 
 
Εύλογα κάποιος θα ρωτούσε: Πώς θα γίνουν όλα αυτά, όταν κάθε πονηρός προσφεύγει σε μια αργή δικαιοσύνη και ουσιαστικά ματαιώνει κάθε επένδυση, πολύ πριν τελεσιδικήσει η σχετική προσφυγή;  Πράγματι, αν δεν αλλάξουμε μυαλά, δεν γίνεται τίποτα. Δεν μιλώ για έκπτωση περιβαλλοντικών όρων και θεσμικών απαιτήσεων. Μιλώ για το αυτονόητο, ότι στην Ελλάδα πρέπει να γίνουν επενδύσεις για να βγούμε από το τέλμα της κρίσης.  
 
Κι επενδύσεις θα γίνουν όπως γίνονται σε όλες τις χώρες του κόσμου: Όταν υπάρχει φιλικό περιβάλλον για επενδύσεις. Όταν η επιχειρηματικότητα και το κέρδος θα αποενοχοποιηθούν. 
 
Αλλιώς, οι επενδυτές έχουν πολλές επιλογές.
 
Για την αλλαγή λοιπόν, του αναπτυξιακού υποδείγματος, θεωρώ ότι υπάρχουν τρία προαπαιτούμενα:  
 
Πρώτον, κουλτούρα επιχειρηματικότητας. Πρέπει με κάθε τρόπο να ενισχύσουμε την επιχειρηματικότητα από επιλογή, κι όχι από ανάγκη, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες. 
 
Δεύτερον, πολιτική και κοινωνική δέσμευση πάνω σε ένα εθνικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. 
 
Και τρίτον, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας της οικονομίας μας τόσο προς το εσωτερικό της χώρας, όσο και προς την διεθνή κοινότητα. 
 
Θεωρώ ότι στις μέρες μας δεν κρίνονται απόψεις, εξαγγελίες και προθέσεις. Κρίνεται η πράξη και μόνον αυτή.  
 
Χρειαζόμαστε και πάλι, όπως σε όλες τις δύσκολες στιγμές μας, εθνική  αυτοπεποίθηση αντί της μοιρολατρίας και της μιζέριας. 
 
Χρειαζόμαστε να πιστέψουμε και πάλι στις δυνατότητες του Έλληνα, του καθενός από εμάς.  
 
Τα έχουμε καταφέρει και σε χειρότερες περιόδους, σε πολέμους, σε καταστροφές, σε ξεριζωμούς.  
 
Αρκεί να αφήσουμε πίσω μας τις όποιες κομματικές ή μικροπολιτικές προτεραιότητες και να αναδείξουμε μέσα μας και γύρω μας, τις εθνικές αναγκαιότητες.  
 
Αρκεί να καταλάβουμε ότι οι στιγμές είναι πραγματικά κρίσιμες. Πραγματικά ιστορικές.  
 
*Ο Αθανάσιος Ι. Σκορδάς είναι πρ. Υφυπουργός Ανάπτυξης, Πρόεδρος του Think Tank Ριζοσπαστική Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση & Ανασυγκρότηση (Ρ.ΕΥ.Μ.Α.) και της Ιχθυοτροφεία ΣΕΛΟΝΤΑ ΑΕΓΕ.