Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου, 2018 - 10:00

Φρόνημα ή Φρόνιμα;

Ζούμε σε μια ιστορική συγκυρία πολύ κρίσιμη. Χρειαζόμαστε όλο το θάρρος, όλη την αντοχή, όλη την δημιουργική δύναμη που μπορούμε να διαθέσουμε, ώστε να επαναπροσδιορίσουμε προτεραιότητες. Ως προς την σπουδαιότητα και ως προς τον χρόνο.

Γράφει ο Αθανάσιος Ι. Σκορδάς*

Η προτεραιότητα στην ατομική και συλλογική ζωή είναι η ασφάλεια. Η εθνική ασφάλεια, η ασφάλεια των συνόρων, η εσωτερική ασφάλεια. Χωρίς ασφάλεια, οποιοδήποτε νομοθέτημα και μεταρρύθμιση τελεί σε εκκρεμότητα. Ανάπτυξη, ατομική και συλλογική, σε περιβάλλον ανασφάλειας και αταξίας δεν μπορεί να υπάρξει. Νομίζω, συμφωνούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού και πάντως το σύνολο της κυβέρνησης, δεν αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα αυτής της θεμελιώδους προτεραιότητας. Μέχρι πρότινος, ο Π/Θ αμφισβητούσε την ύπαρξη θαλασσίων συνόρων, αδιαφορούσε για την ισχύ της συνθήκης Σέγκεν και ό,τι αυτή συνεπάγεται για την έννοια «ευρωπαϊκά σύνορα», αντιδρούσε στην αναγκαιότητα συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Με μια κουβέντα, η προτεραιότητα πρέπει να είναι η αναγνώριση των κινδύνων εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας και συνακόλουθα η σύναψη ειλικρινών και αποτελεσματικών συμμαχιών. Αυτή ακριβώς η ιεράρχηση προτεραιοτήτων – που δεν ισούνται με μεταρρυθμίσεις – θα οδηγήσει την οικονομική λειτουργία σε ομαλοποίηση και ανάπτυξη.

Η κύρια απειλή προέρχεται από τον Νεο-Οθωμανισμό, ο οποίος εκτείνεται και αφορά, ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, σε όλα τα εθνικά μας θέματα: Από το Αιγαίο μέχρι τις μεταναστευτικές ροές και, βέβαια, από το Σκοπιανό μέχρι τις διμερείς μας σχέσεις με την Αλβανία και τη διαχείριση της θρησκευτικής μειονότητας στη Θράκη.

Πίσω από όλα αυτά, δεν βρίσκεται απλώς ο κ. Ερντογάν. Κρύβεται ένα αυτοκρατορικό σύνδρομο που έρχεται από την εποχή πριν τους Νεότουρκους κι έχει διαποτίσει την τουρκική ελίτ. Κρύβεται μια μακρά περίοδος τουρκικής εθνικής στρατηγικής που υπηρετείται πιστά από κάθε πολιτική δύναμη που αναλαμβάνει την ευθύνη διακυβέρνησης της Τουρκίας.

Πίσω από την επιθετική ρητορική και πρακτική Ερντογάν, κρύβονται δισεκατομμύρια, που έχουν επενδυθεί σε συνεχή ενδυνάμωση και εκσυγχρονισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας. Έτσι η Άγκυρα διεκδικεί την ανάδειξή της σε περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, κατάφερε να αποκτήσει ερείσματα στα Σκόπια και τα Τίρανα, δημιουργώντας ένα νέο-οθωμανικό τόξο στα βόρεια και ανατολικά μας σύνορα.

Αξιοποιεί βέβαια, τη δική μας παρακμιακή πορεία, την απουσία στρατηγικής, την αδυναμία εξαίρεσης των εθνικών θεμάτων από την έτσι κι αλλιώς ανούσια πολιτική αντιπαράθεση, την αδυναμία να ορθώσουμε εθνικό φρόνημα απέναντι στις απειλές. Η αλήθεια είναι ότι ο Νεο-Οθωμανισμός υπό αυτές τις συνθήκες βελτιώνει σταθερά τη στρατηγική του υπεροχή έναντι της Ελλάδας.

Μάλιστα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε την πολιτιστική διάσταση του νέο-οθωμανικού επεκτατισμού: Πρόσφατα άνοιξε το πρώτο ιδιωτικό σχολείο για μουσουλμάνους στην Θράκη. Και την ίδια ώρα, μεγάλο μέρος του ελληνικού τηλεοπτικού κοινού αποχαυνώνεται παρακολουθώντας στις μικρές μας οθόνες μια εξιδανικευμένη από τους σκηνοθέτες αντίληψη της σύγχρονης ζωής στην Τουρκία.

Ας μη γελιόμαστε. Ο νέο-οθωμανικός επεκτατισμός δεν είναι μόνο δικό μας πρόβλημα. Όταν ο Ερντογάν μιλάει για τα «σύνορα της καρδιάς τους», ασφαλώς δεν εννοεί μόνο την Θράκη και την Θεσσαλονίκη. Εννοεί και την Βιέννη, το απώτατο όριο διείσδυσης των Τούρκων στην Ευρώπη. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να συναισθανθούμε το μεγάλο συγκριτικό μας πλεονέκτημα απέναντι στον Νεο-Οθωμανισμό: Το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η συμμετοχή στην Ενωμένη Ευρώπη – όπως έλεγε ο Κων. Καραμανλής – δεν έχει μόνο οικονομική διάσταση. Είναι στοιχείο της αποτρεπτικής μας ισχύος.

Είναι ανάγκη, υπό το φως αυτών των εξελίξεων, να αναρωτηθούμε όλες και όλοι, ποια στάση, ποιες αντιδράσεις, ποια άμυνα επιλέγουμε.

Κάποιοι, εισηγούνται στρατηγική κατευνασμού. Αντιδρούν φοβικά. Επιστρατεύουν επιχειρήματα σχετικά με την οικονομική ζημιά στον τουρισμό, που θα επιφέρει μια ελληνοτουρκική συμπλοκή. Παραγνωρίζουν έτσι τις μονιμότερες αρνητικές συνέπειες που επιφέρει -και στο οικονομικό πεδίο - μια «φιλανδοποίηση» της χώρας. Παραγνωρίζουν ότι η καλλιέργεια φοβικότητας θα αποθρασύνει τον νέο-οθωμανικό επεκτατισμό και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για επενδύσεις.

Η δεύτερη στρατηγική επιλογή είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, δηλαδή η δημογραφική, οικονομική, πολιτισμική και στρατιωτική μας ενδυνάμωση. Κι εδώ επανέρχομαι στην αξία της συμμετοχής μας στην ΕΕ. Αν κάτι «συγκρατεί» την Τουρκία, μην γελιέστε, δεν είναι το κόστος απώλειας ζωών. Είναι το κόστος ενός πιθανού εμπάργκο που θα επέβαλε η ΕΕ. Το 50% των τουρκικών εξαγωγών είναι προς την ΕΕ. Πόσες μέρες μπορεί να το αντέξει αυτό η τουρκική οικονομία στην κατάσταση που βρίσκεται; 

Αν μπορώ να συνοψίσω σε μια φράση, το δίλλημα είναι: να καθίσουμε φρόνιμα ή να έχουμε φρόνημα;

Στο δίλημμα «κατευνασμός ή αποτροπή», μια απάντηση υπάρχει: Έθνη που συμβιβάζονται, τελικά χάνονται. Αντίθετα, έθνη που μάχονται, ακόμα κι αν ηττηθούν, αναγεννόνται και συνεχίζουν την πορεία τους».

Δυστυχώς, σήμερα στη χώρα μας οι ελίτ δεν ανταποκρίνονται στον ιστορικό τους ρόλο: Όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τις ευαισθησίες ενός πληγωμένου λαού, όχι μόνο δεν έχουν εδραία άποψη περί της ορθής λύσεως, αλλά από τις άγονες αντιπαραθέσεις τους προκύπτει σαφώς αυτό που σημείωσα νωρίτερα, ότι δεν έχουν καν καταφέρει να θέσουν τις εθνικές προτεραιότητες.

Ή θα αναδείξουμε τις δημιουργικές δυνάμεις που μπορούν να οδηγήσουν σε νέες σελίδες ευημερίας και εθνικής ανάτασης τον Ελληνισμό, υπεύθυνα, με ασφάλεια και σιγουριά, διαμορφώνοντας ένα νέο εθνικό όραμα ή Finis Graeciae, όπως λέει ο Χ. Γιανναράς. Η Πατρίδα θα χαθεί και υπεύθυνοι θα είμαστε κι εμείς.

Η ευκαιρία για την Πατρίδα βρίσκεται στην παραγωγική οικονομία, στην συμμετοχή στη νέα γνώση, στην συμμετοχή στην 4η βιομηχανική επανάσταση.

Η Πατρίδα χρειάζεται αναβίωση κι ενσυναίσθηση των Μεγάλων Αξιών που κράτησαν όρθιο τον ελληνισμό ανά τους αιώνες, κι ένα φρόνημα του λαού της, ανάλογο με εκείνο που μας οδηγούσε πάντα στις εθνικές επιτυχίες.

Η Πατρίδα χρειάζεται Εθνική Αυτοπεποίθηση. Χρειάζεται πίσω τα παιδιά της που φεύγουν στο εξωτερικό επειδή δεν αντέχουν την σημερινή Ελλάδα. Και το χειρότερο: δεν αντέχουν που δεν δημιουργείται ένα ρεύμα ανατροπής. Ένα πατριωτικό ρεύμα που θα σηκώσει κεφάλι και θ’ αλλάξει τον τόπο. Ένα εγερτήριο σάλπισμα, να ξυπνήσουν εκείνες οι δυνάμεις που πονάνε την πατρίδα και δεν θέλουν να την βλέπουν να ευτελίζεται καθημερινά.

Ζητούνται αληθινοί Έλληνες πατριώτες, να προθυμοποιηθούν να σηκώσουν το βάρος αυτής της ιστορικής ευθύνης. Από το πόσοι και ποιοι θ’ αναλάβουν αυτό το εθνικό χρέος, θα κριθεί εν πολλοίς η τύχη και η συνέχεια της σύγχρονης Ελλάδας.

Ζητείται τελικά, ανάληψη ευθύνης.   

 

*Ο Αθανάσιος Σκορδάς είναι πρ. Υφυπουργός Ανάπτυξης, Πρόεδρος του think tank Ρ.ΕΥ.Μ.Α. και Πρόεδρος της Ιχθυοτροφεία ΣΕΛΟΝΤΑ ΑΕΓΕ