Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου, 2018 - 22:08

FYROM: Ώρες σοβαρότητας και αξιοπρέπειας

 

Για μία ακόμη φορά οι Έλληνες αιωρούμαστε πάνω στο «Σκοπιανό – Μακεδονικό» μεταξύ του πατριωτικού συναισθήματος και του πολιτικού ρεαλισμού, ανάμεσα στο εθνικό δίκαιο και το εθνικό αναγκαίο. Και το θέμα δεν είναι απλώς η ονομασία του μικρού γειτονικού κράτους, αλλά ίσως κάτι ευρύτερο και πολύ βαθύτερο.

 

Μπήπως Θα πρέπει μήπως να δούμε στα σοβαρά και όχι με όρους κομματικής πατριδοκαπηλίας, για παράδειγμα, ότι πίσω από το «Σκοπιανό» ενδεχομένως να βρίσκεται ένας ακραίος εθνικισμός, ο πανσλαβισμός, ο οποίος ανέκαθεν αποτελούσε –μαζί με τις δυνάμεις εκείνες που τον υποστήριζαν- τον υπ’ αριθμόν έναν κίνδυνο του Ελληνισμού; Ίσως κάποιοι πουν, καλοπροαίρετα, ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν θέση στη σημερινή εποχή, κι αν έχουν κάποια αξία ανάγονται στο παρελθόν, σε περιόδους επαναστάσεων, ενόπλων συγκρούσεων, εμφυλίων πολέμων και αποσχιστικών διαμαχών στην περιοχή της Βαλκανικής. Αυτή η θέση, με την σειρά της, μήπως είναι κι αυτή λάθος;

Δυστυχώς, η αλήθεια είναι ότι οι όποιοι ένοπλοι ανταγωνισμοί και οι όποιες διεθνείς συνθήκες του παρελθόντος δεν κατάφεραν να τιθασεύσουν τους βαλκάνιους εθνικισμούς, οι οποίοι κάθε φορά, ανάλογα με τις εξελίξεις και τα γεγονότα, επανέρχονται ανησυχητικοί στο προσκήνιο. Το διαπιστώσαμε πολύ τραγικά στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, στη δεκαετία του ‘90. Το διαπιστώνουμε και σήμερα όπου, οι κάθε λογής μειονοτικές εθνότητες στην βαλκανική τροφοδοτούν την εξωτερική πολιτική των μητρικών τους χωρών σε μια εθνικιστική – επεκτατική πολιτική. Σε ότι μας αφορά, με τα όσα παρακολουθούμε όλοι μας τον τελευταίο καιρό, βλέπουμε πλέον πολύ καθαρά τις βλέψεις της Τουρκίας στο Αιγαίο (μουσουλμανικός εθνικισμός) και την προσπάθεια αποκτήσεως επιρροής στη Δυτική Θράκη, ανακινώντας θέμα προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητος, του τουρκικού πληθυσμού κατά τον πρόεδρο κ. Ερντογάν. Ο τελευταίος, μάλιστα, στη πρόσφατη επίσκεψη του στην Ελλάδα και τη Δυτική Θράκη, τον περασμένο Δεκέμβριο, μιλώντας προς τους μαθητές του μειονοτικού σχολείου Τζελάλ Μπαγιάρ, στη Θράκη, τους είπε μεταξύ άλλων: «Όλοι μαζί είμαστε Τουρκία. Μια σημαία, μια πατρίδα, ένα κράτος». Και αυτή η τακτική, ας μην κρυβόμαστε, και δεν βλάπτει να είμαστε λίγο καχύποπτοι, φαίνεται να εντάσσεται στα σχέδια του νεο - οθωμανικού επεκτατισμού, άγνωστο βέβαια πότε θα εκδηλωθεί, κάτω υπό ποιες συνθήκες και σε ποιο βαθμό.

Έλληνες Μακεδονομάχοι (Ομάδα Λάζαρου Αποστολίδη, Καστοριά)

 Το ίδιο φαίνεται να γίνεται και από την πλευρά της Αλβανίας, η οποία ανοιχτά θέτει θέμα «Τσάμηδων» και «Τσαμουριάς», στοχεύοντας την Θεσπρωτία. Αν όχι σε εδαφική διεκδικήση, τουλάχιστον σε αποζημιώσεις περιουσιών για όσους Αλβανούς το γένος εγκατέλειψαν την Ελλάδα την δεκαετία του 1940.  Κι ας μην περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι στην γειτονική Αλβανία το κόμμα των «Τσάμηδων» έχει εκλεγμένους 5 βουλευτές, οι οποίοι συμπράττουν με την κυβέρνηση του κ. Ράμα. Τη στιγμή που, λόγω των διώξεων και των απειλών, το ελληνικό πληθυσμιακό στοιχείο της Αλβανίας, ή οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου εάν θέλετε, μόλις μετά βίας έχουν εκλέξει έναν βουλευτή. Κ ας μην διαφεύγει ακόμη της προσοχής, ότι παραμένει ενεργής η απόφαση της αλβανικής Βουλής, στις 30 Ιουνίου 1994, με την οποία καθιερώθηκε η 27η Ιουνίου κάθε έτους ως ημέρα «γενοκτονίας» των Τσάμηδων.

FYROM

Όσον αφορά τον εθνικισμό των Σκοπίων, ας μην βιαστούμε, θα προτρέπαμε, σε πανηγυρισμούς περί αλλαγής σελίδας στο γειτονικό κράτος με την ανάληψη της εξουσίας από τον μετριοπαθή κ. Ζάεφ (συγκυβερνά με την σύμπραξη αλβανικών κομμάτων), αν και οι προθέσεις δείχνουν να είναι καλές. Μακάρι να είναι έτσι. Κάθε νουνεχής και ήσυχος πολίτης, πατριώτης και δημοκράτης, επιθυμεί την αρμονική συνύπαρξη μεταξύ γειτονικών κρατών. Καλό όμως είναι, προσώρας τουλάχιστον, να είμαστε επιφυλακτικοί. Μπορεί ο κ. Γκρουέφσκι και το εθνικιστικό κόμμα του, το VMRO (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), να έχασαν την εξουσία, αλλά παραμένει το πρώτο κόμμα σε έδρες στη Βουλή, με ποσοστό 39%. Και το σύνταγμα των Σκοπίων, ακόμη μιλά για «Μακεδονικό λαό», «μακεδονική γλώσσα», «εκπατρισμένους Μακεδόνες», «Μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες». Και οι σχετικοί χάρτες που διακινούνται στα Σκόπια απεικονίζουν τα όρια του κράτους μέχρι τα Τέμπη. Αν όλα αυτά, και πολλά άλλα ακόμη, δεν συνιστούν εθνικισμό – βλέψεις σε βάρος της Ελλάδος, τότε ποια άλλα μπορεί να το συνιστούν; Ας επισημάνουμε και μια άλλη «λεπτομέρεια», που έχει την σημειολογική της αξία.

Οι γνώστες της Ιστορίας θα το ξέρουν. Το εθνικιστικό κόμμα VMRO των Σκοπίων δεν είναι άλλο από την συνέχεια του ομώνυμου VMRO της Βουλγαρίας, το οποίο ιδρύθηκε το 1893. Η «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση», όπως γράφουν οι καθηγητές της πολιτικής επιστήμης και της Ιστορίας κ. Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος στο βιβλίο τους «Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια» (Εκδόσεις ‘‘Καστανιώτη’’), προκάλεσε την εξέγερση στο δυτικό κυρίως τμήμα της Μακεδονίας εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας, τον Αύγουστο του 1903, τη γνωστή στην ιστορία των Βουλγάρων και των Σλάβων της FYROM ως εξέγερση του Ίλιντεν (στα περίχωρα του Μοναστηρίου), η οποία κατεστάλη από τους Τούρκους. Μετά την αποτυχία της VMRO οι άντρες της, είτε υπό την καθοδήγηση της βουλγαρικής κυβερνήσεως είτε δρώντας από μόνοι τους, ως κομιτατζήδες πλέον, εξαπέλυσαν σε ολόκληρη την Μακεδονία, μέχρι το 1908, τρομοκρατική – «απελευθερωτική» δράση σφάζοντας και δολοφονώντας ελληνικούς πληθυσμούς και Έλληνες Μακεδονομάχους. Ανάμεσά τους και τον Τέλο - καπετάν Άγρα (Σαράντος Αγαπηνός), η ιστορία του οποίου καταγράφεται στο μυθιστόρημα «Στα μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα.

Η «σύνδεση» των δύο VMRO, του Βουλγαρικού και του Σκοπιανού, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο έναν αιώνα μετά, καταγράφεται και στους σημερινούς κατοίκους του γειτονικού κράτους. Αν ρωτήσει κανείς τους Σκοπιανούς για την καταγωγή τους, στη πλειονότητά τους θα σου πουν ότι «ο παππούς μου ήταν Σλαβομακεδόνας και ο προπάππους μου Βούλγαρος».

Αυταπάτες

Είναι λάθος αυτό που υποστηρίζεται κατά κόρον στις μέρες μας ότι ο «Μακεδονισμός» της FYROM είναι αποκλειστικό δημιούργημα του Τίτο της Γιουγκοσλαβίας μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ονομάζοντας την επαρχία του Βαρδαρίου ως «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», και ότι το ζήτημα επανήλθε με τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας το 1990 - 1991. Ο «Μακεδονισμός» - σλαβισμός έχει τις ρίζες του στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος και (δυστυχώς) σχεδόν 140 χρόνια μετά, παραμένει επίκαιρος. Ίσως και απειλητικός ως εργαλείο αλυτρωτισμού στα χέρια ακραίων και νοσηρών κύκλων που αποβλέπουν σε επεκτατισμούς ή σε επιρροές.

Η απαρχή του «Μακεδονισμού» βρίσκεται στο τέλος του Ρωσο – τουρκικού πολέμου 1877 – 78, που βρήκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ηττημένη. Με τη Ρωσία, παίζοντας αποφασιστικά το «χαρτί» του σλαβισμού, να επιβάλλει στην Βαλκανική, με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Κωνσταντινούπολη, 3/3/1878), την Βουλγαρία ως τη χώρα - «γέφυρα» της επεκτατικής της πολιτικής, η οποία και κατέστη Ηγεμονία. Στην Βουλγαρία αποδόθηκαν όλα τα εδάφη από τον Δούναβη ως το Αιγαίο πέλαγος, και από τον Εύξεινο πόντο ως τον ποταμό Δρίνο και τις λίμνες Πρέσπες και Αχρίδα. Η μεγάλη Βουλγαρία ήταν γεγονός. Στις 21 Ιανουαρίου 1878, επωφελούμενος του Ρωσο – τουρκικού πολέμου που έβαινε στη λήξη του, ο ελληνικός στρατός εισέβαλε στη Θεσσαλία. Όμως σύντομα υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, συμμορφούμενος στις εντολές των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Τόσο της τσαρικής Ρωσίας που εποφθαλμιούσε για λογαριασμό της την Κωνσταντινούπολη και άλλες οθωμανικές κτήσεις, όσο και της Αγγλίας που θεωρούσε την Τουρκία ως το πρώτο ανάχωμα στον ρωσικό επεκτατισμό, μη θέλοντας να τύχει μεγαλύτερης εδαφικής απώλειας, διατηρώντας για την Ελλάδα το ρόλο του «εφεδρικού αναχώματος». Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Ρωσική Αυτοκρατορία –ρωσικά συμφέροντα- τασσόταν εναντίον των ελληνικών ωφελειών. Η προηγούμενη φορά ήταν στον Κριμαϊκό πόλεμο (1853 - 1856) η οποία άφησε ξεκρέμαστη την Ελλάδα στην προσπάθεια απελευθερώσεως εδαφών της (κάτι που επιδίωξε ο Βασιλιάς Όθων), εγκαταλείποντας το «χαρτί» της ορθοδοξίας για να καταπιαστεί με αυτό του σλαβισμού για την προώθηση των συμφερόντων της, δηλαδή την έξοδό της στη Μεσόγειο.

27 Οκτωβρίου 1912. Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς παραδίδει την πόλη της Θεσσαλονίκης στον διάδοχο Κωνσταντίνο (Λιθογραφία

Σ.Χρηστίδη)

Με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η Αγγλία και άλλες δυνάμεις της εποχής (Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία) θορυβήθηκαν, καθώς διαταρασσόταν η «ευρωπαϊκή τάξη και ασφάλεια», και τα Βαλκάνια περνούσαν στην επιρροή της Ρωσίας μέσω της δορυφορικής χώρας της Μεγάλης Βουλγαρίας. Αποτέλεσμα του θορύβου και της άμεσης αντιδράσεως, ήταν να συνέλθει, όπως είναι γνωστό, το Συνέδριο του Βερολίνου όπου η Θράκη και η Μακεδονία παρέμειναν όπως και πριν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και η ηγεμονία της Βουλγαρίας καθορίστηκε βόρεια του Αίμου. Παράλληλα, νότια της ηγεμονίας ιδρύθηκε αυτόνομη επαρχία με την ονομασία Ανατολική Ρωμυλία (κατοικημένη από ελληνικούς πληθυσμούς), η οποία αργότερα (1885) κατελήφθη από τους Βουλγάρους. Για την επέμβαση υπέρ των συμφερόντων της, με το Συνέδριο του Βερολίνου, η Τουρκία δώρισε στην Αγγλία την Κύπρο την οποία κατείχε έως τότε.

Η ταπείνωση που υπέστη η Βουλγαρία ήταν και ταυτόχρονα για την ίδια το εφαλτήριο του αλυτρωτισμού που ξεδίπλωσε σε ολόκληρη πλέον την περιοχή της Μακεδονίας, για να αρχίσει να επιδίδεται στη συνέχεια σε μια βίαιη εκβουλγάρηση – σλαβοποίηση των ελληνικών πληθυσμών, αρχής γενομένης από τα ελληνικά σχολεία (εκπαίδευση) και τις εκκλησιές (πίστη). Στον αλυτρωτισμό – «Μακεδονισμό» που ξέσπασε φυσιολογικό και αναμενόμενο ήταν να εμπλακεί και η Ελλάδα, με τακτικό ή άτακτο στρατό, προκειμένου να προστατέψει ως όφειλε τα εθνικά της συμφέροντα και τις ορθόδοξες κοινότητες, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε αργότερα στον λεγόμενο Μακεδονικό Αγώνα (1904 – 1908). Η ελληνοβουλγαρική σύγκρουση, με τους Έλληνες Μακεδονομάχους και τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, δεν μπορούσε να αφήσει αμέτοχη την Σερβία, η οποία επενέβη στην διαφιλονικούμενη Μακεδονία ως «επιδιαιτητής», αποβλέποντας σε μερίδιο της Μακεδονικής κληρονομιάς.

Έτσι, λοιπόν, εκ του αλυτρωτικού σλαβισμού των Βουλγάρων κατασκευάστηκε ο υποτιθέμενος «Μακεδονισμός» και δημιουργήθηκε η πλασματική «γεωγραφική Μακεδονία», ενώ η πραγματική Μακεδονία δεν ήταν άλλη απ’ αυτή της ιστορικής αρχαίας Μακεδονίας, των Φιλίππων και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που κατελάμβανε την σημερινή ελληνική περιφέρεια της Μακεδονίας, επιπλέον μια μικρή «ζώνη» βορειότερα. Ενδεικτικό της γεωγραφικής κατασκευής της περιοχής είναι το γεγονός ότι οι διεθνείς χάρτες της εποχής (μέχρι του 1878) δεν συμπεριελάμβαναν στη απεικόνιση της Μακεδονίας την σημερινή FYROM, παρά μόνο το όριο Μοναστηρίου – Αχρίδας. Η «γεωγραφική Μακεδονία», από τον Βαρδάρη μέχρι το Πιρίν και το Αιγαίο, απεικονίζεται στους χάρτες του ύστερου 19ου αιώνα, που κατασκεύασαν Ρώσοι, Βούλγαροι και Γερμανοί χαρτογράφοι.

Βαλκανικοί πόλεμοι 1912 - 1913

Η ανεξαρτητοποίηση της Μακεδονίας από την Οθωμανική κατάκτηση, αλλά και οι διαφορές των εμπλεκομένων πλευρών (κυρίως Ελλάδος, Σερβίας, Βουλγαρίας) επιλύθηκαν με τους δύο βαλκανικούς πολέμους (1912 – 1913) και με την επακολουθήσασα συνθήκη του Βουκουρεστίου διαμοιράστηκε ολόκληρη η «γεωγραφική Μακεδονία» (όπως είχε πλέον οριοθετηθεί, και καθιερωθεί να λέγεται). Έτσι, η νότια Μακεδονία (του Αιγαίου), περίπου το 51,5% του συνόλου της γεωγραφικής περιοχής προσαρτήθηκε στην Ελλάδα. Η βορειοδυτική (του Βαρδάρη), το 38,5%, στην Σερβία και η βορειοανατολική (του Πιρίν), το 9%, στη Βουλγαρία.

Βέβαια η «γεωγραφική Μακεδονία», για να είμαστε απολύτως αντικειμενικοί, δεν ήταν μόνο σοβινιστικό - χαρτογραφικό κατασκεύασμα του βουλγαρικού «Μακεδονισμού». Τις «τρεις» περιβόητες ζώνες της Μακεδονίας τις είχε επινοήσει και η ελληνική διπλωματία από τις αρχές του 20 αιώνα. Κι αυτό για να κατοχυρώσει την ιστορική Μακεδονία, δηλαδή τη «νότια» Μακεδονία, η οποία περιείχε τότε συμπαγείς βουλγαρικούς θυλάκους, και για να διεκδικήσει τους ελληνικούς θυλάκους βόρεια της ιστορικής Μακεδονίας (πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους). Πράγματι, στους βαλκανικούς πολέμους η Ελλάδα επιχείρησε να εκπληρώσει τα εθνικά της δίκαια σε περιοχές όπου από αρχαιοτάτων χρόνων κατοικούνταν από ελληνικά φύλλα. Επιχείρησε να απελευθερώσει την γραμμή, βορείως των σημερινών ελληνικών ορίων της Μακεδονίας, Αχρίδα – Μοναστήρι – Στρώμνιτσα – Μελένικο.

Η Αχρίδα είχε πρωτοκατοικηθεί από αρχαίο ελληνικό φύλλο, τους Δεσσαρήτες και η πόλη είχε κτιστεί από τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄.

Στην αρχαιότητα το Μοναστήρι (Μπίτολα η σημερινή ονομασία του) αναφερόταν ως Ηράκλεια Λυγκηστίς και οι Λυγκηστές ήταν ελληνικό φύλλο. Η πόλη ιδρύθηκε από τον Φίλιππο Β΄ των Μακεδόνων. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1911 οι Έλληνες αποτελούσαν τον μεγαλύτερο χριστιανικό πληθυσμό. Στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο, μετά την μάχη του Σαραντάπορου, ο ελληνικός στρατός προήλασε προς το Μοναστήρι, αλλά ηττήθηκε από τους Οθωμανούς στο Σόροβιτς. Σε συμφωνία μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, προ των δύο βαλκανικών πολέμων, είχε συμφωνηθεί το Μοναστήρι να αποδοθεί στη Βουλγαρία. Σε μία άλλη συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας, το Μοναστήρι θα αποδίδονταν στην χώρα μας. Τελικά, στις 16 – 19 Νοεμβρίου 1912 κατελήφθη από τους Σέρβους.

Η Στρώμνιτσα, αν και δύο φορές κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό, ποτέ δεν αποδόθηκε στην Ελλάδα. Στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο προσαρτίστηκε στην Βουλγαρία. Στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο, αν και ηττηθείσα από την Ελλάδα, παρέμεινε στην κατοχή της Βουλγαρίας, με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου, και ο ελληνικός στρατός αποσύρθηκε. Η απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων προκάλεσε την αντίδραση του πληθυσμού ο οποίος κατέστρεψε την πόλη. Από φωτιά καταστράφηκαν σχεδόν δύο χιλιάδες κτίρια και σπίτια.  Υπό βουλγαρική κυριαρχία η Στρώμνιτσα παρέμεινε έως το 1919. Στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, αν και κατελήφθη από την Ελλάδα, με την Συνθήκη των Βερσαλλιών αποδόθηκε στο βασίλειο της Σερβίας.

Το Μελένικο οι πρώτοι που το κατοίκησαν ήταν από Θρακική φυλή, στην οποία ανήκε ο περιβόητος επαναστάτης Σπάρτακος. Στη συνέχεια πέρασε στους Μακεδόνες. Έως στις αρχές του 20ου αιώνα οι κάτοικοι του συνίσταντο από Έλληνες. Στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο ενσωματώθηκε στην Βουλγαρία. Το Μελένικο απελευθερώθηκε τον Ιούνιο του 1913 από τον προελάσαντα ελληνικό στρατό και παρέμεινε υπό ελληνική κατοχή για δύο περίπου μήνες. Με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913) κατοχυρώθηκε στην Βουλγαρία και ο ελληνικός πληθυσμός του μετανάστευσε στο Σιδηρόκαστρο, στις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη.

Πανσλαβισμός

Κι ενώ θα περιέμενε κανείς ότι το θέμα της Μακεδονίας θα «έκλεινε» με την συνθήκη του Βουκουρεστίου, επανήλθε στο γεωπολιτικό προσκήνιο, από την ΕΣΣΔ (Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) –πρώην Ρωσία- με τον ηγέτη της Ιωσήφ Στάλιν να κινεί τα νήματα της αποσταθεροποιήσεως στα Βαλκάνια και δη στη Μακεδονία. Αυτή τη φορά ο πανσλαβισμός έγινε πολύ πιο ευρύτερος και αυτό γιατί το «αφήγημα» άλλαξε άρδην, αφενός, και στην γεωπολιτική αναμέτρηση μπήκαν τα κομμουνιστικά κόμματα της Βουλγαρίας και της Ελλάδος, αφετέρου. Ίσως σ’ αυτήν την περίοδο να «θεμελιώθηκε» ο μετέπειτα εμφύλιος πόλεμος στην χώρα μας (1946 – 1949), και σίγουρα, την περίοδο αυτή, άρχισε σταδιακά η παραχάραξη – πλαστογράφηση της Ιστορίας της Μακεδονίας. Το νέο αφήγημα του «κομμουνιστικού Μακεδονισμού» - ΕΣΣΔ ήταν ότι, η Μακεδονία ήταν μία ενιαία γεωγραφική και οικονομική ενότητα, η οποία στους βαλκανικούς πολέμους διαμελίστηκε (όχι διαμοιράστηκε) από την Ελλάδα, την Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία. Οπότε η μακεδονική περιφέρεια και οι σλαβόφωνοι – Σλαβομακεδόνες κάτοικοι της βρίσκονταν υπό την κατοχή των τριών αυτών χωρών,  και ως εκ τούτου, όπως σημειώνουν στο βιβλίο τους «Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια» οι καθηγητές Θ. Βερέμης και Γ. Κολιόπουλος, θα έπρεπε να ενωθούν εκ νέου σε μία χώρα, τη χώρα της (κομμουνιστικής) Μακεδονίας.

Στο πλαίσιο αυτό, το 1924 η Γ΄ Διεθνής (Κομμουνιστική Διεθνής) υιοθέτησε την πολιτική της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας στο Μακεδονικό, που αποσκοπούσε στην δημιουργία μιας «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας». Δηλαδή, στη δημιουργία ενός κομμουνιστικού μακεδονικού κράτους, μέλους μιας κομμουνιστικής ομοσπονδίας και πατρίδος του «μακεδονικού λαού». Στην ουσία μια πλαστή εθνότητα, με «Μακεδόνες» και «μακεδονική γλώσσα». Εξυπακούεται ότι αυτός ο σχεδιασμός δεν απέβλεπε πουθενά αλλού παρά στην αποσταθεροποίηση της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στην έξοδο της Σοβιετικής Ενώσεως στο Αιγαίο – Μεσόγειο. Σημειώνονται τα εξής στο βιβλίο, «Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια: «Ο σοβιετικής έμπνευσης και χειραγώγησης βαλκανικός κομμουνισμός υπήρξε ο σωλήνας στον οποίο καλλιεργήθηκε ο κομμουνιστικός Μακεδονισμός, ως απάντηση στον ελληνικό, τον βουλγαρικό και τον σερβικό εθνικό Μακεδονισμό, για να καταλήξει όμως και ο διεθνιστικός αυτός Μακεδονισμός ακόμα πιο εθνικιστικός από τους αντιπάλους του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

»Αντιμέτωπη με αυτό τον κομμουνιστικό Μακεδονισμό, η κυβέρνηση της Ελλάδας δεν είχε δυσκολία να διαγνώσει στο εγχώριο κομμουνιστικό κίνημα τον καλυμμένο πράκτορα της σοβιετικής κυβέρνησης που αποσκοπούσε στον ακρωτηριασμό της Ελλάδας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας της εποχής, το οποίο αποτελούσε οργανικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και ακολουθούσε πιστά την πολιτική και τους στόχους της, υποχρεώθηκε να αποδεχτεί και την πολιτική της στο Μακεδονικό, η οποία στην ελληνική κομμουνιστική φρασεολογία ήταν η εξής: Οι «Μακεδόνες», αδελφωμένοι με τους Έλληνες, τους Βλάχους, τους Αλβανούς και τους Εβραίους της Ελλάδας, και απαλλαγμένοι από τα δεσμά που είχαν χαλκεύσει οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις της χώρας, θα ζούσαν ειρηνικά σε μια σοβιετική βαλκανική ομοσπονδία».

Το «Μακεδονικό» όπως το γνωρίσαμε κατά την προηγούμενη περίοδο (Μεσοπόλεμο), με κρίσεις, εξάρσεις και με ανταλλαγές πληθυσμών στο μεταξύ, ανάμεσα σε σλαβόφωνους και ελληνόφωνους, συντηρήθηκε μέχρι την έναρξη αλλά και κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Η κάθε εμπλεκόμενη χώρα διεκδικούσε για λογαριασμό της στη περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας τους «δικούς» της Σλάβους – βουλγαρόφωνους – δίγλωσσους κατοίκους, οι οποίοι (Σλαβομακεδόνες) υπολογίζονταν σε περίπου 150.000 χιλιάδες. Διεκδικητές, η κάθε μία χώρα για τους δικούς της επεκτατικούς – γεωπολιτικούς λόγους, η Σοβιετική Ένωση, η Βουλγαρία και η Σερβία. Στην «βαλκανική σκακιέρα» πήραν μέρος, με καθοδηγητές τα εθνικά τους κράτη, και άλλοι μειονοτικοί πληθυσμοί που ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου έθεταν και οι ίδιοι διάφορα θέματα, κυρίως εδαφών και δικαιωμάτων. Όπως οι Βλάχοι (Ρουμανία), και οι Τσάμηδες (Αλβανία). Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι αρκετοί από τους αλλόγλωσσους είχαν ελληνική συνείδηση. Έτσι, δράττοντας τις ανακατατάξεις και τις συμμαχίες που προκαλεί ένας πόλεμος, η κάθε μία εθνοτική μειονότητα έκανε την «τοποθέτηση» της στις εμπόλεμες πλευρές, ευελπιστώντας στο τέλος του πολέμου να βρεθεί με την πλευρά των νικητών και να τύχει δικαιώματος επί του διαμοιρασμού των εδαφών. Έτσι η Βουλγαρία, σύμμαχος  του Γ’ Ράιχ, όταν οι Γερμανία κατέκτησε την Ελλάδα, κατέλαβε την Θράκη και την Μακεδονία (και την σημερινή FYROM), εξαπολύοντας απάνθρωπους διωγμούς στους ελληνικούς πληθυσμούς. Οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν με την πλευρά της φασιστικής Ιταλίας και οι Σλαβομακεδόνες με τους Γερμανούς κατακτητές. Η νίκη των συμμαχικών δυνάμεων, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν ο ελληνικός στρατός, απέτρεψε τον διαμελισμό της Ελλάδος. Ο βουλγαρικός στρατός κατοχής αποχώρησε από την Θράκη και την Μακεδονία. Μεγάλα τμήματα των Τσάμηδων κατέφυγαν κυνηγημένοι στην Αλβανία ενώ πληθυσμιακές ομάδες των Σλαβομακεδόνων στην «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», τη σημερινή FYROM. Ωστόσο, να σημειωθεί, ότι οι δύο αυτές εθνότητες, τόσο κατά την διάρκεια της κατοχής όσο και αμέσως μετά την απελευθέρωση, υπέστησαν διώξεις είτε από αντιστασιακές οργανώσεις είτε από το ελληνικό κράτος εξ αιτίας της συνεργασίας τους με τον φασιστικό – χιτλερικό στρατό κατοχής. Επίσης δημεύθηκαν οι περιουσίες τους.

Περίοδος Εμφυλίου (1946 – 1949)

Ούτε όμως η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου επέφερε το πέρας του «Μακεδονικού». Το θέμα αναζωπυρώθηκε εξ αιτίας δύο γεγονότων: 1ον. Της ανακηρύξεως από τον κομμουνιστή ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας, στρατάρχη Τίτο, της περιφέρειας του Βαρδαρίου (Σκόπια) σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» (αργότερα «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας») ως μία από τις ομόσπονδες χώρες της Γιουγκοσλαβίας. 2ον. Του Ανταρτοπόλεμου, γνωστού και ως Εμφύλιου πολέμου, που ξέσπασε στην Ελλάδα.

Η δημιουργία της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» δεν ήταν τίποτε άλλο από το «όχημα» για την απελευθέρωση ολόκληρης της γεωγραφικής Μακεδονίας, πρωτίστως της Ελληνικής. Στο «όραμα» αυτό, εκτός του Τίτο, προσέβλεπε και Γκεώργκι Δημητρώφ, ηγέτης της Βουλγαρίας, ενώ και ο Στάλιν μέσω της «απελευθερώσεως» της Μακεδονίας δεν έκρυβε την επιθυμία του να αποκτήσει η Σοβιετική Ένωση διέξοδο στη Μεσόγειο. Ο Εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα τους έδωσε την ευκαιρία για να επιχειρήσουν την επίτευξη των σκοπών τους.

Στα Σκόπια, το 1945, οι Σλαβομακεδόνες εξ Ελλάδος είχαν ιδρύσει στο μεταξύ το ΝΟΦ «Narodno Osloboditelno Front» (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), που σημειολογικά παρέπεμπε στο αντιστασιακό ΕΑΜ του ΚΚΕ την περίοδο 1941 – 1944. Το ΝΟΦ έτυχε της απολύτου εγκρίσεως του γενικού γραμματέως του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, Νίκου Ζαχαριάδη, και τυπικά αποτελούσε τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Ανοιχτά πλέον το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα είχε ταχθεί υπέρ της αυτονομήσεως της ελληνικής Μακεδονίας και της προσαρτήσεως της στην γιουγκοσλαβική «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας». Άλλωστε, γνωστή είναι η περιβόητη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Ε΄ Ολομέλεια – Ιανουάριος 1949) με την οποία το κομμουνιστικό κόμμα τασσόταν στην αυτονόμηση της Μακεδονίας και της «εθνικής αποκατάστασης» των Σλαβομακεδόνων. Άξιο προσοχής είναι ακόμη το γεγονός ότι οι Σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας, που στον Πόλεμο είχαν ταχθεί με τις κατοχικές δυνάμεις του Άξονα, στον Ανταρτοπόλεμο στελέχωσαν τον ΔΣΕ (Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας) του ΚΚΕ. Έχει υπολογιστεί ότι 14.000 Σλαβομακεδόνες βρέθηκαν στις τάξεις του ΔΣΕ, περίπου το 30% της συνολικής δυνάμεως του.

Η διάσπαση

Οι εξελίξεις, ωστόσο ανέτρεψαν τους σχεδιασμούς. Αφορμή στάθηκε, το 1948, η ρήξη της Γιουγκοσλαβίας με το όργανο των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων, την Κομινφόρμ (μετεξέλιξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς – Κομιντέρν). Η Σοβιετική Ένωση κατηγόρησε τον Τίτο για ρεβιζιονισμό (παρέκκλιση από την μαρξιστική θεώρηση και πρακτική). Η βασική αιτία της ρήξεως του Τίτο με τον Στάλιν, σύμφωνα με τον βαλκανιολόγο Σπυρίδωνα Σφέτα (άρθρο εφημερίδα «Καθημερινή, 6/5/2012), ήταν η πολιτική ηγεμονισμού του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια. «Ενισχυμένος από την ουσιαστική συμβολή του στην αντιφασιστική νίκη, από την άνοδο στην εξουσία κυρίως με τις δυνάμεις των παρτιζάνων του, από τη διεθνή του καταξίωση, αλλά και από τη γεωπολιτική θέση της Γιουγκοσλαβίας, ο Τίτο προσπάθησε να επιβάλει έναν γιουγκοσλαβικό ηγεμονισμό, να εξελιχθεί σε έναν μικρό Στάλιν στα Βαλκάνια

»Συγκεκριμένα, η πολιτική του απέβλεπε: α). Στην ίδρυση μιας νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας, με ένταξη του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας». β). Στην καλύτερη διαπραγμάτευση του ζητήματος των γιουγκοσλαβικών εδαφικών διεκδικήσεων επί της ελληνικής Μακεδονίας, σε περίπτωση νίκης του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα».

Η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν είχε ως αποτέλεσμα να διχάσει το ΚΚΕ, με τον γενικό γραμματέα του Νίκο Ζαχαριάδη να σπεύσει να συμπλεύσει με την Κομινφόρμ και να στηρίξει τον βουλγαροκεντρικό «Μακεδονισμό». Ένα ακόμη ουσιώδες της ρήξεως ήταν να πάψει να είναι η «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» το ορμητήριο και ο σταθμός τροφοδοσίας πολεμικού υλικού προς τους αντάρτες του ΔΣΕ, στον εμφύλιο της Ελλάδος. Πολλοί, εντός του κομμουνιστικού κινήματος, μίλησαν για προδοσία του Γιουγκοσλάβου ηγέτη. Το κλείσιμο των συνόρων της ελληνικής Μακεδονίας με την «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» συνέβαλε στα μέγιστα ώστε ο εθνικός στρατός της Ελλάδος, με τις νίκες του στο Γράμμο και το Βίτσι, το 1949, να κερδίσει την αναμέτρηση και να λήξει ο Εμφύλιος Πόλεμος. Και να τερματιστεί άδοξα για μία ακόμη φορά η προσπάθεια αποσχίσεως της Μακεδονίας. Με την ήττα τους οι αντάρτες διέφυγαν προς τη Σοβιετική Ένωση και σε κράτη της Ανατολικής Ευρώπης υπό κομμουνιστικό καθεστώς, ενώ οι Σλαβομακεδόνες κομμουνιστές τράπηκαν σε φυγή είτε προς την Γιουγκοσλαβία είτε προς την Βουλγαρία. Έκτοτε ο «Μακεδονισμός» και η «ενιαία Μακεδονία» πέρασε στα χέρια του Τίτο. Ο σπόρος της παραχαράξεως της ελληνικής Ιστορίας, που είχε πέσει από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου και μετά, άρχισε τώρα να φουντώνει και αναπτύσσεται διεθνώς. Η «ενιαία Μακεδονία» για να έχει αντίκρισμα έπρεπε να αποκτήσει εθνολογική υπόσταση, να αποτελεί Έθνος, δηλαδή να έχει Ιστορία, πολιτισμό και γλώσσα. Η εθνολογική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων αναζητήθηκε, για να έχει μεγαλύτερη πολιτισμική ισχύ και οντότητα, από την αρχαιότητα. Και δη από τους χρόνους της αρχαίας Μακεδονίας. Έτσι οικειοποιήθηκαν ο Βασιλιάς Φίλιππος ο Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος. Κι αυτό, όταν ιστορικά αποδεδειγμένα οι Σλάβοι κατέβηκαν στην Μακεδονία τον 6ο και 7ο αιώνα (τότε Βυζαντινή κτήση), και με την Ελλάδα να είναι ο αποδέκτης της αρχαίας μακεδονικής κληρονομιάς μέσω των ελληνιστικών χρόνων και του Βυζαντίου.

Το σήμερα

Με την διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας (1990 -1991) οι Σλαβομακεδόνες του Βαρδαρίου - Σκοπίων διεκδίκησαν την ανεξαρτητοποίησή της περιοχής τους με ονομασία εθνικού κράτους, σύμφωνα με τα όσα είχαν γαλουχηθεί οι ίδιοι και οι πρόγονοι τους. Δηλαδή με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», αισθανόμενοι τους εαυτούς τους ως απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη περιοχή τους ως αναπόσπαστο μέρος του Μακεδονικού Έθνους ή της γεωγραφικής Μακεδονίας. Τουλάχιστον δυο γενιές Σλαβομακεδόνων ανδρώθηκαν με αυτές τις εθνολογικές και γεωγραφικές πεποιθήσεις, σε βαθμό, θα έλεγε κανείς, που δημιούργησαν τετελεσμένα. Η ευθύνη της ελληνικής εξωτερικής αποδείχτηκε τεράστια τουλάχιστον για τα τελευταία 45 χρόνια, η οποία είχε θεωρήσει το «Σκοπιανό – Μακεδονικό» ως ανύπαρκτο θέμα.

Μόνο που όλα αυτά τα χρόνια η προπαγάνδα του Τίτο, για τους λόγους που αναλύθηκαν, δούλευε συστηματικά στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας του. Οι ελληνικές κυβερνήσεις του 1990 και μετά, αν και ευρισκόμενες μπροστά σε παγιωμένη κατάσταση, αντέδρασαν στην αναγνώριση του γειτονικού κράτους, σε επίπεδο ευρωπαϊκής ενώσεως, με το όνομα Μακεδονία. Και σωστά, κατά την γνώμη μας, έπραξαν. Διότι δεν ευσταθεί  ένα πολύ μικρό τμήμα, εάν μιλήσουμε με γεωγραφικούς όρους, να καρπωθεί το όνομα μιας ολόκληρης της περιφέρειας.  Κατά τις ελληνικές κυβερνήσεις, θεωρήθηκε ακόμη η συγκεκριμένη ονοματοδοσία ως εθνική κλοπή και υφαρπαγή της ελληνικής – μακεδονικής ταυτότητας, η οποία και να υπέκρυπτε  επεκτατικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδος.

Μάλιστα, από το 1993, η κυβέρνηση των Σκοπίων ισχυριζόταν με τον πιο επίσημο τρόπο ότι στην ελληνική Μακεδονία υπάρχουν 230 – 270.000 «Μακεδόνες» (Σλαβομακεδόνες), σε αντίθεση με το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι το οποίο υποστηρίζει ότι υπάρχουν 10 έως 30.000 σλαβόφωνοι με «Μακεδονική» εθνική συνείδηση. Ας υπογραμμισθεί, και έχει την αξία του, ότι το «Ουράνιο Τόξο» που αυτοπροσδιορίζεται ως κόμμα της μακεδονικής μειονότητος στην Ελλάδα, στις Ευρωεκλογές του 2009 απέσπασε σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια 4.530 ψήφους (ποσοστό 0,09%). Ιδιαίτερα στην περιοχή της Μακεδονίας συγκέντρωσε 2.594 ψήφους. Οι συζητήσεις της Ελλάδος με το γειτονικό κράτος κατέληξαν σε μια ενδιάμεση συμφωνία, το 1995, οπότε και συμφωνήθηκε η προσωρινή του ονομασία, μέχρι την τελική επίλυση του ζητήματος,  να είναι πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (FYROM). To 2008 η Ελλάδα δεν συναίνεσε στην εισδοχή του γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ, καθώς δεν είχε επιλυθεί η ονοματοδοσία του όπως προβλεπόταν από την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, αν και στελέχη κυβερνητικών και πολιτικών κομμάτων στη χώρα μας άρχισαν δειλά – δειλά να αποδέχονται μια σύνθετη ονομασία για την FYROM, με τον προσδιορισμό «Μακεδονία», κάτι που έως τότε ήταν «κόκκινη γραμμή».

Τι γίνεται σήμερα που το θέμα της ονοματοδοσίας επανέρχεται λόγω της σχεδιαζόμενης εντάξεως του γειτονικού κράτους στο ΝΑΤΟ;                        

 Προφανώς και η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από ένα κράτος μόλις 2.000.000 κατοίκων, όταν μάλιστα το ΑΕΠ της (παρά την δραματική του μείωση λόγω της οικονομικής κρίσεως) παραμένει υψηλότερο από το άθροισμα των ΑΕΠ όλων μαζί των βαλκανικών χωρών. Ωστόσο, κατά την γνώμη μας, το πρόβλημα και η όποια λύση πρέπει να αναζητηθεί με πιο σύνθετες προσεγγίσεις, κάποιες όμως από τις οποίες είναι μεταξύ τους αλληλοσυγκρουόμενες.

Από τις προσεγγίσεις δεν πρέπει να διαφύγει σε καμία περίπτωση, κατά την άποψη μας, το εθνολογικό στοιχείο, ο λεγόμενος «Μακεδονισμός» των Σλαβομακεδόνων. Είναι το υπ’ αριθμόν ένα θέμα στην όλη υπόθεση. Μακεδονικό έθνος δεν υπήρξε ποτέ, ούτε επί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δεν μπορεί, λοιπόν, σήμερα, η Ελλάδα να συμφωνήσει σε ένα όνομα που θα θέτει στην FYROM τέτοιες εθνολογικές βάσεις που θα είναι άμεσα συγκρουόμενες με τα πολιτισμικά θεμέλια του δικού μας ελληνικού ‘Έθνους και τα οποία ανάγονται στην αρχαία ελληνική Μακεδονία. Και κατ’ επέκταση, το νέο όνομα να αποτελεί εν δυνάμει «όχημα» επεκτατισμού ή εθνικής επενέργειας σε βάρος της σημερινής ελληνικής περιφέρειας της Μακεδονίας Κανείς δεν είναι σίγουρος για το πώς μπορεί να διαγραφεί το μέλλον. Και ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι ο σλαβισμός ήταν το «χαρτί» που πάντα έπαιζαν οι ισχυροί παίκτες της γεωπολιτικής στο χώρο της Βαλκανικής. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, σε μια γενικευμένη κρίση ή διεθνή ανακατάταξη, πως μπορεί να είναι ο νέος συσχετισμός δυνάμεων κι αν ο εθνικισμός χρησιμοποιηθεί ως το ιδανικότερο «άθυρμα» στην προώθηση των όποιων συμφερόντων.

Ωστόσο, η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον κάποιων «τετελεσμένων», τα οποία πρέπει να λάβει σοβαρά υπ’ όψη της, και να σταθμίσει ανάλογα την εθνική της θέση εφόσον βέβαια επιθυμεί την επίλυση του προβλήματος, αν και δεν είναι η επισπεύδουσα χώρα α). Την παγιωμένη άποψη στους νεότερους χρόνους (καλώς ή κακώς) ότι η Μακεδονία είναι ένας ευρύτερος γεωγραφικός χώρος ο οποίος κατοικείται από τρεις εθνότητες. Και ότι η FYROM καταλαμβάνει ένα –έστω ελάχιστο- μέρος του συγκεκριμένου χώρου β). Την μόνιμη συνειδησιακή συναίσθηση της πλειονότητος των κατοίκων της FYROM ότι είναι (καλώς ή κακώς), αν όχι Μακεδόνες, τουλάχιστον Σλαβομακεδόνες. γ). Το γεγονός ότι το γειτονικό κράτος (καλώς ή κακώς) έχει αναγνωριστεί την τελευταία 20ετία με το συνταγματικό του όνομα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» από δεκάδες χώρες. Έχει διπλωματικές σχέσεις με 167 κράτη και διαθέτει διπλωματική εκπροσώπηση σε 38 απ’ αυτά.

Δεν αμφισβητείται ότι το «κύτταρο» των Ελλήνων είναι δεμένο συναισθηματικά με την Μακεδονία. Κάτι ανάλογο με την Κωνσταντινούπολη και την Αγιά Σοφιά που κυλούν στις φλέβες από γενιά σε γενιά, χωρίς πλέον να υπάρχουν σκέψεις για αλύτρωτες πατρίδες. Η ψυχή όμως δεν διαγράφει. Δεν ξεχνά ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και έχει το δικαίωμα να μιλά, τουλάχιστον, για αλησμόνητες πατρίδες. Κάποιοι πρόγονοι (παππούδες μας) έδωσαν τις ζωές τους για την Μακεδονία. Και δεν έχυσαν το αίμα τους ούτε για την «Άνω» ούτε για την «Βόρεια» ούτε για την «Νέα», αλλά για τη μία Μακεδονία.  Η Ελλάδα αισθάνεται αδικημένη από την Ιστορία. Δεν ολοκλήρωσε τα εθνικά της δίκαια μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Το δίκαιο της ευθυγραμμιζόταν με το εθνικό συμφέρον άλλων δυνάμεων και χωρών. Έτσι θα ευθυγραμμιστεί και τώρα;

Αναμφισβήτητα, η FYROM είναι το επισπεύδων κράτος για την ένταξη του στο ΝΑΤΟ και αργότερα στη ΕΕ. Αυτό, λοιπόν, πρέπει να είναι το κράτος που θα πάρει τις πρωτοβουλίες του συμβιβασμού και που θα πρέπει να συνεννοηθεί για το όνομά του με την Ελλάδα. Ως επισπεύδων κράτος  είναι αυτό που οφείλει να οπισθοχωρήσει σε πολλές από τις υπάρχουσες θέσεις του και να προσέλθει τελείως διαλλακτικό στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά, βρίσκεται η χώρα μας. Δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα του επισπεύδοντος δεν είναι θέμα που πρέπει να ενδιαφέρει (σε β΄ στάδιο, έστω) και την Ελλάδα ως χώρα – μέλος της Δύσεως και της ατλαντικής συμμαχίας. Επομένως επιβάλλεται η Ελλάδα να προσέλθει στις διαπραγματεύσεις, σ’ ένα χρονίζων θέμα που στα μάτια άλλων ενδεχομένως να την καθιστούν ως «το κακομαθημένο παιδί» των Βαλκανίων, που θέλει να υποβάλει σε εξαναγκασμό των απόψεων της ένα πολύ μικρότερο κράτος.

Και εδώ γεννώνται τα δύσκολα ερωτήματα, έχοντας υπ’ όψη τους κανόνες της διπλωματίας που θέλουν στις διαπραγματεύσεις να ισχύει ο «κανόνας της αμοιβαιότητας», εφ’ όσον βέβαια υπάρχει η βούληση εξευρέσεως λύσεως. Θα πρέπει, λοιπόν, η Ελλάδα να υποχωρήσει σε κάποιες από τις θέσεις της στην διαπραγμάτευση με την FYROM; Παραχωρεί σε μια σύνθετη ονομασία τον όρο Μακεδονία; Γίνεται η μία πλευρά να υποχωρεί σε όλες τις αξιώσεις που θα της τεθούν και ή άλλη να μην υποχωρεί καθόλου και σε κανένα θέμα; Ποια πρέπει να είναι η α΄ και η β΄ γραμμή υποχωρήσεως της Ελλάδος; Ποιες πρέπει να είναι οι «κόκκινες γραμμές»;

Προφανώς και στην Ελλάδα ανήκει το δικαίωμα να μην προβεί στην παραμικρή υποχώρηση, εάν αυτό κρίνει ότι αποτελεί παραχώρηση Ιστορίας, εθνικού δίκαιου ή δικαιώματος, και να μην συνυπογράψει την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ. Δεν θα πρέπει, σε αυτή την περίπτωση, να αναλογιστεί η Ελλάδα ότι το αυτό επιθυμεί και η Ρωσία; Είναι η πρόθεση της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος να παίξει το «χαρτί» της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια; Επιθυμεί η Ελλάδα, σ’ ένα πρώτο σενάριο, να δημιουργήσει έναν «βόρειο πονοκέφαλο» που θα εδράζεται στον άξονα FYROM – Σερβία υπό ρωσική επιρροή; Σε ένα δεύτερο σενάριο γεωπολιτικής, είναι προς το συμφέρον της Ελλάδος να καταστεί η FYROM ευάλωτο κράτος και ως τέτοιο εύκολα να περάσει στην μέγγενη της «Μεγάλης Αλβανίας», στον άξονα Αλβανία – Κόσσοβο – FYROM, κα μάλιστα υπό τουρκικής επιστασίας; Πόση σιγουριά υπάρχει ότι το ΝΑΤΟ θα μείνει απαθές σε αυτά τα σενάρια; Μπορεί –και θέλει- η Ελλάδα να τα βάλει με τα ατλαντικά συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων; Δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος απομονώσεως της;

Ένα είναι σίγουρο. Στο θέμα της ονομασίας της FYROM θα αναμετρηθούν δύο κόσμοι. Και από την πλευρά της Ελλάδος και από την πλευρά του γειτονικού κράτους. Του συναισθηματισμού και του ρεαλισμού. Ο πρώτος είναι το φαβορί και ο δεύτερος το αουτσάιντερ.      

*Φωτό εξωφύλλου:Μακεδονία 1912. Οι Έλληνες πανηγυρίζουν την απελευθέρωση