Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου, 2017 - 02:17

Ο σκληρός πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ και το εκλογικό ταβάνι της ΝΔ

Ευρισκόμενη στο μέσο περίπου της θητείας της, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντιμετωπίζει τη δυσχερέστερη - εκτός απροόπτου - οικονομική και πολιτική συγκυρία. Έχοντας μέχρι σήμερα ψηφίσει και σε πολλές περιπτώσεις υλοποιήσει τα πλέον φορομπηχτικά και αντιλαϊκά μέτρα, βρίσκεται σε συνεχή πίεση και άμυνα. Καταφέρνει όμως να πετά συχνότατα την μπάλα στην κερκίδα, κερδίζοντας χρόνο και πολλές φορές και τις εντυπώσεις, μια και η αντιπολίτευση (μείζονα και ελάσσονα) αρέσκεται να πνίγεται σε μια κουταλιά νερό.

Από τον Ηλία Δημητρέλλο

Ευρισκόμενος λοιπόν στη χειρότερη χρονική στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με τον μέσο όρο όλων των δημοσκοπήσεων φαίνεται να κρατά τις δυνάμεις του γύρω στο 18% - 20%. Υπάρχει λοιπόν ένας σκληρός πυρήνας ψηφοφόρων που συνεχίζει να στηρίζει τον Τσίπρα στις επιλογές του, ακόμη και αν πλήττεται από τις αποφάσεις του. Φαίνεται λοιπόν ότι - εκτός απροόπτου πάλι - τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα πέσουν έτι περισσότερο. Κυρίως γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή για τους αριστερά του Κέντρου ψηφοφόρους. Ο ψηφοφόρος που έχει στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ από την εκλογική του έκρηξη το 2012 μέχρι την εκλογική του επικράτηση κατά τις τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 (εκλογές Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου και Δημοψήφισμα) έχει πολύ συγκεκριμένα εκλογικά χαρακτηριστικά που δεν απαντώνται σε άλλο κόμμα και δη εξουσίας.

Το πιο σημαντικό όμως – κατ’ εμέ – στοιχείο όλων των δημοσκοπήσεων είναι ότι παρά την πολύ χαμηλή συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, περί το 50%, η πολύ μεγάλη πλειοψηφία του υπολοίπου 50% των ψηφοφόρων που τον ψήφισαν, προσοχή όχι τον Ιανουάριο αλλά τον Σεπτέμβριο του 2015, δεν μετακινούνται προς άλλο κόμμα. Η ΝΔ μικρά κέρδη αποκομίζει από την πτώση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, όπως επίσης το κόμμα της Κωνσταντοπούλου και τα υπόλοιπα αριστερά και λαϊκίστικα κόμματα. Τα δε σχέδια για ανασύσταση της Κεντροαριστεράς με αιχμή του δόρατος το ΠΑΣΟΚ αποτελούν εν πολλοίς εκλογικές ονειρώξεις των στελεχών του και των φίλων τους δημοσιογράφων.

Οι ψηφοφόροι αυτοί είναι μεν απογοητευμένοι από τις κυβιστήσεις, αλλά δεν κόβουν τους δεσμούς τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μεταναστεύουν, αλλά κρατούν στάση αναμονής. Έχουν άλλωστε και την επιλογή της αποχής.

Πλησιάζοντας λοιπόν προς τις εκλογές είναι απολύτως βέβαιο ότι τα ποσοστά συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ θα αυξηθούν και σημαντικό μέρος των απογοητευμένων ψηφοφόρων του θα επανέλθουν στους κόλπους του κατόπιν των παροχών που σίγουρα θα προβεί προεκλογικά η κυβέρνηση ή ενώπιον του φόβου ολικής επαναφοράς της Δεξιάς (μετά πολύ συγκεκριμένων στελεχών της…) και της επαλήθευσης του σεναρίου περί αριστερής παρένθεσης. Ο αριθμός των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που θα πειστούν να τον ξαναψηφίσουν στις επόμενες εκλογές θα κρίνει εν πολλοίς το εκλογικό αποτέλεσμα.

Την ίδια στιγμή η ΝΔ δείχνει να πιάνει δημοσκοπικά ταβάνι, καθώς εξαντλούνται οι διαθέσιμες δεξαμενές απ’ όπου μπορεί να αντλήσει ψήφους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο χώρος που η ΝΔ κινείται βρίσκεται στο 39,1% των ψηφοφόρων που ψήφισαν ΝΑΙ στο Δημοψήφισμα. Το οποίο 39,1% στην καλύτερη των περιπτώσεων να έχει αυξηθεί σήμερα στο 44-45% του εκλογικού σώματος, όχι πάντως περισσότερο.

Στον ίδιο χώρο όμως κινούνται το ΠΑΣΟΚ (που οριακά ενισχύεται), το Ποτάμι και λοιποί ανάλογοι κομματικοί σχηματισμοί. Επίσης, στα μεν δεξιά της ΝΔ, ο χώρος έχει μπετοναριστεί από τη Χρυσή Αυγή, τους ΑΝΕΛ και ακροδεξιά μορφώματα, από τον δε χώρο της Κεντροαριστεράς ό,τι ήταν να πάρει το πήρε το 2015 (αλλά και το 2012).

Συγχρόνως η ΝΔ και κυρίως ο Μητσοτάκης έχουν να αντιμετωπίσουν πλείστα όσα απολιθώματα του στελεχιακού δυναμικού, τα οποία αποτελούν βαρίδια και απωθούν αισθητικά και πολιτικά νέους ψηφοφόρους.

Φυσικά, η ΝΔ αποτελεί το ακλόνητο φαβορί για επικράτηση στις επόμενες εκλογές. Ενδέχεται μάλιστα να διεκδικήσει ακόμη και την αυτοδυναμία, αν υπάρξει μεγάλη αποχή προερχόμενη από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα θέσει ως στόχο το 25%.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν φαίνεται ότι θα συντριβεί. Θα χάσει μεν, μπορεί και με μεγάλη διαφορά, αλλά θα κρατήσει δυνάμεις για την επόμενη – τελική – μάχη που θα δοθεί στα αλώνια της απλής αναλογικής.