Δευτέρα, 21 Αυγούστου, 2017 - 15:43

Η νέα ιστοριογραφία και το χαμόγελο του Θουκυδίδη

Ο Michel de Montaigne στο κεφάλαιο των δοκιμίων του για τους καννιβάλους περιγράφει την έκπληξη του βασιλιά Πύρου μόλις είδε την εντυπωσιακή παράταξη των στρατευμάτων της Ρώμης. «Δεν ξέρω, είπε, ποιοι βάρβαροι είναι τούτοι εδώ (γιατί οι Έλληνες συνήθιζαν να λένε βαρβάρους τους ξένους λαούς) αλλά η διάταξη αυτού του στρατού που βλέπω δεν έχει τίποτε το βάρβαρο». Τα ίδια είπαν και οι Έλληνες για τον στρατό που ο Φλαμίνιος έστειλε στη χώρα τους, κι ο Φίλιππος βλέποντας απ’ ένα λοφίσκο την τάξη με την οποία παρατάχθηκε το ρωμαϊκό στρατόπεδο μέσα στη χώρα του, υπό τον Πόπλιο Σουλπίκιο Γάλβα. «Να γιατί –καταλήγει ο Montaigne- πρέπει κανείς ν’ αποφεύγει να δίνει σημασία στην κοινή γνώμη, και να την κρίνει ακολουθώντας τη φωνή της λογικής, κι όχι τη φωνή του πλήθους»1.

Του Θόδωρου Ρουσόπουλου*

Ο Montaigne είναι ο πρώτος που μίλησε για την ισότητα των πολιτισμών, χωρίς όμως να αναιρεί την αξία του δυτικού πολιτισμού και κυρίως του αρχαίου ελληνικού, στον οποίον πίστευε βαθιά. Άλλωστε, προσπάθησε –όχι με ιδιαίτερη επιτυχία- να μάθει ελληνικά, ενώ στο σπίτι τα πρώτα χρόνια της ζωής του οι γονείς είχαν επιλέξει υπηρέτες που μιλούσαν μόνο λατινικά.

Στας δυσμάς του 20ου αιώνα, ο καθηγητής Μάρτιν Μπέρναλ, εξέδωσε το βιβλίο του «Μαύρη Αθηνά-Οι αφροασιατικές ρίζες του κλασικού πολιτισμού», υποστηρίζοντας πως ο ελληνικός πολιτισμός έχει ρίζες στην Αίγυπτο και πως ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οικειοποιήθηκαν την αφρικανική φιλοσοφία, η οποία ωστόσο ακόμη και σήμερα επιμένει να μας κρύβεται και να μην ανοίγει στον υπόλοιπο πλανήτη τα χαρτιά της πρωτοπορίας…

Η καθηγήτρια κλασσικών σπουδών στο Wellesly College, Mary Lefkowitz, με το έργο της «Η Μαύρη Αθηνά, Μύθος και πραγματικότητα» κατέρριψε την αντι-ιστορική θεώρηση, όχι χωρίς προσωπικό κόστος, αφού δέχθηκε ανοίκειες επιθέσεις και απειλές, εξω-ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Γράφει η Lefkowitz στον πρόλογο του βιβλίου της: «Υπάρχει σήμερα η τάση, τουλάχιστον στους ακαδημαϊκούς κύκλους, να θεωρούν την ιστορία σαν μορφή μυθιστοριογραφίας που κάθε έθνος ή φυλετική ομάδα μπορεί να τη γράφει διαφορετικά»2. Η συγγραφέας, αναρωτιέται στη συνέχεια του βιβλίου της εάν υπάρχουν πολλές αλήθειες. «Διαφορετικές αλήθειες είναι δυνατόν να υπάρξουν μόνο εάν με τον όρο ‘αλήθεια’ εννοούμε απλά την ‘άποψη’… Μπορεί ειλικρινά να θεωρώ ότι ο Πλάτων υπήρξε μαθητής του Μωυσή (όπως υποστήριζαν οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας τον Β’ και Α’ αιώνα π.Χ.)…όμως δεν σημαίνει ότι τα λεγόμενά μου αντιστοιχούν σε οποιοδήποτε γνωστό γεγονός. Ο Μωυσής εάν πράγματι υπήρξε, έζησε πολλούς αιώνες πριν από τον Πλάτωνα˙ μιλούσαν διαφορετική γλώσσα και η Πεντάτευχος, μολονότι περιέχει εντολές και νομοθεσία, ελάχιστα κοινά έχει με τους πλατωνικούς Νόμους. Για να είναι αληθινός ο ισχυρισμός μου για τον Πλάτωνα, θα έπρεπε να υποστηρίζεται από έγκυρες μαρτυρίες, κάτι που δεν συμβαίνει. Η έννοια της ποικιλίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην αλήθεια»3.

Ιστορία: Ζωγραφική/Νικόλαος Γύζης

Το ερώτημα που τέθηκε τότε ήταν εάν υπάρχουν όρια στην πανεπιστημιακή ελευθερία. Η απάντηση της Lefkowitz  καθαρή: «Εφ όσον δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες τότε ναι υπάρχουν κάποια όρια». Διότι άλλο αλήθεια και άλλο άποψη.  Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ό Χίτλερ ήταν ένας σπουδαίος και παραγνωρισμένος καλλιτέχνης. Θα πρέπει με βάση τα ισχύοντα στην κριτική της τέχνης της ζωγραφικής να στηρίξει με στοιχεία την «σπουδαιότητα» των έργων του Χίτλερ. Πράγμα το οποίο απέφυγαν να κάνουν πρώτοι οι καθηγητές της Ακαδημίας Τεχνών της Βιέννης η οποία απέρριψε δις (1907-1908)  τον Αδόλφο ως ανίκανο να ζωγραφίζει. Με την ίδια λογική της ελευθερίας αλλά και της επιστημονικής απόδειξης δεν θα ήταν ορθό να απαγορεύσει κανείς σε σπουδαστές της ιστορίας, της πολιτικής επιστήμης ή άλλους να διαβάζουν βιβλία όπως Ο Αγών μου του προαναφερθέντος «καλλιτέχνη».

Άρα λοιπόν το πρώτο στοιχείο που πρέπει να κρατήσει κανείς στα υπ’ όψιν είναι η διαφορά μεταξύ αλήθειας και άποψης. Βεβαίως προκύπτει το ερώτημα πώς μπορεί να ερευνηθεί η αλήθεια κι αυτό, όχι μόνο διότι συνήθως έχει περάσει πολύς χρόνος από τα διερευνώμενα γεγονότα, αλλά και διότι οι πηγές του ιστορικού προέρχονται εκ των πραγμάτων από αφηγήσεις άλλων, αυτοπτών ή μη αυτοπτών μαρτύρων, την υποκειμενικότητα ή αντικειμενικότητα των οποίων δύσκολα κανείς μπορεί να ελέγξει. Επί παραδείγματι, ενώ εύκολα μπορεί να κρίνει κανείς την κλασική ελληνική φιλοσοφία μιας και υπάρχουν τα κείμενα των φιλοσόφων, δύσκολα μπορεί να αποφανθεί οριστικά για την προσωπικότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέσα από τα γραπτά κείμενα της εποχής. Εδώ είναι αναγκαία η οξύνοια του ιστορικού, η συγκριτική επιλογή των στοιχείων του και η συμβατότητα αυτών με την επιχειρηματολογία του.

Υπάρχει ωστόσο κι ένα άλλο δεδομένο από το οποίο κρίνεται η αλήθεια των εκφερομένων ιστορικών ερμηνειών: η ιδεολογική προκατάληψη του ιστορικού. Η προκατάληψη αυτή αναδύεται μέσα από όλο το έργο του, ιδίως όταν έρχεται σε σύγκρουση με μαρτυρίες και ντοκουμέντα αναμφισβήτητα. Αφ’ ης στιγμής ο ιστορικός προσκολλάται μετ’ εμμονής σε μια ιδεολογικά φορτισμένη θέση, είναι αδύνατον αυτή η προσκόλληση να μην φανερωθεί μέσα στο έργο του. Συνεπώς, η κατά το δυνατόν απροκατάληπτη διερεύνηση του υλικού του και όχι η επιλεκτική του αξιοποίηση ή η διαστρέβλωσή του προκειμένου να εξυπηρετηθούν άλλοι σκοποί, είναι εκ των ων ουκ άνευ για την κατά το δυνατόν αντικειμενική προσέγγιση του ιστορικού θέματος.

Ο Θουκυδίδης, που πρώτος αντελήφθη αυτήν την διαφορά, στην εισαγωγή του στον Πελοποννησιακό πόλεμο αναφέρεται απαξιωτικά σε όσους χρονικογράφους επιδιώκουν περισσότερο «να τέρψουν τους ακροατές παρά να πουν κάτι αληθινό»4. Έτσι τα πραγματικά γεγονότα του πολέμου θεώρησε χρέος του να τα εκθέσει όχι με βάση τις πληροφορίες του πρώτου τυχόντος αλλά ερευνώντας κάθε λεπτομέρεια με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια5. Ξέρει ο Θουκυδίδης και το γράφει πως η έλλειψη του μυθικού στοιχείου ίσως κάνει την έκθεσή του λιγότερο απολαυστική αλλά το έργο του έχει γραφτεί «πιο πολύ για να αποτελέσει απόκτημα παντοτινό παρά ένα εντυπωσιακό πρόσκαιρο ακρόαμα»6.

Η αγωνία του ιστοριογράφου να καταγράψει τα αληθή και όχι τα νοούμενα ως τέτοια εξ αιτίας της προσωπικής του προτίμησης, συμπάθειας ή αντιπάθειας είναι εμφανής διαχρονικά. «Η ιστοριογραφία διαπλάστηκε από τον Ηρόδοτο τον Αλικαρνασσέα περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ... Η λέξη ιστορία (ιστορίη στην Ιωνική διάλεκτο στην οποία εκφραζόταν ο Ηρόδοτος) σήμαινε γνώση από συγκέντρωση πληροφοριών»7  και όχι υποκειμενική άποψη.

Έτσι όλοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεκινήσουν το έργο τους δίνοντας στίγμα, την ταυτότητά τους. «Ο Προκόπιος από την Καισάρεια έγραψε...»8 . Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ηροδότου («Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς»9) αλλά και του Θουκυδίδη («Θουκυδίδης ο Αθηναίος»10) ο βυζαντινός ιστοριογράφος ξεκινά κάνοντας δήλωση του ονόματός του και της καταγωγής του. Ο λόγος που το κάνει, όπως κι’ άλλοι Έλληνες ιστορικοί είναι για να δείξει πως γράφει «όχι μονάχα για τους συμπολίτες του, αλλά για όλους τους Έλληνες, γι’ αυτό χρησιμοποιούν το όνομα της πατρίδας τους και όχι του πατέρα τους»11 . Ο Προκόπιος γράφει στο προοίμιο σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του, όπως ακριβώς οι Ηρόδοτος και Θουκυδίδης.

Η Άννα Κομνηνή βεβαίως αναφέρεται στην δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της «Αλεξιάδας», σε πρώτο πρόσωπο και με έντονο προσδιορισμό της βασιλικής της καταγωγής: «Εγώ η Άννα Κομνηνή, κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και προρφυροθρεμμένη»12 . Και οι δύο ιστοριογραφούν πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα και επικαλούνται την ανάγκη να διατηρηθεί η μνήμη γι’ αυτά. Για διαφορετικούς όμως λόγους ο καθένας. Ο Προκόπιος για να αποκτήσουν διδακτικό χαρακτήρα στις επερχόμενες γενεές, η Κομνηνή περιορίζεται να πει πως το κάνει για να εξάρει την πολεμική αρετή του πατέρα της13. Στην ανάδειξη της αλήθειας συμφωνούν αφού και η Άννα, παρότι θα γράψει για τον πατέρα της, σπεύδει να διευκρινίσει πως «όταν κανείς αναλαμβάνει το έργο του ιστοριογράφου οφείλει να ξεχάσει την αγάπη και το μίσος: συχνά πρέπει να στολίζει τους εχθρούς του με τους μεγαλύτερους επαίνους ...και επίσης να ελέγχει τους πιο αγαπητούς όταν αυτό υποδεικνύουν οι λανθασμένες πράξεις τους»14 . Φοβούνται όμως και οι δύο μη τυχόν στα μάτια των αναγνωστών δεν φανούν αντικειμενικοί.

To ρολόι στο λιμάνι του Λαυρίου. Ζωγραφική/Μαρία Πωπ

Η ιστοριογραφία είναι πνευματική δημιουργία. Όπως παρατηρεί ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, «από τον Προκόπιο δόθηκε το μεγάλο σύνθημα. Και το Βυζάντιο εκράτησε, ως το τέλος του την ιστοριογραφία –μια από τις σημαντικότερες μορφές της πνευματικής δημιουργίας- στο ελληνικό της ύψος και έδωσε στη Δύση, όταν άρχισε να διαμορφώνεται οριστικά το ευρωπαϊκό πνεύμα, το μέτρο του ύψους αυτού με κείμενα πολύ νεώτερα από τα κείμενα του Θουκυδίδου, του Πολύβιου ή των Λατίνων Ιστορικών».

Κλείνοντας ιδού ορισμένα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν αβίαστα από την διαχρονική μελέτη του τρόπου με τον οποίον οι ιστοριογράφοι άσκησαν το έργο τους:

•    Η κατά το δυνατόν αντικειμενική προσέγγιση όλων των ιστορικών πηγών, η αντιπαράθεση και η ανάδυση της αλήθειας, χωρίς η επιλογή και η ερμηνεία των πηγών να υπόκειται σε ιδεολογικές προκαταλήψεις.

•    Ως σπουδαία πνευματική δημιουργία η ιστοριογραφία δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αποτυπώνεται σωστά σε σύντομα άρθρα δημοσιευόμενα ακόμη και στα πιο έγκριτα έντυπα τα οποία όμως προορίζονται για λαϊκή κατανάλωση.

Όχι φυσικά διότι υποτιμά κανείς τα έντυπα αυτά ως Μέσα Ενημέρωσης (και όχι εκμάθησης της ιστορίας) ή πολύ περισσότερο τους αναγνώστες τους, αλλά διότι έτσι συνήθως προκαλείται η φωνή του πλήθους η οποία ως λαίλαπα θα κατασπαράζει πάντα ακόμη και μια σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσπάθεια γραφής της ιστορίας, όπως άλλωστε σοφά υπαινίσσεται στην φράση της αρχής αυτού του κειμένου ο Montaigne. Η ιστορία όταν μεταφέρεται στο επίπεδο της συζήτησης του πλήθους στερείται ψύχραιμης αντιμετώπισης διότι τα πλήθη δεν υπόκεινται σε τέτοιους κανόνες.

•    Το προηγούμενο συμπέρασμα θα προκαλέσει την εύλογη αντίδραση αυτού που θα αναρωτηθεί εάν είναι δυνατόν η ιστορία να γράφεται μόνον από τους ειδικούς. Ναι οι ειδικοί προτιμώνται να καταγράφουν την ιστορία, την οποίαν φυσικά δημιούργησαν άλλοι, ως πρωταγωνιστές η δευτεραγωνιστές. Οι ειδικοί δεν δικαιούνται να γράφουν όποια ιστορία νομίζουν εκείνοι, άρα οι ερμηνείες πάντοτε θα είναι παρακινδυνευμένες αν και συχνά χρήσιμες. Η συζήτηση βεβαίως για το ποιοι είναι ειδικοί και ποιοι όχι παραμένει μια μεγάλη συζήτηση.

•    Επόμενο συμπέρασμα: Η Ιστορία δεν γράφεται σε συνθήκες θερμοκηπίου, δηλαδή ελλείψει των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στην ιστοριογραφούμενη εποχή, άποψη την οποίαν άλλωστε εισήγαγε με επιτυχία πρώτη η Σχολή των Annales στις αρχές του 20ου αιώνα. Μέχρι τότε οι περισσότεροι ιστοριογράφοι περιορίζονταν να καταγράφουν μόνο διπλωματικά και πολιτικά γεγονότα. Όπως έγραψε ένα μέλος της Σχολής «μια απλή συλλογή και καταγραφή των γεγονότων δεν θα είχε μεγαλύτερη αξία από μια συλλογή γραμματοσήμων». Άρα κατανοητή, σεβαστή και ζητούμενη η ανάλυση επιμέρους θεμάτων μιας ιστορικής περιόδου. Για παράδειγμα, το εάν αναπτύχθηκε η τέχνη στην διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας κρίνεται ως σημαντικό ιστορικό εγχείρημα, αλλά όχι αρκετό για να περιγράψει την ιστορία της περιόδου. Εδώ επανέρχεται πάλι η επικαιρότητα της ρήσης του Montaigne για τις πλειοψηφίες, την οποία ειρήσθω εν παρόδω ιδιαιτέρως παραστατικά αναφέρει και ο Ιψεν στο «Εχθρό του Λαού».

•    Ο ιστορικός φυσικά και δεν είναι ουδέτερος παρατηρητής ωστόσο είναι άλλο η εμπεριστατωμένη καταγραφή της πραγματικότητας και άλλο η άποψη, όπως στην περίπτωση της «Μαύρης Αθηνάς».

•    Ο ιστοριογράφος δεν πρέπει να γράφει για να εντυπωσιάζει. Θα ήταν σίγουρα πιο ευχάριστο το ανάγνωσμά μου, λέει ο Θουκυδίδης, εάν είχε περισσότερο μύθο και λιγότερη αλήθεια. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αυτή η τάση του εντυπωσιασμού, ίσως γιατί ο ιστορικός θέλει να προκαλέσει το ενδιαφέρον γύρω από τον εαυτό του περισσότερο από ότι γύρω από το κοπιώδες και συχνά βαρετό για τους πολλούς, έργο του. Όποιος όμως επιδιώκει το εντυπωσιακό πρόσκαιρο ακρόαμα που βδελυσσόταν ο Θουκυδίδης, δεν θα γίνει ποτέ Θουκυδίδης.

•    Τέλος ο χρόνος συγγραφής της ιστορίας είναι κρίσιμος. Αν είναι μακρινός από το γεγονός κινδυνεύει από έλλειψη στοιχείων –αν και τώρα πια που όλα καταγράφονται ηλεκτρονικά τέτοιοι φόβοι μειώνονται στο ελάχιστο. Όταν ο χρόνος είναι κοντινός τότε κινδυνεύει από τις διαφορετικές προσλαμβάνουσες των πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών της ιστοριογραφούμενης εποχής και φυσικά των ζώντων παραγόντων της οι οποίοι βίωσαν μεν τα γεγονότα αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η περιγραφή τους είναι ακριβής πάντα αφού γίνεται από την υποκειμενική οπτική του καθενός, συνήθως δε με αρκετή δόση υπερπροβολής του Εγώ. «Στην πραγματικότητα, οι εμφανώς πολλαπλές ερμηνείες της Ιστορίας, η διάσταση που υπάρχει μεταξύ διαφορετικών θέσεων, ακόμη και οι αντιφάσεις τους, συντίθενται σε μια ιδιάζουσα διαλεκτική της Ιστορίας, βασισμένη στις ποικίλες μορφές του ιστορικού χρόνου: χρόνος γοργός των γεγονότων, χρόνος πιο αργός των επεισοδίων, χρόνος βραδύς, οκνός, των πολιτισμών15» .

Δεν υπάρχει χρόνος χωρίς ιστορία, ούτε και μπορεί να γραφεί ιστορία ερήμην του χρόνου. Όταν κάτσει ο κουρνιαχτός τότε θα μπορούμε να δούμε πιο καθαρά. Ίσως και πιο μακριά… Μέχρι τότε ο Θουκυδίδης θα μας χαμογελά με νόημα.

*Ο Θόδωρος Ρουσόπουλος, είναι δημοσιογράφος και πρώην υπουργός Επικρατείας, είναι Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου και καθηγητής στην Ιστορία της Επικοινωνίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου

**Φωτό εξωφύλλου: Θερισμός: Ζωγραφική/Ιωάννα Ξέρα
 

[1] Montaigne, Δοκίμια, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1979, σ.112

[2] Λέφκοβιτς Μαίρη, Η Μαύρη Αθηνά, Μύθοι και πραγματικότητα, Κάκτος, Αθήνα 1997, σ.15

[3] Ο.π σ.149

[4] Θουκυδίδη, βιβλίο Α , στίχοι 21 κε

[5] Οπ στίχοι 22,2-3

[6] Οπ στίχοι 23,3-4

[7] Μ.Β Σακελλαρίου Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2η έκδοση, Ηράκλειο 2000,σ.476.

[8] Προκοπίου Ιστορία των Πολέμων: Περσικός Πόλεμος, Βιβλίο Α’, απόδοση στη νέα ελληνική Π.Ροδάκης., εκδ.Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 1996, σ.35

[9] Αγγέλου Σ.Βλάχου Ηροδότου Ιστορίαι, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, τόμος 1ος, σ.23

[10] Γεωργοπαπαδάκου Α, Εκλεκτά μέρη από τον Θουκυδίδη,εκδ.Μαλλιάρης-Παιδεία,Αθήνα 1974, σ.58

[11] Γεωργοπαπαδάκου Αο.π σ.58

[12] Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, τ.Α’ Βιβλία Α-Θ,μτφρ, Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1992, σ.31

[13]  Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς ο.π σσ 32- 33

[14] Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς ο.π σσ 32- 33

[15] Μπρωντέλ Φερνάν, Γραμματική των Πολιτισμών, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2001, σ.47