Κυριακή, 25 Ιουνίου, 2017 - 00:39

Η μελαγχολική δημοκρατία

Οι λέξεις πονάνε τους ανθρώπους. Άλλοτε σαν πονόδοντος και άλλοτε σαν βαριά κατάγματα. Όταν η ίδια η ζωή σε αναγκάζει χωρίς άλλη επιλογή να νοσταλγείς την προηγούμενη ζωή σου, αυτομάτως εντάσσεσαι σε ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα
 

Υπάρχει κάποια αμφιβολία ότι ζούμε -μεταξύ των πολλών άλλων- και την εποχή όπου αλλάζουν οι έννοιες των λέξεων; Όπου καθημερινά και αναλόγως των επιδιώξεων γίνονται ιδιωτικές “μεταφράσεις” βασικών εννοιών του σύγχρονου αστικού πολιτισμού; Και ότι αυτές οι πάμπολλες ΙΧ μετουσιώσεις απλώνονται πάνω από τις ζωές μας σαν παχύρρευστη κόλλα, σαν ομίχλη;

Μία από αυτές είναι και η “νοσταλγία”. Σύμφωνα με τα λεξικά είναι “ψυχική κατάσταση που τη χαρακτηρίζει η μελαγχολία που προκαλείται από την έντονη επιθυμία να επιστρέψουμε στην πατρίδα ή σε έναν αγαπημένο τόπο ή να ξαναζήσουμε κάποιες ευχάριστες καταστάσεις του παρελθόντος”.

Αυτή η νοσταλγία για την επιστροφή σε “ευχάριστες καταστάσεις του παρελθόντος” είναι που λειτουργεί στον καθέναν από εμάς άλλοτε ως κίνητρο και άλλοτε ως στοιχείο απογοήτευσης. Μια ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση, ανώτερη της μελαγχολίας, ιδίως στην κατηγορία των ανθρώπων που στην κορύφωση της παραγωγικότητάς τους, η ανεργία τους κάνει να νιώθουν σαν χαλασμένα μηχανήματα που πετάχτηκαν στην άκρη.

Οι λέξεις πονάνε τους ανθρώπους. Άλλοτε σαν πονόδοντος και άλλοτε σαν βαριά κατάγματα. Όταν η ίδια η ζωή σε αναγκάζει χωρίς άλλη επιλογή να νοσταλγείς την προηγούμενη ζωή σου, αυτομάτως εντάσσεσαι σε ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, έτοιμο να αποδεχτεί επιλογές που καν δεν θα συζητούσες στο παρελθόν. Μία από αυτές είναι να θεωρείς φυσιολογική την προσφυγή σε ακραίες εθνικιστικές λογικές και επιλογές αφού με τον έναν ή άλλον τρόπο βλέπεις ότι η συνύπαρξη με αυτές είναι ένας από τους πολλούς τρόπους για να διεκδικείς και να απολαμβάνεις εξουσία.

Η συνταγή για να μην κάνεις τίποτα όταν έχεις αρχίσει και πείθεσαι ότι δοκίμασες και δεν μπόρεσες είναι να εφευρίσκεις φταίχτες, να κατασκευάζεις εχθρούς. Παλιό και δοκιμασμένο μαζί με την καταφυγή στα εθνικιστικά manual. Ιδίως όταν πασπαλίζεις τη δική σου πραγματικότητα με δόσεις άτακτου ριζοσπαστισμού κάνοντάς την να φαίνεται ως μοναδική προοπτική στο πλαίσιο της μάχης με τις πραγματικότητες των “άλλων” των “εχθρών των συμφερόντων του λαού”. Πόσο τετριμμένο είναι αυτό το επιχείρημα μαζί με την “αντιμνημονιακή”, “αντισυστημική” και την “αντι-ελίτ” ρητορική όπου κλωθογυρίζουμε από την έναρξη της κρίσης και έπειτα. Αγνοώντας ότι το συλλογικότερο αίτημα αυτής τη περιόδου είναι η επαναφορά μιας κάποιας κανονικότητας. Και δεν είναι άλλοθι ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Γιατί η απόσταση από τη συναισθηματική δημοκρατία μέχρι τη “δικτατορία του μίσους”, όπως τη χαρακτήριζε ο Νίτσε, είναι απίστευτα μικρή.

Και ένα από τα εργαλεία που εκμηδενίζουν αυτήν την απόσταση είναι οι άοκνες προσπάθειες να πείσει κάποιος για την ευγένεια των σφαλμάτων του, για την ορθότητα των λαθών του…
 

Φωτό: Μικρό Πάπιγκο/Νίκος Καρτάλιας