Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου, 2017 - 02:17

«Ελληνική Νομαρχία» και Ελληνική Πολιτεία

Η «Ελληνική Νομαρχία» (1806), ήτοι λόγος περί Ελευθερίας, κατέχει περίοπτη θέση, εντασσόμενη σ’ αυτή την παραγωγή έργων πολιτικής σκέψης, κατά την αντίστοιχη ιστορική χρονική περίοδο. Θα μπορούσε να λεχτεί ότι (μαζί με τον Θούριο του Ρήγα) ενέπνευσε ή προλείανε το έδαφος για το έργο της Φιλικής Εταιρείας που οργάνωσε και προετοίμασε τον επαναστατικό Αγώνα. «Ο τίτλος έπλαθε μια νέα λέξη, η χρήση της οποίας με το συγκεκριμένο νόημα που της αποδίδει ο συγγραφέας γίνεται αποκλειστικά μόνο σ’ αυτό το έργο. “Νομαρχία”, σύνθετη λέξη από το “νόμος” και “αρχή” σημαίνει εδώ την κυριαρχία του νόμου και με ένα ευφυές λογοπαίγνιο αντιπαρατίθεται στη λέξη “μοναρχία”, το ακριβές αντίθετο της οποίας υποτίθεται ότι δηλώνει». Μέσα από τη Νομαρχία το ελληνικό ζήτημα, τοποθετημένο στο πλαίσιο του πολιτικού ριζοσπαστισμού μετουσιωνόταν σε ζήτημα ηθικής αναμόρφωσης και κοινωνικής επανάστασης.

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο *

Στη σχηματική απεικόνιση του έργου διαπιστώνουμε ότι: ο συγγραφέας πονά για την κατάντια της πατρίδας του και απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες πατριώτες που νιώθουν τα ίδια συναισθήματα με αυτόν. Ταυτόχρονα, θεωρεί πλέον πως οι συνθήκες ήταν πρόσφορες για ένα επαναστατικό κίνημα και υποστηρίζει πως ο Ελληνισμός πρέπει να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, αν θέλει την ελευθερία του. Επίσης, επικρίνει με σφοδρότητα όσους ήταν εχθρικοί απέναντι στην Επανάσταση και πολλές φορές συνεργάζονταν με τους Τούρκους, υπακούοντας στο προσωπικό τους συμφέρον (κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες, υψηλόβαθμους κληρικούς). Από την άλλη πρέπει να σταθούμε στο ότι το έργο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Ρήγα. Ως προς τη γλώσσα του κειμένου, θα λέγαμε ότι ομοιάζει αρκετά με τον λόγο του Κοραή, αλλά και διανθίζεται από πολλούς τύπους και εκφράσεις της δημώδους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, χρήζει επισήμανσης ότι δεν πρυτανεύει το θυμικό, υποτάσσοντας τη λογική και την ενδελεχή ανάλυση. Αντίθετα, εμφανίζεται μια βαθιά γνώση τόσο της οθωμανικής (ελληνικής), όσο και της δυτικής πραγματικότητας και των επιδόσεων της τελευταίας και μέσα από διαλεκτικούς χειρισμούς ο συγγραφέας καταλήγει στην πρόταξη της ελευθερίας (θρησκευτικής, πολιτικής και θεωρητικής) και της απαγκίστρωσης από τα αντίστοιχα δεσμά. Ως προς τις πηγές έμπνευσης του κειμένου, σύμφωνα με τον Π. Νούτσο: «Τέσσερις φαίνεται να είναι οι κύριες πηγές έμπνευσης της Ελληνικής Νομαρχίας: α) η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και ειδικότερα ο Αριστοτέλης, β) η προβληματική της εθνικής αποκατάστασης της Ιταλίας (από τον Machiavelli ως τον Alfieri και το κίνημα του Risorgimento), γ) ο Γαλλικός Διαφωτισμός (στον οποίο κεντρική θέση κατέχουν ο Montesquieu και ο Rousseau) και οι πρώτες νεοελληνικές του αφομοιώσεις (Ρήγας), και δ) ο πρώιμος ουτοπικός σοσιαλισμός».

Διεισδύοντας στο κείμενο μπορούμε να δούμε ότι με αφετηρία τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης που είχε ως ερείσματα την αλήθεια και την ευτυχία, κατεξοχήν προτάξεις του Διαφωτισμού, ο Ανώνυμος προχωρά στην ανάλυσή του θέτοντας ως αρχή διακυβέρνησης τη Νομαρχία, η οποία υπερβαίνει την αναρχία των ανθρώπινων αναγκών που συνδεόταν με την καταστροφή της φυσικής αυτάρκειας. Επιπλέον, η νομαρχία είναι καθεστώς ισότητας και αρετής που δεν εκφυλίζονται, όπως συμβαίνει στη μοναρχία, και ως αρχή διέπει το πνεύμα τόσο των δημοκρατικών, όσο και των αριστοκρατικών πολιτειών. Όπως δηλώνει ο Κιτρομηλίδης στην προσέγγιση του Ανώνυμου εμφιλοχωρούν οι μορφές των πολιτευμάτων, κατά Montesquieu. «Η αφοσίωση στα πολιτειακά ιδεώδη του αβασίλευτου πολιτεύματος, την οποία καλλιεργούσαν το σύστημα των νόμων και η δημόσια εκπαίδευση, παρείχε τη βάση της ηθικής ποιότητας της ζωής στη νομαρχία. Η ηθική ζωή πραγματωνόταν στην ενότητα του ατόμου με την κοινότητα, μέσα από την επιδίωξη του κοινού σκοπού της ευημερίας». Τόσο λοιπόν το αριστοτελικό ιδεώδες (της φιλίας) όσο και το παράδειγμα των ηρώων του παρελθόντος, ως πατριωτισμός του παρελθόντος τίθεται σε ένα ανασημασιοδοτημένο πλαίσιο που εξυπηρετεί το πολιτικό αίτημα (ως πατριωτισμός του παρόντος) που εκφράζει ο Ανώνυμος, καθώς αν για τους αρχαίους Έλληνες «η νομαρχία ήταν τρόπος ζωής, για τους νεότερους απογόνους τους αποτελούσε δίκαιο πόθο, ελπίδα λύτρωσης από τη δουλεία». Ωστόσο, καίτοι αναντίλεκτη ως προς το (ποιοτικό) ηθικό της περιεχόμενο, η Νομαρχία έπασχε από τις αναπόφευκτες ατέλειες της ανθρώπινης ζωής, υποκείμενη στον νόμο της ανθρώπινης εξέλιξης και φτάνοντας στο τέρμα της, μέσω της κατάκτησης της πατρίδας από γειτονικούς λαούς ή με την υποδούλωσή της στην τυραννία. Όπως και στο παρελθόν, με την πτώση της Ελλάδας, έτσι και τώρα, σύμφωνα με την ανασύσταση που επιχειρεί ο Ανώνυμος, στο περίγραμμα του ιστορικού πεπρωμένου του έθνους που δεν είναι άλλο από τη συγκεκριμένη εφαρμογή της θεωρίας της ιστορικής φθοράς, «η θεώρηση της πτώσης της Ελλάδας παρείχε τον εννοιολογικό σύνδεσμο, ανάμεσα στην πολιτική θεωρία της δημοκρατικής ελευθερίας και στη ριζοσπαστική κριτική της σύγχρονης κοινωνίας που αποτελούσε τον κύριο του στόχο». Η ανάπτυξη της θεωρίας της νομαρχίας και των τρομερών της αποτελεσμάτων του κύκλου της φθοράς της συνιστούσε το πλαίσιο του στοχασμού πάνω στην ιστορική και την κοινωνική λογική του ελληνικού προβλήματος. «Ο στοχασμός αυτού του είδους αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση κάθε απόπειρας αναμόρφωσης. Ο θεωρητικός στοχασμός ήταν αναγκαίος όρος της πρακτικά προσανατολισμένης δράσης».

Στη βάση αυτή διαπιστώνεται ότι στο κείμενό της παρατηρείται μια διελκυστίνδα μεταξύ των δύο διαφορετικών αντιλήψεων / προσλήψεων της ελευθερίας, αυτές που σύμφωνα και με τον I. Berlin θα ορίζονταν ως θετική και αρνητική. Ειδικότερα, η ελευθερία ως απουσία εμποδίων ή καταναγκασμών (αρνητική ελευθερία) και η ελευθερία ως επίτευξη θετικών σκοπών ή ως αυτονομία (θετική ελευθερία) (prima facie) μπορούν να εκληφθούν ως θετικός και αρνητικός τρόπος διατύπωσης της ίδιας κεντρικής ιδέας: δηλαδή της δυνατότητας πραγμάτωσης του περιεχομένου της βούλησης του ατόμου, εφόσον αυτό δεν υπόκειται σε έξωθεν καταναγκασμό. Διεισδύοντας στην προβληματική, πολλώ δε μάλλον, όπως την έθεσαν οι Άγγλοι φιλόσοφοι, αλλά και κατόπιν ο Διαφωτισμός (Rousseau), το σημαντικότερο πρόβλημα (που αντιμετώπισε και ο Berlin) ήταν και είναι η απάντηση του ερωτήματος περί υπακοής και καταναγκασμού. «Γιατί να πρέπει να υπακούω σε κάποιον άνθρωπο;». «Γιατί να μην μπορώ να ζήσω όπως θέλω;». «Πρέπει άραγε να υπακούω;». «Αν δείξω ανυπακοή, μπορεί κάποιος να με καταναγκάσει;». «Ποιος μπορεί να με καταναγκάσει, μέχρι ποιου σημείου, εν ονόματι ποιου πράγματος, και γιατί;». Το να καταναγκάζεις έναν άνθρωπο σημαίνει να του στερείς την ελευθερία του- ελευθερία όμως από τι; Η αρνητική δε ελευθερία συνδέεται με την απάντηση στο ερώτημα: «Ποιο είναι το πεδίο εντός του οποίου ένα υποκείμενο- ένα άτομο ή ένα σύνολο ανθρώπων- μπορεί ή θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ή να είναι ό,τι είναι ικανό να κάνει ή να είναι, χωρίς την επέμβαση των άλλων». Ένας άνθρωπος είναι ελεύθερος στον βαθμό που κανένας άνθρωπος ή καμία ομάδα ανθρώπων, άμεσα ή έμμεσα, εκουσίως ή ακουσίως, δεν επεμβαίνει στη δράση του ματαιώνοντας τις επιδιώξεις και τις επιθυμίες του.

Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική ελευθερία είναι απλώς το πεδίο εντός του οποίου ένας άνθρωπος μπορεί να δράσει ανεμπόδιστος. Η «θετική» ελευθερία συνδέεται με την απάντηση στο ερώτημα: «Από τι, ή από ποιον, εκπηγάζει η εξουσία ή η δυνατότητα επέμβασης που μπορεί να υποχρεώσει κάποιον να κάνει ή να είναι αυτό και όχι κάποιο άλλο». Η «θετική» έννοια της ελευθερίας πηγάζει από την επιθυμία του ατόμου να είναι αυτεξούσιο. Κάθε άνθρωπος επιθυμεί να είναι όργανο της δικής του βούλησης, να είναι υποκείμενο και όχι αντικείμενο, να εξουσιάζει τον εαυτό του και να μην υφίσταται τις ενέργειες της φύσης ή των άλλων ανθρώπων, να είναι ορθολογικός. Να σκέφτεται, να βούλεται και να δρα, ως ένα ον που έχει την ευθύνη των επιλογών του και που είναι σε θέση να τις αιτιολογήσει. Όμως, όταν ένα άτομο θεωρεί ότι «εξουσιάζει τον εαυτό του», «είναι κύριος του εαυτού του», «δεν είναι δούλος κανενός», ξεχνά ότι είναι δούλος της φύσης ή των «αχαλιναγώγητων» παθών του. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται αυτό που ο Μπερλίν ονομάζει δυναμική της «αυτεξουσιότητας».

Επομένως το κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα είναι ο ορισμός του ακριβούς περιεχομένου της ελευθερίας. Για τον συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας, «η ελευθερία, η μόνη δύναμη αυτοπραγμάτωσης την οποία διαθέτει το υποκείμενο, μπορεί να πραγματωθεί αποκλειστικά και μόνο μέσα σε μία ανεξάρτητη και αυτοκυβέρνητη πολιτεία όπου οι ενάρετοι πολίτες της θα υπακούουν ευχαρίστως στους νόμους ως το απόλυτα νόμιμο συμβόλαιο της πολιτικής κοινωνίας με την κοινωνία των πολιτών —είναι εκείνο το καθεστώς το οποίο εγγυάται την ευτυχία και το «καλώς έχειν» (που είναι μάλιστα ανώτερα και από την ίδια τη ζωή) και το οποίο ο ίδιος αποκαλεί “Νομαρχική Διοίκηση” και όπου ο νομοθέτης, σε στοίχιση και με τη θεώρηση του Rousseau, συμβάλλει στη θεμελίωση της πολιτείας, εξαλείφοντας τη φυσική αντιπολιτική προδιάθεση του ανθρώπου και σφυρηλατώντας τον νέο κοινωνικό άνθρωπο και με τον τρόπο αυτό ο πολίτης γίνεται κάτοχος της ηθικής ελευθερίας.

Κοντολογίς, η Νομαρχία συνιστά ακραιφνή έκφραση του πνεύματος του Διαφωτισμού και της πρόταξης του Ορθού Λόγου, ως πραξεολογία (που υπερβαίνει τη γνωσιοθεωρία) και απαλλαγή από τις δεσμεύσεις της αυθεντίας και της υποταγής σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας (οθωμανική, θρησκευτική, των εμπόρων, των Φαναριωτών, των λογίων), μέσα από τις ριζοσπαστικές εκφάνσεις της συγκεκριμένης μορφής πολιτικής ελευθερίας. Το κείμενό της κατέχει ξεχωριστή θέση μεταξύ των έργων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ο Κ. Θ. Δημαράς την ονομάζει «περίφημη» και της αποδίδει «προέχουσα θέση» μεταξύ των άλλων κειμένων της προεπαναστατικής περιόδου, ενώ ο Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης μιλά για «το σπουδαιότερο μνημείο πολιτικής θεωρίας του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, που προσφέρει μια οξυδερκή ερμηνεία της δυσπραγίας και των προοπτικών του ελληνικού γένους με τους όρους της πολιτικής σκέψης του Montesquieu, του Rousseau, του Alfieri και του Beccaria και με σταθερό υπόβαθρο τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα, τον Πολύβιο και τον Πλούταρχο». Η Νομαρχία, αποτελώντας, ουσιαστικά, το θεωρητικό πρόπλασμα αυτού που αργότερα θα οργανώσει η Φιλική Εταιρεία, ως επαναστατική δράση ενεργών πολιτικά και συνειδητοποιημένων εθνικά υποκειμένων, θεάται το όραμα της ελευθερίας, ως ενσάρκωση της επιστροφής στο καθεστώς (πολιτικό-κοινωνική κατάσταση) της νομαρχίας. Ως τελευταία αναφορά περί ελευθερίας, πέρα και πάνω από τις όποιες ιδεολογικές ή ιδεοληπτικές αναγνώσεις του σήμερα μπορούμε να δούμε το ακόλουθο χωρίο, όπου η επικαιρότητά του είναι καταλυτική για τη σημερινή Ελληνική Πολιτεία.

 Ἡ ἐλευθερία λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς ἡμᾶς εἶναι, ὡς ἡ ὅρασις εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ τὴν διαφοράν του ἀπὸ τὸν δοῦλον, καὶ ἐξακολούθως εἶναι ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἰς τὸν δοῦλον νὰ γνωρίσῃ τὴν ἐλευθερίαν, διὰ νὰ μισήσῃ τὴν δουλείαν, καὶ νὰ τὴν ἀποστραφῇ.

 

*Ο Παπαναστασόπουλος Νικόλαος είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το συγγραφικό του έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Βιβλιογραφία

  1. Berlin I., (2001), «Τέσσερα Δοκίμια Περί Ελευθερίας», Αθήνα: Εκδόσεις Scripta
  2. Δημαράς Κ. Θ., (2002), «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Αθήνα: Νεοελληνικά Μελετήματα, Ερμής
  3. Κιτρομηλίδης Π. Μ., (1996), «Νεοελληνικός Διαφωτισμός, οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες», μτφ. Στ. Νικολούδη, Αθήνα: Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
  4. Κιτρομηλίδης Π. Μ., (1992), «Νεότερη Πολιτική Θεωρία», Αθήνα – Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
  5. Κιτρομηλίδης Π. Μ., (1992), «Το Όραμα της Ελευθερίας στην ελληνική κοινωνία», Αθήνα: Εκδόσεις Πορεία
  6. Μολύβας Γρ., (1998), «Θετική και Αρνητική Ελευθερία», περ. Επιστήμη και Κοινωνία, Τεύχος 1, εκδ. Σάκκουλα, 1998, σελ. 2
  7. Νούτσος Π., «Για την Ελληνική Νομαρχία», Εφημερίδα Το ΒΗΜΑ, 04/02/2007
  8. Παναγιωτόπουλος Β., (1989), «Σύγχρονη πολιτική σκέψη στη νεότερη Ελλάδα», Ιστορικά, τεύχος 10, Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα»
  9. Sabine G. H., (χ.χ), «Ιστορία των Πολιτικών Θεωριών», Αθήνα: Εκδόσεις Ατλαντίς
  10.  Σωτηρόπουλος, Δ. Π., «Ελληνική Νομαρχία: ήτοι Λόγος περί του Ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, η γέννηση της νεοελληνικής πολιτικής σκέψης στις απαρχές του 19ου αιώνα», στο Πιζάνιας Π., (2009), «Ελληνική Επανάσταση του 1821», Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος

**Ερέχθειο, 1805 (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)