Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου, 2017 - 20:19

Διδάγματα από το 1821

Σχεδόν διακόσια χρόνια μετά την εκκίνηση της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, αρκετοί αναζητούν τις αναλογίες με το σήμερα. Μάλιστα, όσο επιδεινώνεται η κατάσταση, τόσο ζητούνται απαντήσεις διά της επιστροφής στο μακρινό -πλην ένδοξο- παρελθόν. Πράγματι, υπάρχουν διδάγματα στα οποία θα μπορούσαμε να προσφύγουμε, εν γνώσει βέβαια ότι οι διαφορές περίπου δύο αιώνες μετά είναι εκ των πραγμάτων προφανείς.

Από τον Δρ. Κωνσταντίνο Φίλη*

Συγκεκριμένα στοιχεία, ωστόσο, έχουν διαχρονικό χαρακτήρα, ενώ αποκτά ιδιαίτερη αξία ο προσδιορισμός ισχυρών και αδύνατων σημείων. Η αρετή, η τόλμη, το πείσμα, η στοχοπροσήλωση παρά τις αντιξοότητες, και η επιμονή διέκριναν εν πολλοίς τον επαναστατικό αγώνα. Οι έριδες και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των στασιαστών (τύπου εμφυλιακής σύγκρουσης) αλλά και οι διακυμάνσεις στην πορεία της αντίστασης δεν έκαμψαν το φρόνημα. Η ενότητα, παρότι διαταράχθηκε αρκετές φορές, προτάχθηκε εν τέλει. Βέβαια οι διαφορές, οι διιστάμενες απόψεις τόσο σε τακτικό, στρατιωτικό όσο και στρατηγικό επίπεδο, συχνά δε και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα υπενθύμιζαν συχνά τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Είναι, άλλωστε, αξιοπρόσεκτο πως αρκετές δυνάμεις που αργότερα συνέβαλαν στην εθνικοαπελευθερωτική προσπάθεια, είχαν αρχικά δυσφορήσει λόγω των δεσμών που είχαν αναπτύξει με το οθωμανικό σύστημα εξουσίας και του σχετικού «βολέματος» σε σχέση με το status quo.

Ο κάθε φορέας/θεσμός επιτέλεσε εν τέλει το (εθνικό) καθήκον του, αν και με σαφώς διαφοροποιημένο βαθμό δέσμευσης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τη σημερινή κρίσιμη συγκυρία, σε αναζήτηση αναλογιών/διδαγμάτων, θα σταθούμε σε τρία σημεία.

Πρώτον, στη συμβολή του νεο-ελληνικού διαφωτισμού, απόρροια των επιρροών από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Χάρις σε αυτόν κινητοποιήθηκαν πολλοί εκ των Ελλήνων του εξωτερικού και άρχισε να προδιαγράφεται η ανάγκη για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού έθνους-κράτους. Σήμερα απαιτείται ένας νέος διαφωτισμός με πρωτοπόρο τον πνευματικό κόσμο της χώρας, ο οποίος αυτή τη στιγμή φαίνεται καθηλωμένος ή απών ή τουλάχιστον αδυνατεί να παρέμβει. Η οικονομική κρίση δεν είναι παρά η κορύφωση δομικών στρεβλώσεων στην κυρίαρχη αντίληψη και κουλτούρα, στη σχέση πολίτη-κράτους, στον σεβασμό σε νόμους και κανόνες, στην καθημερινή λειτουργία του καθενός μας κ.ο.κ. Η αλλαγή υποδείγματος είναι επιτακτική, αλλά καθίσταται δυσκολότερη σε συνθήκες κρίσης. Εξ ου και η μεγάλη ευθύνη του πνευματικού κόσμου.

Δεύτερον, διαχρονικά αποδεικνύεται πως η Ελλάδα ωφελείται όταν επιλέγει και συμμετέχει ενεργά στις σωστές συμμαχίες. Η μεταβολή της στάσης των ξένων δυνάμεων εκείνης της περιόδου –για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων– αναζωογόνησε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα (συνέβαλε ασφαλώς και το κίνημα φιλελληνισμού).

Στον βαθμό, λοιπόν, που τα συμφέροντά μας συγκλίνουν με ισχυρά κράτη του πλανήτη και μπορούμε να αποτελέσουμε χρήσιμο εταίρο σε μία περιοχή που βρίθει προκλήσεων ασφαλείας, θωρακιζόμαστε, χωρίς βέβαια απαραίτητα να κατοχυρωνόμαστε έναντι εθνικών κινδύνων. Η παρουσία μας στον στενό πυρήνα υπερεθνικών οργανισμών, όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, σε συνάρτηση με μία πολυδιάστατη και ανοιχτή εξωτερική πολιτική, προσδίδει αξία στη χώρα μας. Κατά πόσο την αξιοποιούμε ή απλά επαναπαυόμαστε είναι δική μας επιλογή. Η δε εύκολη στοχοποίηση των «ξένων», χωρίς να παραγνωρίζονται οι δικές τους (συχνά μεγάλες) ευθύνες, μας αποστερεί τη δυνατότητα να προβούμε σε αυτοκριτική που συνήθως οδηγεί στην αυτογνωσία για τα πραγματικά αίτια που έχουμε φτάσει ως εδώ.

Τρίτον, ο ρόλος της διασποράς ήταν σημαντικός. Η Φιλική Εταιρεία, επί παραδείγματι, προσπάθησε από την αρχή να δώσει αυτοδύναμο χαρακτήρα στην επανάσταση, συγκέντρωσε χρήματα και αναγκαίους πόρους για την επανάσταση, κινητοποίησε Έλληνες εντός και εκτός της χώρας αλλά και αρκετούς ξένους. Στις μέρες μας, παρά τον σημαντικό αριθμό Ελλήνων που διαβιούν στο εξωτερικό και κάποιες φιλότιμες πλην όμως αποσπασματικές προσπάθειες (αν και υπάρχει μέχρι και αρμόδιος υφυπουργός απόδημου ελληνισμού), δεν υπάρχει κεντρικός συντονισμός υποβοήθησης των εθνικών θέσεων, βελτίωσης της εικόνας διεθνώς, καθώς και εν γένει ενίσχυσης σε διάφορα επίπεδα (π.χ. οικονομικό). Η αποκοπή από το εθνικό κέντρο των περισσοτέρων που αποφασίζουν να ξενιτευτούν πρέπει να αναστραφεί, πολύ περισσότερο τώρα που έχουμε διαρροή υψηλής εξειδίκευσης προσωπικού (και δη της νέας γενιάς).

*Ο Δρ.Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

**Φωτό: Ναός της Αφαίας, Αίγινα, 1805 / Αρχείο: Γεννάδειος Βιβλιοθήκη