Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου, 2017 - 02:17

Η νέα πολιτική των ΗΠΑ και οι απρόβλεπτες συμμαχίες

Για ένα τουλάχιστον θέμα η αμφιλεγόμενη πολιτική της διοίκησης Trump έχει βρει κάποιους απίθανους υποστηρικτές στην Ευρώπη. Μετά τις επιθετικές δηλώσεις (31/1/2017) του επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Εμπορίου των ΗΠΑ Peter Navarro ότι η Γερμανία εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του ευρώ για το εμπορικό της πλεονέκτημα, Ευρωπαίοι πολιτικοί με παρόμοια παράπονα έχουν προσχωρήσει στη συνηγορία αυτή. Η παρέμβαση Navarro επανέφερε στο προσκήνιο αιτιάσεις από ευρωπαϊκές φωνές που κατηγορούν το Βερολίνο ότι υπονομεύει τη συνολική ανάπτυξη στην ευρωζώνη, παραλείποντας να τονώσει την εγχώρια ζήτηση.

Του Μιχάλη Έρνεστ*

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Matteo Renzi προστέθηκε στους επικριτές για να επαναλάβει τις αμφισβητήσεις του για τις γερμανικές οικονομικές πολιτικές. «Οι κανόνες λένε ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από 6% (του ακαθαρίστου εγχώριου προϊόντος), τώρα είναι περίπου 9%. Αυτό αποτελεί παραβίαση των κανόνων που πονά όλη την Ευρώπη και την αποδυναμώνει προς όφελος μόνο των Γερμανών φίλων μας» έγραψε ο κ. Renzi.

H αντίληψη στη νέα διοίκηση των ΗΠΑ φαίνεται να είναι ότι η προσέγγιση της Γερμανίας στο ευρώ είναι ουσιαστικά αρπακτική: ότι η Γερμανία, όπως η Κίνα (αλλά και η Ιαπωνία), επιδιώκει ουσιαστικά μερκαντιλιστική πολιτική που βασίζεται στη διατήρηση εμπορικού πλεονάσματος με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα. Το εμπορικό πλεόνασμα διαφυλάσσει την κοινωνική σταθερότητα και την υγεία των εταιρειών.

Πώς λειτουργεί το σχήμα του ευρώ; Κανονικά μια χώρα όπως η Γερμανία με όμοιο τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα (9 % του ΑΕΠ) θα έβλεπε την ανατίμηση του νομίσματός της έναντι άλλων. Αυτή η ανατίμηση θα ανέβαζε την τιμή των εξαγωγικών προϊόντων της Γερμανίας σε όλο τον κόσμο, με συνέπεια σταδιακά τη μείωση του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας. Αυτό που «μονώνει» τη Γερμανία από την προηγούμενη συνέπεια που διαφορετικά θα ήταν μια υγιής (αν και αγχωτική) προσαρμογή, είναι το ευρώ.

Το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα έχει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι του δολαρίου, επειδή χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία αποτελούν μέρος της νομισματικής ένωσης και οι φόβοι για τη διατήρησή τους στην ευρωζώνη και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του νομίσματος αυξάνονται ραγδαία. Παραδόξως αυτό σημαίνει ότι μια δεκαετία ύφεσης και λιτότητας στο μεγαλύτερο μέρος της ζώνης του ευρώ τροφοδοτεί τον γερμανικό βραχίονα, οι (γερμανικές) εξαγωγές αυξάνονται ραγδαία και όσο δυσχερή είναι τα πράγματα στην Αθήνα και τη Ρώμη, τόσο γίνονται καλύτερα στη Φρανκφούρτη και το Μόναχο.

Εν τω μεταξύ, το γερμανικό μοντέλο υφίσταται τις πιέσεις του, αν κρίνουμε από τον τρόπο που πολλές γερμανικές εταιρείες φαίνεται ότι οδηγούνται σε όλο και πιο ύποπτες πρακτικές. Τα δισ. δολάρια σε πρόστιμα που επιβλήθηκαν για το σκάνδαλο της Volkswagen είναι ένα «σήμα» σε ένα εταιρικό κατεστημένο που θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να εξαπατήσει για να ευημερήσει.

Η προσέγγιση της κυβέρνησης Ομπάμα ήταν να αγνοήσει τη διεύρυνση των ρωγμών στα θεμέλια της ευρωζώνης και να προσπαθήσει να συντονίσει την ευημερούσα Γερμανία και τα άλλα ηγετικά μέλη της Ε.Ε. εναντίον της Ρωσίας. Στο πλαίσιο λειτουργίας της νέας διοίκησης, φαίνεται ωστόσο ότι ο πρόεδρος Trump επιδιώκει μια προσέγγιση με τη Μόσχα, προκειμένου να «επιστρατεύσει» τη Ρωσία σαν «δεύτερο βιολί» στην τιθάσευση των αυξανόμενων φιλοδοξιών της Κίνας στην Απω Ανατολή. Προφανώς σε μια τέτοια μεγάλη συμμαχία, η Γερμανία και η Ιαπωνία θα είναι μεταξύ των μεγαλύτερων χαμένων, όπως ακριβώς ήταν οι μεγαλύτεροι δικαιούχοι της μεταπολεμικής διεθνούς αρχιτεκτονικής, που είχε σχεδιαστεί στον αφοπλισμό, τον περιορισμό αλλά και τον εμπλουτισμό τους ταυτόχρονα.

Αν η κυβέρνηση Trump απομάκρυνε την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ, αυτές οι δύο μεγάλες οικονομικές δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα. Ενώ η περιφερειακή γεωπολιτική θέση της Ιαπωνίας θα μπορούσε, θεωρητικά, να επιτρέψει την εκ νέου εθνικοποίηση των αμυντικών της δυνατοτήτων, η δυνατότητα αυτή θα αύξανε σημαντικά την πιθανότητα μια στρατιωτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Ασία, μια ανησυχητική προοπτική, δεδομένου ότι αρκετές χώρες στην περιοχή διαθέτουν πυρηνικά.

Σε αντίθεση με την Ιαπωνία, η Γερμανία δεν μπορεί να εθνικοποιήσει την πολιτική ασφάλειάς της, γιατί ένα τέτοιο βήμα θα υπονόμευε την αρχή της συλλογικής άμυνας στην Ευρώπη και θα οδηγούσε σε διαίρεσή της. Η Γερμανία είναι στην ίδια βάρκα με τους άλλους Ευρωπαίους όσον αφορά την ασφάλεια. Ακριβώς όπως δεν μπορεί να υπάρξει η γαλλική ασφάλεια χωρίς τη Γερμανία, δεν μπορεί να υπάρξει γερμανική ασφάλεια χωρίς την Πολωνία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Γερμανία και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν πλέον να υπολογίζουν στο λεγόμενο «μέρισμα ειρήνης» που απολάμβαναν στο παρελθόν και πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν τη συμβολή τους στη συλλογική ασφάλεια στο εσωτερικό της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών
**Φωτό: Χαρά Γάτσιου