Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου, 2017 - 08:57

Ο Παγκόσμιος ρόλος των ΗΠΑ στην εποχή του Τραμπ

Η αρχή κάθε νέας χρονιάς αποτελεί μια αφετηρία που πολλοί αποτιμούν το παρελθόν και κάνουν σχεδιασμούς για το μέλλον. Αυτό κατεξοχήν ισχύει ειδικά στη διεθνή πολιτική. Το παρελθόν παρέχει δυναμικά μαθήματα και προειδοποιεί εκείνους που θα επιδιώξουν να βρουν λύσεις του αύριο στις δράσεις του χθες. Στο βιβλίο του «Διπλωματία» (1994), ο Χένρι Κίσινγκερ γράφει ότι «η μελέτη της ιστορίας δεν προσφέρει κάποιο εγχειρίδιο οδηγιών που μπορούν να εφαρμοστούν αυτόματα. Η ιστορία διδάσκει κατ’ αναλογία, ρίχνοντας φως στις πιθανές συνέπειες ανάλογων καταστάσεων, όμως κάθε γενιά πρέπει να καθορίσει το αντικείμενο που οι περιστάσεις είναι πραγματικά συγκρίσιμες».

Από τον Μιχάλη Έρνεστ*

Ο Κίσινγκερ είναι σαφής σχετικά με τη σημασία της μελέτης και της εφαρμογής της ιστορίας στην πολιτική, και στην αξιολόγηση ότι η ορθή εκτίμηση των συνθηκών αποτρέπει από εσφαλμένα συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον. Σήμερα, η έννοια της «ειρήνης μέσω της ισχύος» που διαδόθηκε από τον πρόεδρο Reagan στη δεκαετία του 1980, αναδύεται ως κυρίαρχο στοιχείο της νέας κυβέρνησης Trump, τους συμβούλους και τους υποστηρικτές της. «Η ειρήνη μέσω της δύναμης» ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της διοίκησης Ρέιγκαν, ένας ισχυρισμός ότι οι οικονομικά και στρατιωτικά ισχυρές Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αναγκαίες για τη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας σε διεθνές επίπεδο. Όμως οι καιροί έχουν αλλάξει, το παγκόσμιο σύστημα είναι πολύ διαφορετικό από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι απειλές έχουν εξελιχθεί και ο μύθος του Ronald Reagan έχει αντικατασταθεί από την πραγματικότητα της ιστορίας.

Το 2017, το παγκόσμιο περιβάλλον ταλανίζεται από πολλές περιφερειακές και παγκόσμιες κρίσεις και αρκετές δυνάμεις επιδιώκουν να ανατρέψουν την υπάρχουσα διεθνή τάξη. Ο εκλεγμένος πρόεδρος Trump θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια αφθονία από διεθνείς προκλήσεις. Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει υιοθετήσει τη διπλή έννοια της ισχυρής εγχώριας οικονομίας και της ισχυρής ικανότητας άμυνας, συνδεδεμένες σε μια ενιαία στρατηγική με παγκόσμιο προσανατολισμό. Η εστίαση βρίσκεται στην ανοικοδόμηση της οικονομίας μέσω της παραγωγής, στον μερκαντιλισμό (κυρίως με την αποτροπή των εισαγωγών από την Κίνα), την ανάπτυξη των υποδομών, τη φορολογική μεταρρύθμιση, καθώς και στην ενίσχυση της αμερικανικής άμυνας εν μέρει μέσω της επέκτασης της πυρηνικής ικανότητας.

Αλλά οι συνθήκες είναι διαφορετικές τώρα. Οι κατασκευές και οι εξαγωγές είναι μεν σημαντικές για την οικονομία των ΗΠΑ, αλλά η τεχνολογία έχει δημιουργήσει ολόκληρους νέους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και οι εμπορικές συναλλαγές έχουν επεκταθεί σε μαζικά δίκτυα που εκτείνονται σε ηπείρους. Τα επιτόκια ήταν διψήφια όταν ο Ρέιγκαν ανέλαβε καθήκοντα και σήμερα μόλις που βρίσκονται πάνω από τα, σε ρεκόρ, χαμηλότερα επίπεδα. Η τεχνολογία έχει αναπτύξει και τα εργαλεία μαζικών καταστροφών και προκαλεί αναστάτωση στη σφαίρα του κυβερνοχώρου, αλλάζοντας την αντίληψη των κινδύνων και των απειλών από κρατικές οντότητες και μη κρατικούς φορείς. Και, φυσικά, δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση. Αντί για μια ενιαία αντίπαλη υπερδύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την εμφάνιση αρκετών περιφερειακών δυνάμεων, που η καθεμία προσπαθεί να διεκδικήσει ισχυρό ρόλο στο παγκόσμιο σύστημα. Η πολιτική Ρέιγκαν έγκειτο στην αναγνώριση ότι η αμερικανική ιδιαιτερότητα συνίστατο όχι μόνο στο να διαθέτει ισχύ, αλλά από την ευθύνη να διαδώσει ως ηγέτης της Δύσης το σύστημα αυτό και σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

Είναι αυτή η ευρύτερη αποστολή που εμφανίζεται, τουλάχιστον στην επιφάνεια, να απουσιάζει στην έκφραση της νέας κυβέρνησης. Ο στόχος είναι «να κάνει την Αμερική μεγάλη», αλλά δεν είναι σαφές για ποιο σκοπό. Εν μέρει, αυτό μπορεί να είναι η μεγάλη αντίδραση και η στροφή προς τις αντιλήψεις της κυβέρνησης Ομπάμα (στην οποία καταλογίζεται παθητική πολιτική ως προς τις στρατηγικές υποχρεώσεις των ΗΠΑ και υποχωρήσεις που οφείλονταν κυρίως σε εγχώριο πολιτικό υπολογισμό, αναφέροντας ως χαρακτηριστικά παραδείγματα τη μη παρέμβαση στη Συρία, τη συμφωνία με το Ιράν ως πολύ ευνοϊκή γι’ αυτό, αλλά και το Ιράκ και τη Λιβύη). Σε κάθε περίπτωση η διοίκηση Ομπάμα πέτυχε όχι την ειρήνη αλλά μια fractal γεωμετρία των συγκρούσεων και μια τρομακτική πιθανότητα, ως προς την πυρηνική κούρσα εξοπλισμών.

Πλέον αυτών, το ότι η μαζική διαφορά με τους ανταγωνιστές περιορίζεται δεν είναι λόγω της μείωσης της συνολικής δύναμης των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά εξ αιτίας της ανόδου των περιφερειακών δυνάμεων –κυρίως της Κίνας και της επανεμφάνισης της Ρωσίας– αλλά και μικρότερων περιφερειακών χωρών που έχουν αναπτυχθεί οικονομικά και στρατιωτικά. Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ δεν θα πρέπει πλέον να είναι ο προεπιλεγμένος παγκόσμιος ηγέτης και πως και άλλες χώρες ή υπερεθνικοί οργανισμοί έχουν το δικαίωμα να λάβουν τη σειρά τους στο πλαίσιο της ευρύτερης διεθνούς ηγεσίας.

Σε σχετική δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να χάνουν έδαφος, ιδίως με την επιλογή πολιτικών τους μετά το πέρας του ψυχρού πολέμου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη δύναμη δείχνει ικανή να τις ξεπεράσει σύντομα. Οι ΗΠΑ παραμένουν η μεγαλύτερη ενιαία οικονομία και με διαφορά η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο. Η διάχυση της παγκόσμιας εξουσίας δημιουργεί επίσης μια διάχυση των ιδανικών σαν να πρόκειται για παγκόσμια πρότυπα. Το ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ έχουν τη δύναμη, αλλά το πώς προτίθεται η νέα κυβέρνηση να εφαρμόσει αυτή τη δύναμη και εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν όραμα, πέρα από τον εαυτό τους. Αν ο διεθνισμός είναι το πνεύμα που θα διέπει και τη διοίκηση Trump, η παγκόσμια πολιτική της δεν θα είναι και τόσο νέα, ούτε συνολικά τόσο άσχημη όσο πολλοί φοβούνται.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών

**Φωτό: Νέα Υόρκη 1917