Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου, 2017 - 08:57

Τακτικές διαπραγμάτευσης

Το Κυπριακό Πρόβλημα βρίσκεται και τούτη την περίοδο στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, στον βαθμό που καλλιεργείται η αίσθηση πως οι διαπραγματεύσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα συμπεφωνημένο τέλος του Κυπριακού Προβλήματος, με την έννοια της επίλυσής του. Τα προβλήματα που τίθενται άπτονται τόσο του λεγόμενου εδαφικού ζητήματος, δηλαδή τι έδαφος θα επιστρέψει η δύναμη κατοχής στην Κυπριακή Δημοκρατία, από αυτό που παρανόμως το 1974 κατέλαβε, κυρίως όμως το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στο τι είδους κράτος θα δημιουργηθεί και πόσο λειτουργικές θα είναι οι δομές και οι άλλες σχετικές ρυθμίσεις που θα το αφορούν.

Από τον Χριστόδουλο Κ. Γιαλλουρίδη*

Είναι γενική η εντύπωση που υπάρχει πως το κύριο πρόβλημα της Κύπρου δεν συνίσταται στην δομή και λειτουργία του κράτους ως αυριανής πολιτείας, που συμμετέχει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και του οποίου η βασική δομή θα συντίθεται από τις δύο κοινότητες, αλλά ως προς τον ρόλο της Τουρκίας, που θα διατρέχει την διάρθρωση και την καθημερινή ζωή του μελλοντικού κρατικού οικοδομήματος. Είναι γεγονός πως η Τουρκία από την δεκαετία του 1950 διεκδικεί ενεργό ρόλο στην Κύπρο, με την έννοια της διαδραμάτισης, όχι μιας απλής υποστήριξης της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας, αλλά πολύ περισσότερο της διεκδίκησης του ελέγχου και της κυριαρχίας του χώρου της Κύπρου ως υποκειμένου διεθνούς δικαίου εν τω συνόλω του. Υπ’ αυτή την έννοια η τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου του 1974, θεωρείται ως η απαρχή της υλοποίησης ενός σχεδίου, που το 1956 εκπόνησε ο συνταγματολόγος Νιχάτ Ερίμ, για την κατάκτηση ολόκληρης της Κύπρου ως γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού χώρου.

Επομένως, οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις διεξάγονται για την επίλυση του Κυπριακού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας, δεν διεξάγονται για την αναζήτηση και διευθέτηση λύσης στο πρόβλημα της Κύπρου ως έχει σήμερα, αλλά πολύ περισσότερο για την ενίσχυση της τουρκικής επεμβατικής παρουσίας στον χώρο της Κύπρου και την ενδυνάμωση της νομιμοποίησής της. Συνεπώς, οι όποιες συζητήσεις διεξάγονται, αποσκοπούν στην επίτευξη του ως άνω τουρκικού στόχου, ο οποίος νοουμένου πως η Κυπριακή Δημοκρατία θέλει να επιβιώσει, πρέπει να αποτραπεί. Φυσικά, ο διεθνής παράγων πιέζει κυρίως την ελληνική πλευρά και την Κύπρο για να συγκατανεύσει σε λύση του Κυπριακού. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η ελληνική πλευρά πρέπει οπωσδήποτε να παραχωρήσει τέτοιο χώρο, που η επικείμενη λύση να υπονομεύσει την υπόσταση της Κύπρου και του Ελληνισμού.

Οφείλουμε, αποδεχόμενοι την έννοια της αναζήτησης λύσης, να υπογραμμίζουμε πως η διεκδίκηση των Κυπρίων είναι λύση βιωσιμότητας, που σημαίνει οικοδόμηση ενός σύγχρονου κράτους, που να ανταποκρίνεται στα ευρωπαϊκά θέσμια, δηλαδή να έχει δημοκρατική δομή και να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, να είναι κράτος δικαίου. Αυτό για να επιτευχθεί πρέπει να αντιληφθεί η ελληνική πλευρά πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχόμεθα όλες τις προτάσεις που τίθενται επί τάπητος, αλλά να έχουμε ετοιμάσει για να προτείνουμε στους Τουρκοκύπριους και στην διεθνή κοινότητα, ένα σχέδιο για την οικοδόμηση ενός κράτους δημοκρατικά οργανωμένου με σεβασμό στις ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως των πολιτών του. Αυτό σημαίνει πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αποκτήσει λαό που να υπερβαίνει το δικοινοτικό πλαίσιο και να λειτουργεί ως σύγχρονο κράτος, του οποίου η λαϊκή κυριαρχία ασκείται πέραν και πάνω από τις δικοινοτικές αντιπαραθέσεις και συγκλίσεις.

Ένα σύγχρονο κράτος πρέπει να έχει  διαθέτει των εθνικών του εκπροσωπήσεων ως εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, υπερεθνική εκπροσώπηση που να παραπέμπει και να αναφέρεται στον λαό εν τω συνόλω του, δηλαδή στην ύπαρξη ενός Κυπριακού λαού. Αυτό σημαίνει πως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα εκπροσωπεί τις κοινότητες με ποσοστώσεις, όπως συζητείται μέχρι τώρα, ούτε η ομοσπονδιακή βουλή θα εκπροσωπεί ποσοστιαία τις κοινότητες επίσης, αλλά θα υπάρχει συμμετοχή του λαού στο σύνολό του στην ψήφιση και κατάρτιση των σωμάτων εκπροσώπησής του, όπως είναι η κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της Κύπρου, τα νομοθετικά σώματα και οι άλλοι θεσμοί εκπροσώπησης.

Πρόκειται για ένα δύσκολο έργο, διότι πρέπει να συμφιλιωθεί η ποσοστιαία εκπροσώπηση, που είναι απαραίτητη για την παρουσία των κοινοτήτων στα διάφορα σώματα, με την ικανότητα του συστήματος να εκπροσωπεί και το σύνολο, δηλαδή τον λαό ως συνολική προσέγγιση στην κρατική δομή.

*Ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία Παντείου Πανεπιστημίου