Τετάρτη, 23 Αυγούστου, 2017 - 04:28

Οι διεθνείς συνθήκες και ο νέο-οθωμανικός επεκτατισμός

Ο φαινομενικά άστατος, ως προς την εξωτερική πολιτική που ακολουθεί, πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, προκαλεί αμηχανία στους ηγέτες της Ρωσίας και της Ε.Ε., αλλά αντικατοπτρίζει τους στρατηγικούς στόχους της χώρας του. Εκτός από τα αναθεωρητικά σχόλια για τη Συνθήκη της Λωζάννης, σε ομιλία του στις 29 Νοεμβρίου ο Ερντογάν επανέλαβε ότι στόχος της Τουρκίας είναι να «τελειώσει το καθεστώς» του προέδρου της Συρίας Άσαντ. Αν και τα λεγόμενά του επιβεβαίωσαν τη μακροχρόνια αντίθεση της Τουρκίας στη διοίκηση Άσαντ, ήταν σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις του, ότι η Αγκυρα θα μπορούσε να ήταν ανοικτή σε διαπραγματεύσεις με τη Δαμασκό. Η διαφοροποίηση αυτή προκάλεσε κατάπληξη στη Μόσχα.

Από τον Μιχάλη Έρνεστ*

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου ανακοίνωσε ότι οι δηλώσεις Ερντογάν αποκλίνουν από τις προηγούμενες και από την αντίληψη της Μόσχας για την κατάσταση, προτρέποντας την Άγκυρα να εξηγήσει τις θέσεις της. Την ίδια ημέρα (30/11) ο Ρώσος πρόεδρος μίλησε με τον Τούρκο ομόλογό του και την επομένη, ο Ερντογάν ανασκεύασε, διευκρινίζοντας ότι η στρατιωτική εμπλοκή της χώρας του στη Συρία αφορά την αντιμετώπιση τρομοκρατικών οργανώσεων και όχι «κάποια χώρα ή πρόσωπο».

Τα συμφέροντα της Τουρκίας στη Συρία είναι πολλαπλά, αλλά πρωταρχική της στόχευση ήταν να δημιουργήσει μια χωρική διεμβολή ανάμεσα στα αυτόνομα κουρδικά καντόνια, να εδραιώσει τον έλεγχό της (ανεπιτυχώς μετά από αεροπορική επιδρομή εναντίον τουρκικού στρατοπέδου στη Βόρειο Συρία) στη στρατηγική πόλη της Αλ-Μπαμπ (Al Bab, 30 χιλιόμετρα νότια των τουρκικών συνόρων, κατοικούμενη από σιιτικό πληθυσμό) και να αποκτήσει ισχυρή βάση για την παρεμπόδιση των Κούρδων της Συρίας, από την ενοποίηση σε μια βιώσιμη αυτόνομη ζώνη.

Η Τουρκία, ωστόσο, είναι μια χώρα που καταλαβαίνει και σέβεται την ισχύ. Στο πλαίσιο αυτό, αντιλαμβάνεται τα ανυπέρβλητα εμπόδια που ορθώνονται σε αυτό τον δρόμο. Εφόσον η Ρωσία και το Ιράν στηρίζουν τη διοίκηση Άσαντ και καθώς οι ΗΠΑ γίνονται πιο επιλεκτικές και ευέλικτες όσον αφορά την υποστήριξη προς τις επαναστατικές ομάδες, η συριακή κυβέρνηση θα έχει περισσότερες ευκαιρίες να αποδυναμώσει την εξέγερση. Ο περιορισμός των κινήσεων της Τουρκίας προς τη Βόρεια Συρία την υποχρεώνει σε ρεαλιστικό ενδοτισμό, με εξαγωγή του μαξιμαλισμού των διεκδικήσεών της σε Αιγαίο και Κύπρο.

Είναι προφανές ότι, αμφισβητώντας τη Συνθήκη της Λωζάννης, η πρόσφατη ρητορική του Ερντογάν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέρος και των εσωτερικών πολιτικών σκέψεών του. Περαιτέρω, όμως, η αμφισβήτηση αυτή αποτελεί ένα ποιοτικό άλμα σε μια πληθώρα τουρκικών επιδιώξεων που ξεκίνησε το 1973. Στη συνέχεια η Άγκυρα είχε εγείρει αξιώσεις για την υφαλοκρηπίδα του Ανατολικού Αιγαίου. Ακολούθησε σύντομα η πρόκληση για τα όρια του ελληνικού FIR (περιοχή ελέγχου πτήσεων της πολιτικής αεροπορίας) και η απόρριψη του ελληνικού εναέριου χώρου των 10 μιλίων. Το επόμενο κρίσιμο βήμα έγινε στις αρχές του 1996 με την επίσημη τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών», που προκάλεσε την κρίση στα Ίμια. Η συνήθης πρακτική της Άγκυρας είναι ανέκαθεν να θέτει μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις και στη συνέχεια να καλεί την Αθήνα σε διαπραγματεύσεις, προκειμένου να θέσει υπό συζήτηση τα ελληνικά δικαιώματα. Για τον σκοπό αυτό η Τουρκία πάντοτε εκδηλώνει έμμεση ή άμεση ένοπλη αμφισβήτηση. Η ειδική αυτή τουρκική τακτική, που προσπαθεί να εισάγει ένα ζήτημα με κάθε τρόπο, και να το καταστήσει πάγιο στη συνείδηση της διεθνούς κοινότητας, είναι δείγμα ότι η προκλητική άρνηση της Συνθήκης της Λωζάννης από τον Ερντογάν δεν αποτελεί πυροτέχνημα. Σύμφωνα με τη θεωρία του Τούρκου προέδρου, καθώς πολλά από τα νησιά του Αιγαίου δεν αναφέρονται ρητά στη Συνθήκη της Λωζάννης (1923) και του Παρισιού (1947), η τουρκική κυριαρχία «υπονομεύεται». Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι όλα αυτά τα νησιά που παλαιότερα ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θα πρέπει να συνδεθούν με την Τουρκία, η οποία είναι η διάδοχη κατάσταση.

Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» είναι διάτρητη, κυρίως επειδή η Συνθήκη της Λωζάννης ορίζει σαφώς ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει μόνο εκείνα τα νησιά που δεν αναφέρονται ρητά στις Συνθήκες και βρίσκονται σε ζώνη τριών μιλίων από τις ακτές της Μικράς Ασίας. Η ίδια Συνθήκη επέτρεψε στην Ελλάδα να ενσωματώσει όχι μόνο τα κύρια νησιά, αλλά και τα όμορά τους μικρότερα. Ως προς τα Δωδεκάνησα, η Συνθήκη Ιταλίας-Τουρκίας (1932, όταν τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή) ρυθμίζει τις λεπτομέρειες του εδαφικού καθεστώτος. Τα νησιά (και οι παρακείμενες σε αυτά νησίδες) παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα ως διάδοχο κράτος στις συμφωνίες που είχε υπογράψει η Ιταλία με την Τουρκία νωρίτερα, με τη Συνθήκη των Παρισίων (1947, άρ. 14 της Συνθήκης).

Η Συνθήκη της Λωζάννης είναι η πράξη εγκατάστασης της σύγχρονης Τουρκίας, κάτι που η μετα-κεμαλική τουρκική ηγεσία έχει σαφώς την πρόθεση να αναθεωρήσει. Στο στρατηγικό σχέδιο του Ερντογάν, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου, διακρίνεται η θέλησή του να αποδομήσει τον κεμαλισμό ως ιδεολογικό θεμέλιο της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο ίδιος ανακηρύχθηκε ως ο ηγέτης που δεν αμφισβητεί τον εθνικισμό per se, αλλά μια συγκεκριμένη εκδοχή του, δηλ. τον κεμαλικό κοσμικό εθνικισμό. Ο Τούρκος πρόεδρος, εκτός από τις εκκαθαρίσεις των αντιπάλων του, χρειάζεται ιδεολογικό σχήμα. Επιθυμεί να επιβάλει το τουρκικό όραμα για μια μεγάλη και κυρίαρχη χώρα, για να εδραιωθεί ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μιας νεο-οθωμανικής δυναστείας, που θα καθοδηγείται από τις παραδοσιακές ισλαμικές συντηρήσεις και ιδανικά.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών