Κυριακή, 25 Ιουνίου, 2017 - 00:39

Η οικονομική ελίτ να ηγηθεί

Είναι γεγονός ότι τη δεκαετία 1996-2007 αρχικά χτίστηκε και μετά χάθηκε μία μεγάλη ευκαιρία. Στη χώρα εισέρρευσαν από τις διεθνείς αγορές, από άλλες πηγές και από τους επίσημους φορείς σημαντικοί χρηματοπιστωτικοί πόροι, εκτιμώ ύψους € 400-500 δισεκ. (€ 80 δισεκ. αντλήθηκαν από αυξήσεις κεφαλαίου στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, € 200 δισεκ. δανείστηκε το Ελληνικό Δημόσιο, € 73 δισεκ. οι ελληνικές τράπεζες, € 20 δισεκ. οι ελληνικές επιχειρήσεις, € 20 δισεκ. οι χρηματοδοτήσεις από τους επίσημους φορείς, € 60 δισεκ. οι καθαρές εισροές από τα κοινοτικά και διαρθρωτικά ταμεία, αύξηση καταθέσεων € 100 δισεκ.).

Του Νίκου Καραμούζη Προέδρου της Eurobank*

Επίσης, το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου ήταν εντυπωσιακά χαμηλό, με ελάχιστη διαφορά από το κόστος δανεισμού του γερμανικού δημοσίου (π.χ. έκδοση 30χρονου ομολόγου με τιμολόγηση Euribor + 0,30bps).

Οι σημαντικοί όμως χρηματοδοτικοί πόροι και το εξαιρετικά χαμηλό κόστος δανεισμού δεν αξιοποιήθηκαν για τη συνολική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για τη δημιουργία μιας σύγχρονης, ανταγωνιστικής οικονομίας.

Είναι πια αποδεκτό και τεκμηριωμένο ότι το μείγμα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόσθηκε ως λύση για το ελληνικό πρόγραμμα, κυρίως με ευθύνη της τρόικας, που ουσιαστικά το κατήρτισε, υπήρξε σε πολλές εκφάνσεις του σχεδιασμού του ατελές και βασισμένο σε εσφαλμένες υποθέσεις (π.χ. δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές) και προτεραιότητες (π.χ. καθυστέρηση ιδιωτικοποιήσεων, μεγάλες αυξήσεις φορολογικών συντελεστών και όχι μείωση δαπανών, καθυστέρηση στην απελευθέρωση της αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, π.χ. μηδενική μεταβολή τιμών σε σταθερούς φορολογικούς συντελεστές, ενώ το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25% και το κόστος εργασίας πάνω από 20%, μη ανάληψη εμπροσθοβαρών μέτρων για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, κατάρρευση ιδιωτικών επενδύσεων, διαρκή αναταραχή στον χρηματοπιστωτικό τομέα με υψηλά επιτόκια και στενότητα ρευστότητας, ενώ εφαρμοζόταν πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας).

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν να επιβαρυνθεί υπερβολικά το κοινωνικοοικονομικό κόστος προσαρμογής.

Η χώρα έχασε το ¼ του ΑΕΠ, ενώ οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης σε καθεστώς μνημονίου έχασαν, η Κύπρος (χειρότερη) μόνο το 10,8% του ΑΕΠ και η Πορτογαλία μόνο 7,1% του ΑΕΠ, ενώ η ανεργία προσέγγισε το 27%, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη.

Όμως, πέραν του μείγματος πολιτικής, δύο μη οικονομικοί παράγοντες διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο για τη δραματική αύξηση του οικονομικού και κοινωνικού κόστους προσαρμογής και εν μέρει εξηγούν γιατί είμαστε ακόμα εδώ με μνημόνια, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίου, υψηλά επιτόκια και ύφεση.

1. Δεν αναλάβαμε ποτέ την ιδιοκτησία των προγραμμάτων προσαρμογής που υπογράψαμε αλλά ούτε και διαμορφώσαμε δική μας αξιόπιστη πρόταση εφόσον διαφωνούσαμε.

Δώσαμε την εικόνα ότι υπογράφαμε τις συμφωνίες, ενώ διαφωνούσαμε με το περιεχόμενό τους και υλοποιούσαμε νωχελικά και απρόθυμα τις δεσμεύσεις μας, αμφισβητώντας ενίοτε δημόσια τη χρησιμότητά τους.

2. Είναι εξίσου αληθές το γεγονός πως οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, αρκετές φορές, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ελληνικές κυβερνήσεις και στη δέσμευσή τους να υλοποιήσουν με συνέπεια το πρόγραμμα, αποσταθεροποίησαν τις προσδοκίες των αγορών, χρησιμοποιώντας τον κίνδυνο του Grexit ως διαπραγματευτικό μέσο, με συνεχείς δηλώσεις τους και αθετώντας την τήρηση αποφάσεων ή υποσχέσεων, όπως εκείνη του φθινοπώρου του 2012, όπου με απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής προβλέπονταν η βιώσιμη ρύθμιση του δημοσίου χρέους σε περίπτωση δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων.

Τα παραπάνω επιβάρυναν έτσι περαιτέρω το κοινωνικό – οικονομικό κόστος προσαρμογής και καθυστερούν ακόμα και σήμερα την έξοδο της χώρας από την κρίση γιατί αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι τις οικονομίες τις αποσταθεροποιεί και τα προγράμματα προσαρμογής τα υπονομεύει το έλλειμμα αξιοπιστίας, συνέπειας και εμπιστοσύνης και πρέπει η ανάκτησή τους να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής για την επίτευξη των στόχων, με μικρό οικονομικό και κοινωνικό κόστος και για την ταχύτερη επιστροφή σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

3. H τρίτη επισήμανση αφορά το μέλλον. Η πλειοψηφία θα συμφωνήσει ότι κατανοούμε όλοι τι συνέβη πριν την κρίση και ελπίζω να έχουμε όλοι καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με το τι δεν πρέπει να επαναλάβουμε.

Το ερώτημα που τίθεται γιατί είμαστε ακόμη εδώ, μετά από επτά χρόνια κρίσης, στο τρίτο μνημόνιο και τη δεύτερη αξιολόγηση, με την οικονομία σε στασιμότητα, ενώ κάποιοι συζητούν για τέταρτο μνημόνιο ή για τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, μία συζήτηση τελείως καταστρεπτική και αποπροσανατολιστική, μια παραδοχή ήττας και αποτυχίας, ενώ θα έπρεπε να συζητάμε το πώς θα βγούμε οριστικά από τα μνημόνια το 2018 και θα επιστρέψουμε σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά.

Είναι δε ιδιαίτερα εντυπωσιακό το γεγονός ότι, ενώ σημειώνεται σημαντική πρόοδος στη σταθεροποίηση της οικονομίας, των προσδοκιών και στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, με θετικές εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας το 2017, δεν συζητάμε πώς θα επιταχύνουμε το μεταρρυθμιστικό έργο και πώς θα γυρίσουμε την οικονομία σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά, αλλά το πώς θα αποτύχουμε, την εύκολη λύση του τέταρτου μνημονίου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι διεθνείς αγορές δεν έχουν πειστεί για την επιτυχία μας, παρ’ ότι σημειώνονται σημαντικές βελτιώσεις.

Κατά τη γνώμη μου, για την επιτυχία των στόχων και του εγχειρήματος της οριστικής εξόδου της χώρας από την κρίση, της επιστροφής στην ανάπτυξη και της απαλλαγής της επιτροπείας των ξένων, πέραν των οικονομικών προϋποθέσεων, στόχων, σχεδίων, τεχνικών λεπτομερειών, θα πρέπει να συντρέξουν και μια σειρά από μη οικονομικούς παράγοντες, στους οποίους εγώ αποδίδω μεγάλη σημασία:

1. Χρειαζόμαστε ευρύτατη πολιτική συναίνεση γύρω από μία ηγεσία με ισχυρές πεποιθήσεις και άποψη για το μέλλον, που θα πλαισιώνεται από ισχυρή τεχνοκρατική ομάδα που:

* θα πιστεύει απόλυτα ότι η χώρα έχει προοπτική,
* θα καλλιεργεί και θα προβάλλει μία νέα εθνική αυτοπεποίθηση,
* θα καλεί όλους, εντός και εκτός Ελλάδας, σε έναν νέο πατριωτισμό ευθύνης, επενδύσεων, προσφοράς,
* θα πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις, στις ανοικτές αγορές, στην οικονομία της αγοράς, στην επιχειρηματικότητα, στην κοινωνική προστασία με σύγχρονα μέσα,
* και θα είναι έτοιμη να συγκρουστεί με κατεστημένα και συμφέροντα που κρατούν τον τόπο δέσμιο των συμφερόντων τους για χρόνια.

2. Χρειαζόμαστε την κοινωνία μαζί μας, να πείσουμε δηλαδή τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία ότι η οικονομία της αγοράς, οι μεταρρυθμίσεις, η ανάπτυξη, οι ανοικτές αγορές και οι επενδύσεις δημιουργούν θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πλούτο, διευρύνουν τις δυνατότητες κοινωνικής πολιτικής, προσφέρουν ελπίδα και προοπτική, σταθεροποιούν ή βελτιώνουν τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και απομειώνουν την υπερχρέωση Δημοσίου και ιδιωτών.

3. Χρειάζεται να ενεργοποιηθεί η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα σε ένα κάλεσμα ευθύνης, επενδύσεων, προφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης.

Στην πράξη, εμείς πρέπει να γίνουμε η αλλαγή που επιθυμούμε να δούμε στην Ελλάδα. Η ελληνική οικονομική ελίτ έχει ηθική υποχρέωση και ιστορικό καθήκον να ηγηθεί της μάχης για την ανάκαμψη, την ανάπτυξη και την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Να ξαναγράψει και να προωθήσει επιτυχώς το ελληνικό αφήγημα στο εξωτερικό.

*Το κείμενο είναι απόσπασμα της ομιλίας του προέδρου της Eurobank σε εκδήλωση του Οργανισμού Ερευνας και Ανάλυσης «διαΝΕΟσις»

Φωτό: Ανδρέας Αθανασόπουλος