Παρασκευή, 27 Απρίλη, 2018 - 02:47

Να έβρισκα έναν Έλληνα

Πρωινό Σαββάτου. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και ξεκινώ για τα πάτρια εδάφη. Συνοδηγός η μανούλα… Στο βενζινάδικο διαπιστώνω πρόκα στο πίσω δεξί λάστιχο. Μικρό το κακό… Πάω ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, ευτυχώς το βουλκανιζατέρ ανοιχτό. Μπαίνει το μπάλωμα σε δέκα λεπτά, βγάζω και δέκα ευρώ από την τσέπη, πληρώνω (χωρίς απόδειξη, φυσικά, ο Έλληνας δεν αλλάζει) και αναχωρώ επιτέλους. Μετά από δυο ώρες και κάτι και μια όμορφη διαδρομή φθάνω στον νομό Μεσσηνίας και το χωριό. Ξεφορτώνω λίγα πράγματα στο σπίτι, όταν υπάρχει μάνα υπάρχουν πάντα τσάντες για το χωριό και ξεκινώ για την πόλη της Καλαμάτας για μια δουλειά.

Στον δρόμο σταματώ σε ένα μεγάλο μαγαζί σε ένα ιστορικό κεφαλοχώρι. Συναντώ τον φίλο μου τον Βαγγέλη, επιχειρηματία, του οφείλω κάτι χρήματα, τα δίνω, παίρνω τις αποδείξεις μου (πάντα κύριος ο Βαγγέλης) και η πρώτη ερώτηση πέφτει στο τραπέζι. «Πού πάμε; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;». «Δεν τα βλέπω και καλά» του απαντώ και του τονίζω, «τουλάχιστον με αυτούς που μιλάω, ούτε αυτοί τα βλέπουν καλά… Του χρόνου θα είναι πιο δύσκολα».

Τον ρωτάω και εγώ με τη σειρά μου. «Με την επένδυση που μου έλεγες, τι θα γίνει;». «Δεν την κάνω» μου απαντάει και δικαίως… «Θα δούμε».

Φθάνω στην Καλαμάτα, παίρνω ένα φαναράκι για την εξώπορτα του σπιτιού και επιστρέφω πίσω. Τηλεφωνώ στον Μένιο τον ηλεκτρολόγο, να περάσει από το σπίτι. Ο Μένιος, ένα χρυσό παιδί, μένει στο διπλανό χωριό. Δεν έφυγε από τον τόπο του, ρίσκαρε και το παλεύει, κάτι από εδώ, κάτι από εκεί, τα καταφέρνει μα είναι και άξιος. Λάμπει το πρόσωπό του από ευγένεια! Έρχεται με το μηχανάκι του λίγο αργότερα. Η ερώτηση κι εδώ δεν λείπει «Πώς τα βλέπεις;». Ξανά η απάντηση «θα δούμε» και πάει λέγοντας… Βάζει το φαναράκι, μιλάμε λίγο, μου λέει «δώσε ό,τι θέλεις» και φεύγει. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τον άλλο μήνα, όλο και κάποια δουλειά θα βγει άλλωστε.

Το απόγευμα του Σαββάτου αγοράζω και τρία δένδρα, μια ροδακινιά, μια λεμονιά και μια πορτοκαλιά για το κτήμα που έχω πίσω από την πλατεία του χωριού. Τα είχε φάει πέρυσι ο πάγος τα δένδρα και είπα να δοκιμάσω πάλι. 54 ευρώ, χωρίς απόδειξη φυσικά (δεν αλλάζει ο Έλληνας, τα είπαμε…).

Ένας γείτονας, ο Νίκος, έρχεται με το τρακτέρ να φρεζάρει το χωράφι που είναι τίγκα στα χόρτα! Μόλις τελειώνει κατεβαίνει από το τρακτέρ,  να τα πούμε λίγο. «Πώς τη βλέπεις την κατάσταση;» η πρώτη ερώτηση. «Πόσο θα κρατήσει αυτό;» ρωτάει πάλι. «Ό,τι ξέρεις ξέρω» του απαντώ να αλλάξω και λίγο τα στερεότυπα…

Σκεπτικός με το κεφάλι στο χώμα, ήθελε να ρωτήσει και άλλα, πολλά άλλα, μα εγώ προτίμησα να σκάψω και να φυτέψω τα δένδρα, εγκαταλείποντας την αδιέξοδη συζήτηση.
Βράδιασε σιγά - σιγά. Πριν σουρουπώσει τελείως, ο Χρήστος ο Αλβανός χτυπάει την πόρτα του σπιτιού. «Τι θα κάνουμε με τις ελιές και το κλάδεμα;» με ρωτάει. «Πρέπει να σουλουπώσουμε τα δένδρα» του λέω «είναι τρία χρόνια παρατημένα, δεν είναι σωστό!».

«Πες μια λογική τιμή», συνεχίζω, «οι καιροί άλλαξαν…», «800 ευρώ» μου λέει «από 1.100 ευρώ, θέλουν πολλή δουλειά» τονίζει με τη σειρά του. Έχει δίκιο, έχουν πολλή δουλειά τα δένδρα! Αλλά όχι και 800 ευρώ και χωρίς απόδειξη φυσικά (και ο Έλληνας αλλά και ο Αλβανός δεν αλλάζει, κορόιδο είναι;). Μα τι είμαι πια, τράπεζα; Σκέφτομαι… Σας προλαβαίνω. Θα με ρωτήσετε; Έλληνες εργάτες γιατί δεν παίρνεις; Γιατί δεν έρχεται κανείς, τουλάχιστον στον δικό μου τόπο. Έλληνα εργάτη στην ελιά επάνω έχω να δω 20 χρόνια!!!

Το βράδυ στο καφενείο, μια βόλτα έτσι για το καλό, οι ντόπιοι φίλοι και γνωστοί ρωτούν ασφαλώς. «Πώς πάμε;». «Τι θα γίνει;». «Το ασφαλιστικό;». «Οι συντάξεις»…

Στο χωριό κοιμάσαι νωρίς, δεν έχει ξενύχτια. Λίγο μετά τις 11 ήμουν ήδη ξαπλωμένος. Μια γεμάτη μέρα, που παρά τις ερωτήσεις, εγώ την ανάσα μου την πήρα και το καταχάρηκα. Να έβρισκα και έναν εργάτη Έλληνα για το κλάδεμα των δένδρων, μα έναν… Με ανεργία 27%... Αυτά…

Υ.Γ. Το χωριό και όλα τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, κάπου στον βορρά της Μεσσηνίας.
Καλό μας Πάσχα!