Πέμπτη, 29 Ιουνίου, 2017 - 10:47

Μεταναστευτικό και ευρωπαϊκή συνεργασία

Η Διεθνής Κοινότητα θα μπορούσε να αμβλύνει τις δυσχέρειες, παρέχοντας σοβαρή υποστήριξη στις τρεις όμορες χώρες -την Τουρκία, τον Λίβανο και την Ιορδανία- που φιλοξενούν συνολικά τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Συρία

Από τον Μιχάλη Έρνεστ*

Η μεταναστευτική κρίση στη Μεσόγειο ανέδειξε δύο κρίσιμα ζητήματα. Πρώτον, η Ευρώπη και η διεθνής κοινότητα έχουν κατάφωρα ανεπαρκή συστήματα για την προστασία των ευάλωτων προσφύγων. Δεύτερον, ελλείψει τέτοιων συστημάτων, οι λαϊκιστές ηγέτες θα εκμεταλλεύονται τις φοβίες των λαών για να κερδίσουν πολιτική υποστήριξη, υπονομεύοντας τις φιλελεύθερες πολιτικές των ανεκτικών κοινωνιών που χρειάστηκαν 70 χρόνια για να οικοδομηθούν. Αυτός είναι ο λόγος για έντονη δράση σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο στη διάρκεια του έτους και δεσμεύσεις που έλειψαν κατά το 2015.

Πράγματι, η διεθνής κοινότητα θα μπορούσε να αμβλύνει τις δυσχέρειες, παρέχοντας σοβαρή υποστήριξη στις τρεις όμορες χώρες –την Τουρκία, τον Λίβανο και την Ιορδανία– που φιλοξενούν συνολικά τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Συρία. Με βοήθεια περί τα 10 δισ. ευρώ, οι χώρες αυτές θα μπορούσαν να παρέχουν καλύτερη στέγαση, τροφή και εκπαίδευση για τους πρόσφυγες, μειώνοντας έτσι το κίνητρο για να στραφούν στην Ευρώπη. Η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να κοστίσει στην Ε.Ε. (ιδίως στη Γερμανία) πάνω από 21 δισ. ευρώ ετησίως για τα επόμενα χρόνια (Η αυστραλιανή κυβέρνηση εκτιμά ότι το σχέδιό της να επανεγκατασταθούν μόνιμα 12.000 Σύροι θα κοστίσει περίπου $ 15.000 ανά πρόσφυγα ετησίως σε διάστημα τεσσάρων ετών, υπολογισμός που είναι εντυπωσιακά παρόμοιος με τα $15.700 ανά πρόσφυγα που δαπάνησαν οι ΗΠΑ το 2014).

Η θέση της Ελλάδας στον δρόμο των μεταναστευτικών ροών, η δυσκολία φύλαξης των θαλασσίων συνόρων, η γειτνίαση με μια χώρα υποδοχής (και εξαγωγής) μεταναστών, η οικονομική έλξη της Ευρώπης και η προσδοκία των προσφύγων να λάβουν άσυλο, κατέστησαν αναπόφευκτη την εμπλοκή της χώρας μας στο μεταναστευτικό ζήτημα. Πρόσθετοι παράγοντες, όπως οι ιδεοληψίες περί υποδοχής όλων ανεξαιρέτως των μεταναστών, οδήγησαν σε αμφισβήτηση των χερσαίων εμποδίων του Έβρου, σε προβληματική κατανόηση του προβλήματος και ανεπαρκή αντίδραση (εν όψει και της χρόνιας παθογένειας, δυσλειτουργίας και έλλειψης συντονισμού της ελληνικής δημόσιας διοίκησης) στην αρχική περίοδο της παρούσας μεταναστευτικής κρίσης.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο και ειδικά στις χώρες του Βίζενγκραντ (Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Τσεχία) είναι εμφανής η έλλειψη αλληλεγγύης, ενώ κυριάρχησαν ο λαϊκισμός και η λογική της μετακύλισης της ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα κινδυνεύει διπλά: απειλείται με προσωρινή έξοδο από τη Συνθήκη Σένγκεν και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο του εγκλωβισμού, για απροσδιόριστο χρόνο, μεγάλου αριθμού «μη απελάσιμων» μεταναστών σε ελληνικό έδαφος. Απαιτείται άμεση κινητοποίηση όλων των δυνάμεων, έντονη διπλωματική δραστηριότητα για την ενίσχυση των συμμαχιών, οργανωμένη δράση για τη διεκδίκηση και εκταμίευση πόρων, ανάπτυξη υποδομών, συντονισμός και εγρήγορση των υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Ε.Ε. φαίνεται να αντιμετωπίζει τώρα μια υπαρξιακή απειλή, η οποία μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με μια ισχυρή επίδειξη της αλληλεγγύης των μελών της, αλλά και της συνεργασίας της διεθνούς κοινότητας. Η πλέον επείγουσα προτεραιότητα είναι η δημιουργία ασφαλούς και νόμιμης διόδου για τους πρόσφυγες για να φτάσουν στην Ευρώπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ευπαθείς μεταναστευτικές ομάδες πρέπει να γίνονται δεκτές. Όμως η Ε.Ε. οφείλει να είναι πιο γενναιόδωρη στον καθορισμό του τρόπου χορήγησης ασύλου και στην οργάνωση των ποσοστώσεων του αριθμού επανεγκατάστασης. Πέρα από τη μείωση των κινήτρων για τους αιτούντες άσυλο, να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για να διασχίσουν τη Μεσόγειο, μια τέτοια προσέγγιση θα επιδείξει την αλληλεγγύη με τις χώρες πρώτης γραμμής και θα ασκήσει πίεση στην υπόλοιπη διεθνή κοινότητα για την οικοδόμηση ενός ισχυρού συστήματος προστασίας των προσφύγων και άλλων ευάλωτων μεταναστών.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών