Τετάρτη, 23 Αυγούστου, 2017 - 04:28

Πολιτική πόλωση στην Ευρώπη

Όλο και περισσότερο, οι ψηφοφόροι δείχνουν βαθιά δυσαρέσκεια στα παραδοσιακά κόμματα και είναι πρόθυμοι να δώσουν την ευκαιρία σε όλους εκείνους που προτείνουν ριζικές εναλλακτικές λύσεις
 

Από τον Μιχάλη Έρνεστ*

Στην Ευρώπη, το 2015 ξεκίνησε με την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Τελείωσε με άλλες τρεις εκλογικές αναμετρήσεις σε διάφορες χώρες, με αποτελέσματα που μαρτυρούν αυξανόμενη πολιτική πόλωση. Στην Πορτογαλία το Σοσιαλιστικό Κόμμα διαμόρφωσε μια συμμαχία με τον πρώην αντίπαλό του, τους κομμουνιστές. Στην Πολωνία το εθνικιστικό κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS) κέρδισε αρκετή υποστήριξη για να κυβερνήσει από μόνο του. Στην Ισπανία η εμφάνιση των Podemos (άλλο νέο ευρωπαϊκό κόμμα της αριστεράς) συνέτεινε στην αρχή του τέλους της παραδοσιακής ηγεμονίας του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος για την κεντροαριστερά και του Λαϊκού Κόμματος για την κεντροδεξιά. Στη Γαλλία, εξάλλου, το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο, της Marine Le Pen, έδειξε την ισχύ του στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών του Δεκεμβρίου, αν και τελικά δεν κατάφερε να κερδίσει κάποια περιφέρεια.

Το μήνυμα είναι όμως πολύ ξεκάθαρο: Όλο και περισσότερο, οι ψηφοφόροι δείχνουν βαθιά δυσαρέσκεια στα παραδοσιακά κόμματα και είναι πρόθυμοι να δώσουν την ευκαιρία σε όλους εκείνους που προτείνουν ριζικές εναλλακτικές λύσεις. Κόμματα και συνασπισμοί που αν και διαφορετικά το ένα από το άλλο, όλα κατηγορούν την Ε.Ε. για τη θλιβερή κατάσταση των οικονομιών των χωρών τους και την τεράστια κρίση στην αγορά εργασίας. Σε αυτά προστίθενται και τα εθνικιστικά, ξενοφοβικά πολιτικά κόμματα, τα οποία καταφέρονται εναντίον του «συστήματος», του «πολιτικού κατεστημένου» και της Ε.Ε. Τα κόμματα αυτά ήταν ωστόσο σε άνοδο σε πολλά κράτη-μέλη της Ένωσης πολύ πριν οι Σύροι πρόσφυγες φτάσουν σε αισθητά μεγάλους αριθμούς, και στοχεύουν να καταδείξουν ότι η (ευρωπαϊκή) πολιτική κοινότητα δεν είναι προϊόν της δέσμευσης των πολιτών σε μια κοινή συνταγματική και νομική τάξη. Αντί αυτού, όπως στη δεκαετία του 1930, η συμμετοχή στο έθνος προέρχεται από την κοινή καταγωγή και τη θρησκεία.

Για να ακριβολογούμε, η ριζοσπαστικοποίηση δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη. Ο Αμερικανός προεδρικός υποψήφιος Donald Trump οφείλει την άνοδο των ποσοστών του σε πολλούς από τους ίδιους παράγοντες που οδηγούν τη Λε Πεν σε αυξανόμενη δημοτικότητα. Το ιδιαίτερα προβληματικό στην Ε.Ε. σήμερα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στις ριζοσπαστικές πολιτικές και τη διακυβέρνηση της ενσωμάτωσης. Εδώ και τριάντα χρόνια τα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα διέπονταν από το κοινό όραμα της (Ενωμένης) Ευρώπης και, παρά τις διαφωνίες στην πολιτική τους, ενσωμάτωναν από κοινού την ιδεολογική συναίνεση και διαμόρφωσαν τον πολιτικό συνασπισμό που οικοδόμησε την ενιαία αγορά, το ευρώ και τη διευρυμένη Ε.Ε.

Αλλά πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες αισθάνονται τώρα ότι οι κυρίαρχες πολιτικές έχουν αποτύχει. Οι κυβερνήσεις έχουν αποδειχτεί ανίσχυρες να προστατεύσουν τους εργαζόμενους από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής αλλαγής. Αρκετοί νιώθουν ότι απειλούνται από τη μετανάστευση, και τη νομική και κοινωνική χειραφέτηση των σεξουαλικών μειονοτήτων. Οφέλη όπως η μαζική εκπαίδευση, η προοδευτική φορολογία και η κοινωνικοασφαλιστική πρόοδος δεν εμπόδισαν την αύξηση των ανισοτήτων, ενώ το κοινό νόμισμα (ευρώ) έχει αποτύχει να οικοδομήσει την ευημερία και τη σταθερότητα. Οι κοινωνίες υφίστανται θεμελιώδες σοκ για τους παραδοσιακούς ρόλους και τα πρότυπα και από όλες αυτές τις βαθιές αλλαγές προκύπτει μια ανυπομονησία για απλές (;) λύσεις – να υψωθούν φράκτες και τείχη, για παράδειγμα, από τον νότο των ΗΠΑ μέχρι τη νότια Ουγγαρία και την ΠΓΔΜ – και άκαμπτους ηγέτες (Δεν είναι τυχαίο ότι σε περιοχές της Ευρώπης ριζοσπαστικά και εθνικιστικά κόμματα θεωρούν τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν ως σωτήρια ελπίδα). Οι ψύχραιμες φωνές που υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένα λάθη πολιτικής και θεσμικές ρωγμές στην Ε.Ε. είναι τα αίτια για ανεπαρκή αντιμετώπιση των προβλημάτων και όχι η ίδια η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντιμετωπίζονται –τουλάχιστον– με σκεπτικισμό.

Το όριο μεταξύ συνταγματικών και νομοθετικών θεμάτων είναι ιδιαίτερο στην Ε.Ε. Όλες οι διατάξεις της Συνθήκης έχουν συνταγματικό χαρακτήρα και μπορούν να αλλάξουν μόνο με ομοφωνία. Με άλλα λόγια, το πεδίο για τον επανακαθορισμό των κανόνων είναι εξαιρετικά στενό, αν και αντικατοπτρίζουν πολιτική συναίνεσης που είναι πλέον ευρέως αποδεκτή. Αναμφίβολα, είναι ακόμη δύσκολο να συμφωνηθούν πρόσθετες αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ισχυρότερο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (που θα νομοθετεί σε ένα ευρύτερο φάσμα πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης της φορολογίας και της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής), σε μια χρονική στιγμή που πολλοί στην Ευρώπη θεωρούν την Ε.Ε. ως κύριο υπαίτιο για την τρέχουσα δεινή κατάσταση. Ωστόσο, σε ρεαλιστική ανάλυση, η κατασκευή μιας υπερεθνικής δημοκρατίας είναι η πιο βιώσιμη απάντηση στην πολιτική πόλωση στην Ευρώπη.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών