Τρίτη, 21 Αυγούστου, 2018 - 02:40

Άγιο Όρος: Πίστης χώματα

Αποστολή Boulevard / Σταύρος Χαμπάκης

«Όσοι αγνοί, όσοι ευαγείς, αποκαλυφθήτε. Ευρίσκεσθε εις το Άγιον Όρος. Εις το περιβόλι της Παναγιάς». Με αυτή τη φράση ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, εξάδελφος του Παπαδιαμάντη, απέδωσε όλη την αξεπέραστη δύναμη που κρύβει μέσα της η Ορθοδοξία και που αισθάνθηκε να τον διαπερνά κατά την επίσκεψή του στην Αθωνική Πολιτεία, το 1898∙ δύναμη πρωτόφαντη που έσπρωξε τα βήματά του τέσσερις ακόμη φορές στο Άγιον Όρος, μη διστάζοντας να εναποθέτει κάθε φορά τον εαυτό του, ως ευλαβικός προσκυνητής, στα όσια χώματα του Ελληνισμού και στη σκέπη της Παναγιάς. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1924, στο βιβλίο του «Με του βορηά τα κύματα», περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από το «περιβόλι» της Παναγιάς, θα πει στους συγκαιρινούς του Έλληνες: «θα ίδητε εκεί το Γένος κλεισμένον εις τους θαμβούς θόλους ενός Μοναστηρίου.

Στο Άγιον Όρος ενοικεί ολόκληρον το Βυζάντιον». Ο λόγος του Μωραϊτίδη μήπως παραμένει διαχρονικός; Κι αν όχι, μήπως πρέπει να επικαιροποιηθεί; Μήπως στην εποχή της κρίσης πρέπει να αναπαρθενευθούν (κατά την έκφραση του Ελύτη) οι αξίες του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας;

Η Boulevard πραγματοποίησε ένα οδοιπορικό στις Μονές του Αγίου Όρους. Στην κιβωτό της Ορθοδοξίας. Στην ιερή πολιτεία με τις 20 Μονές και τους 2.500 μοναχούς – συνεχιστές του Βυζαντίου.

Εκεί, όπου κρατούνται οι ορθόδοξες βυζαντινές παραδόσεις. Εκεί, όπου κατά τις λειτουργίες μνημονεύονται οι Αυτοκράτορες. Εκεί, όπου «ενοικεί το Γένος των Ελλήνων». Το οδοιπορικό πραγματοποίησε ο Σταύρος Χαμπάκης, ένας από τους πιο αξιόλογους συνεργάτες - φωτογράφους της Boulevard, ο οποίος κατέγραψε καρέ – καρέ τις δραστηριότητες των μοναχών.

Εγερτήρια ψαλμωδήματα

Του Αλέξανδρου Μωραιτίδη*
 

Την νύκτα, μετά προθυμίας αρχαρίου μοναχού, παρακολούθησα της Κυριακής Ακολουθίαν, η οποία πολύ με κατέθελξεν. Εξημέρωνε Κυριακή, ως είπον, η δε εωθινή Ακολουθία μιας Κυριακής είναι ωραία και συγκινεί πάντοτε τας ευλαβητικάς ψυχάς και εν ταις πόλεσι, πολύ δε περισσότερον εν ταις μοναίς, και μάλιστα του Αγίου Όρους, ότε θαρρείς πως είνε αυτή η νυξ του Πάσχα. Οι γλυκείς των σημάντρων ήχοι και η των κωδώνων μελωδική κρούσις, των αηδόνων τα εγερτήρια ψαλμωδήματα, η λάλος του ερημικού δρυμού αύρα, όλα αυτά σου προετοιμάζουν την καρδίαν, σου διανοίγουν τα ώτα, της ψυχής τα σωτήρια ώτα, ν’ ακούσης με χαράν, των πρώτων χριστιανών χαράν, ότε κατά την ημέραν του Ηλίου ήτοι την Κυριακήν, συνήρχοντο ν’ ακούσωσι τας Γραφάς και να κοινωνήσωσι των Αχράντων Μυστηρίων, ν’ ακούσης λέγω, τους Τριαδικούς ύμνους ως υπ’ αυτών των αγγέλων αδομένους, και τα Ευλογητάρια κατόπιν, οπού θαρρείς πως βλέπεις τας Μυροφόρους πορευομένας εις το μνήμα το Ζωοδόχον. Τους Αίνους έπειτα της Αναστάσεως, την διθυραμβικήν Δοξολογίαν προς τον Φωτάρχην Δημιουργόν, τον δείξαντα τοις ανθρώποις το φως, τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενοις.

Όλα αυτά βαθύτατα με συνεκίνησαν. Όλα αυτά μου άφησαν ανεξαλείπτους εντυπώσεις, αίτινες κατά την θείαν Λειτουργίαν, ανατείλαντος του ηλίου πλέον, ότε ήκουσα μνημονευόμενα τα ένδοξα ονόματα των αρχαίων βασιλέων μας, των κτιτόρων και αφιερωτών, των Δεσποτών και Πορφυρογεννήτων και βασιλισσών. Ω, τότε η κατάπληξίς μου προέβη εις καταπτόησιν. Εφαντάσθην ότι ευρίσκομαι εις την Αγίαν Σοφίαν, ή εις κανένα Ναόν των Βυζαντινών Παλατίων∙ και έστρεφον γύρω το βλέμμα να συναντήσω τους ολοχρύσους αξιωματικούς της Βυζαντινής Αυλής, με τας χρυσάς ζώνας και τα χρυσόπαστα σκαραμάγγια. Έπαθον τωόντι αλλοίωσιν υπερβάλλουσαν, και εζαλίσθην ως οι Απόστολοι εν Θαβωρίω.

Την μεσημβρίαν, κρουσθέντος του σημάντρου, εισήλθον εις την μαρμαροστόλιστον Τράπεζαν οι εργάται της Μονής και ετραπεζώθησαν εν χαρά. Εισήλθον και εγώ και εκαμάρωνα τους απλοϊκούς ανθρώπους, οι οποίοι με αγαλλίασιν ψυχής εγευμάτιζαν εις την πλουσιοπάροχον του Βατοπεδίου τράπεζαν. Συνήθως δε το Βατοπέδιον προσφέρει εις τους ξένους του και τους εργατικούς του φασόλια –λόπια- πολύ επιτηδείως μαγειρευόμενα τα οποία θεωρούνται ως η πλέον θρεπτική τροφή εις την δροσεράν αυτήν χώραν.

Εγώ εγευμάτισα εις τα αναπαυτικά Αρχονταρίκια, όπου πλουσίαν όντως τράπεζα είχε παραθέσει ο γλυκόλογος Αρχοντάρης, συνωδευμένην με όλα τα απαραίτητα εδέσματα τοιαύτης επισήμου ημέρας, και με οπώρας γλυκυάτας της ώρας, και ιδίως απίδια, δι’ ων είχε κατασκευάσει και ένα πολύ νόστιμον και γλυκύτατον κρεάτινον όψον, καθώς ημείς κάμνομεν με τα κυδώνια, αλλά με καρυκείαν πλουσιωτάτην.

*Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Μωραιτίδη «Άγιον Όρος – Με του βορηά τα κύματα», το οποίο κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1924 από το «Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη».